Τι θα κρατήσω από τη δεκαετία του ΄80 (της Έλενας Χουζούρη)

0
220
Το club Ρόδον, εμβληματικό σημείο της ροκ κουλτούρας στη δεκαετία του ΄80

Της Έλενας Χουζούρη.

 

 

Οι εκθέσεις για την δεκαετία του ’80,  στην Τεχνόπολη-κυρίως- και δευτερευόντως  στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, με ώθησαν να αναρωτηθώ τι θα κρατούσα αν έκανα μια δική μου προσωπική έκθεση αυτής της αντιφατικής και πολυσύνθετης  δεκαετίας.  Μιας δεκαετίας αλλαγών στην πολιτική, στις αντιλήψεις,  στα κοινωνικά δικαιώματα, στις νοοτροπίες, στον πολιτισμό, στις ερωτικές συμπεριφορές. Μιας  δεκαετίας, γέφυρας από την πατροπαράδοτη αποταμίευση στην ξέφρενη κατανάλωση που θα ακολουθήσει στην δεκαετία του 1990. Μιας δεκαετίας, που  έχουμε αρχίσει να δαιμονοποιούμε , κατά τη  γνωστή μας εθνική συνήθεια,  της αναζήτησης, έξωθεν και άνωθεν,  πάσης φύσεως   δαιμονίων για να  φορτώσουμε  σ ’αυτά τα  όσα κακά μας συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια.  Τι λοιπόν θα κρατήσω εγώ προσωπικά από την πολυσυζητημένη  αυτήν δεκαετία ;

 

  • Θα κρατήσω τον, για πρώτη φορά θεσμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, στην Αθήνα, το 1985, που έγινε δεκτός από το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρώπης , μετά από εισήγηση της τότε Υπουργού Πολιτισμού, Μελίνας Μερκούρη. Θεσμός που, κυριολεκτικά,  μας  άνοιξε τους δρόμους για να έρθουμε, για πρώτη φορά,  σε επαφή με σπουδαιότατα καλλιτεχνικά  γεγονότα, με διεθνούς φήμης σκηνοθέτες του θεάτρου, με διάσημα χορευτικά σύνολα, με καινούργιες καλλιτεχνικές προτάσεις
  • . Με βλέπω, εκείνο το καλοκαίρι του 1985, μέσα από τα ανοίγματα του χρόνου, να οδεύω – πάνω σε μία μηχανή μεγάλων κυβικών, στο πίσω κάθισμα, για να μην υπερβάλλω – προς τα νταμάρια της Πετρούπολης για να παρακολουθήσω με ορθάνοιχτα μάτια και κομμένη την ανάσα  την Ορέστεια του Πήτερ Στάιν ή την Μαχαμπαράτα του Πήτερ Μπρουκ .
  • Με ξαναβλέπω στο Εθνικό Θέατρο αυτήν την φορά να αφήνομαι κυριολεκτικά στην ονειρική διάσταση της αέρινης μαγικής σχεδόν παράστασης  του Picolo Teatro   σε σκηνοθεσία Τζόρτζιο Στρέλλερ.
  • Και αμέσως μετά στο Καλιμάρμαρο εκείνον τον θερμότατο Ιούλιο  του 1985– νομίζω ήταν το πρώτο καλοκαίρι με τους καύσωνες που θα μας ταράξουν- να ξεσηκώνομαι με τους Clash και τους Cure και να με ξαφνιάζει η πρόκληση της Nina Hagen.  Μιλάω,  βέβαια, για το διήμερο ROCK IN ATHENS , άλλη μια ιδέα της ευφάνταστης και τολμηρής Μελίνας, στο πλαίσιο της Αθήνας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, άσχετα αν έπεσε το ξύλο της αρκούδας με εντολή του τότε Διευθυντή της Αστυνομίας…Αρκουδέα.
  • Θα κρατήσω τις άκρως αισθαντικές συναυλίες του Μάνου Χατζιδάκι στα νταμάρια του Βύρωνα- πριν φτιαχτεί το γνωστό Θέατρο- σε σκηνοθετική επιμέλεια του Μίνου Βολανάκη.
  • Την συναυλία του Eric Clapton στο Σπόρτινγκ τον Γενάρη του 1984, όπου δεν έπεφτε καρφίτσα.
  • Το ιστορικό πάρτυ του Λουκιανού στη Βουλιαγμένη, το καλοκαίρι του 1983. Δεν  θα ξεχάσω την αγωνία μου να συγκεντρωθώ να γράψω και στη συνέχεια να βρω μέσα σ’ εκείνο τον χαμό ένα τηλέφωνο να στείλω το ρεπορτάζ  μου στα ΝΕΑ [τότε δεν υπήρχε η ευκολία των ..έξυπνων κινητών , γράφεις, στέλνεις, στο άψε σβήσε. ]  
  • Tις συναυλίες  ιερών τεράτων που κυριολεκτικά απόλαυσα στον Λυκαβηττό  τα καλοκαίρια εκείνης της δεκαετίας, χάρη στις μετακλήσεις που διοργάνωνε η Half Note Productions του χαμένου πρόωρα Νίκου Σαχπασίδη. Να μνημονεύσω : Μάιλς Ντέιβις , Κηθ Τζάρετ, Κάρλος Σαντάνα,  Νικ Κέιβ,  B King,  Άνιμαλς, Τζόν Λιούρι με τις …Νωχελικές του Σαύρες, [Lounge Lizards] ,  Μίλβα,  Αμάλια Ροντρίγκεζ  και..και…αλλά και την συναυλία των  «SPHINX» του πρώτου ελληνικού συγκροτήματος τζαζ  με δικές του συνθέσεις.  [Μάρκος Αλεξίου, Γιώργος Τρανταλίδης, Γιώργος Φιλίππίδης]
  • Θα κρατήσω τη μεγαλειώδη συναυλία των  Pink Floyd,  στο ΟΑΚΑ,  με ένα υπερμέγεθες ροζ γουρούνι  να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας καθώς ο Ρότζερ Γουώτερς επέμενε να καλεί τον καθένα  και όλους μας  Hey you…
  • To μεγάλο μπουμ της ροκ μουσικής με την πληθώρα των πιο σπουδαίων ροκ συγκροτημάτων και καλλιτεχνών που επισκέφτηκαν την Αθήνα την δεκαετία του ’80, με το ροκ κλαμπ  «ΡΟΔΟΝ», βασικό  χώρο αναφοράς.
  • Τον Μπρους Σπρίγκστιν να δηλώνει με τον ανεπανάληπτο  ροκ τρόπο του Born in the USA, σ’ ένα κατάμεστο και παλλόμενο ΟΑΚΑ,  στη μεγάλη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας  το 1987 και ξάφνου να ξεδιπλώνονται και να ανεμίζουν …τι;  Αμερικάνικες σημαίες; Πού βρέθηκαν αυτές;  Και το…  « Φονιάδες των Λαών Αμερικάνοι» πού, παρακαλώ,  είχε πάει;
  • Θα κρατήσω Τα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού, το «Πρώτο Βράδυ στην Αθήνα» του Νίκου Ξυδάκη,  τα «Ψέματα» και «Το ταξίδι» των  Φατμέ.  Την «Νυχτερινή εκπομπή» της  Μπουμπούς [ έτσι αποκαλούσαμε  την Αφροδίτη Μάνου]. Μια άλλη σελίδα στο ελληνικό τραγούδι, εντελώς διαφορετική από εκείνη του πολιτικού τραγουδιού της  δεκαετίας του 1970. Νέα πρόσωπα, νέοι τραγουδοποιοί, νέες μουσικές   προτάσεις. Ανάσα …κι από κοντά ο Τζημάκος και «Οι Μουσικές Ταξιαρχίες».
  • Τα επεισοδιακά εγκαίνια του μπαρ “Decadence” τον Σεπτέμβριο του 1983, όπου μεγάλοι έρωτες αναδύθηκαν. Αλλά και τα εγκαίνια του μπαρ «Όστρια»,  δύο χρόνια αργότερα, με την αξέχαστη Μαρία Δημητριάδη στον ρόλο της οικοδέσποινας.
  • Το ατμοσφαιρικό, υπόγειο, δίκην νεουρκέζικου τζαζ κλαμπ, Half Note, της οδού Μιχαλακοπούλου.
  • Θα κρατήσω οπωσδήποτε την παράσταση με το κορυφαίο έργο της Πίνα Μπάους, Café Muller, από το χοροθέατρο Βούπερταλ, με την ίδια την μεγάλη χορογράφο να χορεύει,  στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 1987. Η παράσταση ήταν συγκλονιστική. Θυμάμαι ότι όταν τελείωσε, ήμουν ακίνητη, άφωνη, εκστασιασμένη.
  • Τις πρώτες μαυρόασπρες ταινίες ενός νέου, τότε, σκηνοθέτη, ονόματι Τζιμ Τζάρμους και τις μελαγχολικές  μουσικές του Τζον Λιούρι, στον «Δαναό».
  • Τις εκδρομές στη Ναύπακτο και στο Γαλαξίδι τραγουδώντας με μανία, όλοι μαζί:  «Βγαίνουμε μωρό μου, βγαίνουμε, μέσα απ’ το τούνελ….».
  • Την πρώτη «στον αέρα» ραδιοφωνική εκπομπή του Πρώτου Προγράμματος της ΕΡΑ,  «Μέρα μεσημέρι», με τα τρία  κεφάτα και ευφάνταστα κορίτσια,  Άννα Δαμιανίδη,  Άννυ Κολτσιδοπούλου,  Μαρλένα Πολιτοπούλου.
  • Τον δημιουργικό αέρα που έφερε στο Πρώτο Πρόγραμμα, ο τότε διευθυντής του , συνθέτης Βασίλης Ριζιώτης. Ένα ολοζώντανο, ευφάνταστο, με εκπλήξεις, πρόγραμμα ροής. Και εκεί μέσα νάσου και «Ο φίλος μου, κύριος Γουτεμβέργιος» με την αφεντιά μου στο μικρόφωνο.  Μια εκπομπή για το βιβλίο  που θα διαρκέσει δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια!
  • Την πρώτη τολμηρή και επεισοδιακή προσπάθεια του περιοδικού ΑΝΤΙ και της ομάδας του να σπάσουν το κρατικό μονοπώλιο στα ερτζιανά και να εκπέμψουν το ΡΑΔΙΟ ΑΝΤΙ το φθινόπωρο του 1983. Προσπάθεια που διακόπηκε  βίαια εν τη γενέσει της από Εισαγγελέα και Αστυνομία.
  • Τις πολύωρες, γεμάτες κέφι και ευφάνταστες προτάσεις, κουβέντες στο σπίτι του Παύλου Τσίμα,   για  το πώς θα είναι ο πρώτος  αριστερός ραδιοφωνικός σταθμός, ο 902 Αριστερά στα FM,  με το μοναδικό, ever στα ερτζιανά,  σήμα, χάρη στην αισθαντική μουσική της Ελένης Καραίνδρου.  Η ιδιωτική ραδιοφωνία ήταν πλέον γεγονός.  Της κομματικής συμπεριλαμβανομένης!
  • Τα ολόλευκα  υπερσύγχρονα λεωφορεία με το κόκκινο  φιδωτό σηματάκι που διέσχιζαν την Αθήνα  και μας μετέφεραν στο εκδοτικό σύμπαν του Κοσκωτά στην Παλλήνη,  πριν την μεγάλη θύελλα που θα  σηματοδοτούσε τα όσα δεν θα αργούσαν να έρθουν  να κουκουλώσουν και να διαβρώσουν την ελληνική κοινωνία.   Δεν μπορώ όμως να μην κρατήσω την, πριν την κατάρρευση, ατμόσφαιρα, την γεμάτη δυναμισμό, κέφι, αισιοδοξία, φαντασία, δημιουργικότητα από όλους μας , στα είκοσι κάτι ή  στα τριάντα κάτι μας,   καθώς το κοσκωτικό σύμπαν  μας παρείχε  απλόχερα  όλες τις  ευκαιρίες και τις  δυνατότητες για να ανοίξουμε τα φτερά μας,  δεν μπορούσαμε να φανταστούμε σε τι πήλινα και βρώμικα πόδια στέκονταν αυτή η απατηλή  εκδοτική αυτοκρατορία.
  • Θα κρατήσω το περιοδικό ΕΝΑ το οποίο σηματοδοτεί το πέρασμα από το λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης  σ’ εκείνο που εκφράζει τα πιο ανεπτυγμένα, μορφωμένα και απαιτητικά μεσοαστικά στρώματα που ανεβαίνουν στην ελληνική κοινωνία. Θα κρατήσω τον πρώτο  διευθυντή του ΕΝΑ – αυτός εξάλλου το έστησε- τον αείμνηστο Παύλο Μπακογιάννη.  Θα κρατήσω ακόμη  όσους και όσες συνταξιδέψαμε σ’  αυτό το απαιτητικό περιοδικό ποικίλης ύλης από την αρχή του έως το άδοξο τέλος του στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.    Θα κρατήσω όμως και το ΤΕΤΑΡΤΟ και όχι μόνον της περιόδου Μάνου Χατζιδάκι αλλά και μετά από αυτήν.  Θα κρατήσω τους συνταξιδιώτες της γραφής και της λογοτεχνίας, τον Αχιλλέα Κυριακίδη-διευθυντή, τον Δημήτρη Καλοκύρη-αρχισυντάκτη, και από κοντά, τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, την Κατερίνα Σχινά, την Ελισάβετ Κοτζιά.
  • Θα κρατήσω την τελευταία παράσταση που σκηνοθέτησε ο μεγάλος Κάρολος Κουν –τριάντα χρόνια φέτος χωρίς αυτόν-  τον «Ήχο του Όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, στο εμβληματικό για μας υπόγειο της Πεσματζόγλου.  Με, Ρένη Πιτακή, Αγγελική Ελευθερίου και τον νεαρό και πολλά,  φεύ τότε,  υποσχόμενο, Στράτο Τζώρτζογλου.
  • Αποκλείεται να ξεχάσω την μνημειώδη παράσταση της «Όπερας της Πεντάρας» από σύσσωμο τον θίασο του Berliner Ensemble, μ’ έναν μοναδικό  Έκερχαρτ Σαλ, στον ρόλο του Mac The Knife,  στο Ηρώδειο, το πρώτο καλοκαίρι της δεκαετίας του 1980.
  • Θα κρατήσω ακόμα την αναγνωστική αγαλλίαση που ένοιωσα όταν, το 1981, διάβασα  το μυθιστόρημα του Μαρκές  «Εκατό χρόνια μοναξιάς» με το οποίο το ελληνικό κοινό εισάγεται στην δυναμική και πλούσια σε αναγνωστικά ελέη,  λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.
  • Με αισθήματα ευγνωμοσύνης θα κρατήσω τις συναντήσεις  μιας ομάδας σπουδαιότατων ανθρώπων των ελληνικών γραμμάτων, τις οποίες μου είχε δοθεί η χάρη και η χαρά να παρακολουθώ,  με ορθάνοιχτα μάτια, αυτιά και ψυχή, στον φιλόξενο χώρο του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» που εξέδιδε  με επιμονή και πίστη, ο άξιος ποιητής και κριτικός Κώστας Γ. Παπαγεωργίου.   Με σεβασμό τους  μνημονεύω, μιας και όλοι έχουν φύγει:  Αλέξανδρος Αργυρίου, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αικατερίνη Κουμαριανού,  Χριστόφορος Μηλιώνης,  Σπύρος Τσακνιάς.
  • Θα κρατήσω επίσης τις βραδιές για τους ποιητές της «Γενιάς του ‘70», που οργάνωνε ο, επίσης, ποιητής της, αλλά και θεατράνθρωπος, Δημήτρης Ποταμίτης στο θέατρό του. Αλησμόνητη η πληθωρική παρουσία της, φευγάτης από κοντά μας πια, Νανάς Ησαία, που με τις συνεχείς  παρεμβάσεις της, ανέβαζε το θερμόμετρο των συζητήσεων.
  • Θα κρατήσω ακόμα τα αφιερώματα που έκανε στα ΝΕΑ ο Κώστας Σταματίου στους ποιητές της «Γενιάς του ΄70», με την προσωπική επισήμανση ότι κατά τη διάρκεια της  δεκαετίας του ’80 η ποιητική αυτή γενιά βρέθηκε στο απόγειο της  αναγνώρισης και της ευρύτερης αποδοχής της.
  • Θα κρατήσω τη γιορτή για τα δεκάχρονα του εμβληματικού και μοναδικού στο είδος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ , στα τότε καινούργια γραφεία του στα Εξάρχεια. Μας  θυμάμαι όλους και όλες- κανείς δεν είχε λείψει-  στριμωγμένους/νες στα μικρό εξαρχειώτικο διαμέρισμα, με ένα χάρτινο  ποτήρι κρασί στο χέρι, να ευχόμαστε την μακροημέρευση του αγαπημένου μας περιοδικού, στον Γιώργο Γαλάντη και στον αξέχαστο Ηρακλή Παπαλέξη.
  • Θα κρατήσω σαν παρακαταθήκη δύο σημαδιακές συνομιλίες μου: Η μία με τον Γιώργο Ιωάννου, στο σπίτι του της οδού Δηλιγιάννη, τον Γενάρη του 1985, είκοσι μόλις ημέρες πριν την μοιραία είσαγωγή του στο Σισμανόγλειο. Η άλλη με τον Γιάννη Ρίτσο, στο σπίτι του  στο Καρλόβασι, το καλοκαίρι του 1988, έναν χρόνο πριν φύγει από τη ζωή. Μια συνομιλία που είχε πολλά χαρακτηριστικά αποχαιρετισμού.
  • Δεν είμαι σίγουρη αν θέλω να κρατήσω την απογοήτευση αλλά και την δυσάρεστη έκπληξη που είχα νοιώσει το βράδυ των φοιτητικών εκλογών του 1985 όταν για πρώτη φορά μετά το 1974, η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ  βγήκε πρώτη στη Νομική Αθηνών.  Πού;  Στη Νομική ΜΑΣ; Oι ερωτήσεις- τι άλλαξε; -και ο συννεφιασμένος μας προβληματισμός θα τεθούν το ίδιο βράδυ στο  κουκλίστικο μπαρ  ΑΠΕΝΑΝΤΙ της οδού Χάρητος, όπου θα καταλήξουμε κατηφείς.
  • Θα κρατήσω τέλος τις έντονες συζητήσεις μας για όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην – έστω και με πολλές αντιρρήσεις, διαφωνίες και ενστάσεις μας- ωστόσο ακόμα Σοβιετική Μαμά μας . Η Περεστρόικα μας είχε πάρει τα μυαλά. Επιτέλους! Δεν φανταζόμαστε βέβαια το άδοξο τέλος όσων, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο πιστέψαμε, άλλος πολύ άλλος  λιγότερο, ωστόσο εκείνο το κλίμα μας είχε ξεσηκώσει.  Τον ίδιο καιρό άλλωστε έπεφταν βροχή οι διαγραφές,  με τις οποίες είχε κάνει ποδαρικό η νέα δεκαετία ήδη από τον Δεκέμβριο του 1980.

Θα μπορούσα να γράφω και να γράφω γιατί καθώς γράφω όλο και θυμάμαι και άλλα από εκείνη την περιεκτική και πλούσια σε γεγονότα δεκαετία  που άλλαξαν τις νοοτροπίες μας και τις συμπεριφορές μας. Γράφω « άλλαξαν» παραμένοντας στο στοιχείο της  αλλαγής και μόνον, αποφεύγοντας την  κριτική. Κι αυτό γιατί, όπως συχνά επισημαίνεται από τους ιστορικούς,  οι αλλαγές δεν μπορούν να κριθούν με ηθικολογικά ή εξω-αντικειμενικά κριτήρια. Πολύ περισσότερο να δαιμονοποιούνται για να αιτιολογούνται ή δικαιολογούνται στρεβλώσεις και παθογένειες του παρόντος.  Σε όλες τις αλλαγές της Ιστορίας περισσότερες είναι οι αντιφάσεις παρά το αντίθετο.  Γι’ αυτό σε ό,τι με αφορά προσωπικά προσπάθησα να ανασύρω από τη μνήμη μου όσα θα μπορούσαν να φτιάξουν μια εντελώς  δική μου βιωματική  έκθεση της δεκαετίας του 1980.  Μια άλλη της εικόνα, ίσως, πιο εσωτερική και γεμάτη ερωτηματικά –ακόμα και για μένα σήμερα- ενδεχομένως να αποτελούν τα ποιήματα που είχα γράψει προς το τέλος της δεκαετίας,  με τον δυσοίωνο τίτλο «Εάλω η Πόλις». Γιατί αλήθεια τα είχα γράψει; Τι είχα προαισθανθεί;

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ