Συμβολή στην κάθαρση (του Στέλιου Θ.Μαφρέδα)

0
208

Στέλιος Θ. Μαφρέδας (*)

 

Ύστερα από την περιήγησή του στον Νέο Κόσμο, που την παρακολουθήσαμε   στο μυθιστόρημά του « Στη σκιά  της Μίκας»[1], ο Βαγγέλης Αυδίκος, επιστρέφει στα γενέθλια  χώματα, και προσπαθεί με το καινούργιο του βιβλίο «Οι τελευταίες πεντάρες»[2], να αναπλάσει το πρόσφατο  παρελθόν της γενέτειράς του, που έχει διαποτιστεί με  αίμα, στην διάρκεια του αδελφοκτόνου σπαραγμού[3]. Ουσιαστικά όμως  ο Βαγγέλης Αυδίκος, ποτέ δεν έχει απομακρυνθεί από τον  ηπειρωτικό  νότο, στον οποίον διαρκώς θητεύει, ψάχνοντας και φέρνοντας στην επιφάνεια, παράγοντες και συνθήκες που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της πόλης του, άλλοτε με την επιστημονική του ματιά να διαπερνά  το παραπέτασμα του χρόνου[4] και άλλοτε με την  πεζογραφική του δεξιοτεχνία και την αφηγηματική του δεινότητα, να μας εξιστορεί ό,τι διέτρεξε στο χρόνο, και συντελέστηκε στους «λερούς και ασήμαντους δρόμους» της πόλης του.

Στο πρόσφατο  βιβλίο του , τις «Τελευταίες πεντάρες» τολμά και καταπιάνεται με ένα θέμα, που μέχρι πρότινος αποτελούσε μια κακοφορμισμένη πληγή στο σώμα της γενέτειράς του. Με μια ιστορία εμφύλιου σπαραγμού, από τις τόσες άλλες που συνέβησαν σε  πολλές περιοχές της πατρίδας μας, και άφησαν τα ίχνη τους στην μετέπειτα γενιά, ως παρακαταθήκη και κατάρα συνάμα, για το μέλλον.

Στο  θέμα αυτό, δηλαδή την εκτέλεση από τον ΕΔΕΣ 48 πολιτών στην τοποθεσία «Παργινόσκαλα  Παντοκράτορα»   της Πρέβεζας, έχουν αναφερθεί πριν απ’ τον Αυδίκο  και άλλοι: Ο Γ. Κοτζιούλας[5],  ο Δημήτρης Χατζής[6]  και ο  Γιάννης Δάλλας: πρώτη φορά στο αφήγημά  του Ρέκβιεμ, όπου ιχνογραφώντας μια γεωγραφία της θλίψης, αναφέρει  ανάμεσα σε άλλους τόπους και «την Παργινόσκαλα, με τα παιδιά τ’ αμούστακα που τα παράχωσε το τάγμα του Γαλάνη» [7]  και μετά στο ποίημά του «Τύμβος», το οποίο καταλήγει ως εξής : «… ο ηρωϊκός Δ. Γαλάνης ωσάν κατακτητής σε ξένη χώρα/ πιάνει πενήντα από τους άμαχους,/ μαζί τους και μια δράκα σκολιαρόπαιδα/ και τους περνά εν στόματι μαχαίρας/ Κι εγώ σηκώνομαι απ΄ την πέτρα όπου με ξέβρασε η ιστορία/ και διαβάζω στη στήλη… τα χαραγμένα με καρφιά του μαρτυρίου ονόματά τους//[8]

Η τόλμη του Αυδίκου, να ασχοληθεί με το ζήτημα της εκτέλεσης των 48 πολιτών, πρέπει να επισημανθεί, γιατί η όποια ενασχόληση με  αυτά τα γεγονότα, μόνο προβλήματα θα μπορούσε να δημιουργήσει στον συγγραφέα. Υπάρχουν πολλά  παραδείγματα στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, όπου  προσπάθειες ανάπλασης  γεγονότων της κατοχικής και εμφυλιοπολεμικής  περιόδου, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους κατοίκων των περιοχών που αφορούσαν τα ιστορούμενα γεγονότα και οι συγγραφείς σε αρκετές περιπτώσεις οδηγήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο  «Η συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.[9]   Πέραν τούτου, στην ευρύτερη περιοχή της  Ηπειρωτικής ενδοχώρας  έχουν συμβεί γεγονότα που βαρύνουν στον    ίδιο βαθμό και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές, και η θηριωδία που όντως υπήρξε στην Παργινόσκαλα, βρίσκει το αντίκρισμά της στο Νταλαμάνι[10].  Υπό αυτές τις συνθήκες, το ρίσκο  του Αυδίκου να καταπιαστεί με το ζήτημα της εκτέλεσης των 48  Πρεβεζάνων, ήταν πολύ μεγάλο και επικίνδυνο.

Τι ωθεί όμως τον συγγραφέα να ρισκάρει και να καταπιαστεί με ένα ζήτημα, που από ότι φαίνεται, η πόλη το έχει παραχώσει στην συνείδησή της και δεν το εξωτερικεύει; «Δεν αναζητώ την εκδίκηση. Να θάψουμε με τον ίδιο τρόπο τους νεκρούς μας θέλω»[11] λέει ένα από τα πρόσωπα του έργου. Μπορεί οι «μπόμπες των Ιταλών να μόνοιασαν» τους κατοίκους της πόλης, όμως «Η Παργινόσκαλα τους μάτωσε, τους δίχασε και κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει γι’ αυτό τον ρόγχο του θανάτου, που απλώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1944 πάνω από την πόλη»[12] και από τότε ο αέρας που πνέει πάνω από τα σπίτια της είναι μολυσμένος,  ομολογεί ένας  από τους παράγοντες της πόλης. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ασχοληθεί με την ιστορία,   γιατί «οι πληγές της ψυχής κλείνουν, όταν συμφιλιωθούμε με τα γεγονότα. Η αλήθεια μπορεί να ανακουφίσει»[13] ορίζει ως αξίωμα ο συγγραφέας.

Κι αυτή την αλήθεια, επιδιώκει  ο Αυδίκος με το μυθιστόρημά του. Η κεντρική  ιστορία είναι απλή : Ο Σπυρίδων, άγγλος αρχαιολόγος  με καθαρόαιμο ελληνικό όνομα, για να θυμίζει έναν απελπισμένο έρωτα, επισκέπτεται την Πρέβεζα εκτελώντας την τελευταία θέληση  του παππού του, αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας που βρέθηκε στην Πρέβεζα κατά την διάρκεια του τελευταίου πολέμου, για να ερευνήσει σχετικά τον ανομολόγητο έρωτα του προγόνου του.   Στα πλαίσια αυτής της έρευνας, πληροφορείται τα γεγονότα της Παργινόσκαλας και έρχεται σε επαφή με ανθρώπους που υπήρξαν μάρτυρες σ’ αυτά αλλά και αυτουργοί, από τη μια και από την άλλη πλευρά : τον Περικλή Κοντοπόδαρο, ή Ξηγημένο, που ως εκ θαύματος γλύτωσε την εκτέλεση, έζησε ωστόσο με την ρετσινιά του δηλωσία και για τούτο απόκληρος και χλευαζόμενος  από τους ομοϊδεάτες του, τον Αγαθοκλή Ζαφείρη ή Φλιτσκόρνο, εκδότη της εφημερίδας ¨Τοπικός αντίλαλος» και ο οποίος «είναι η μεταπολεμική ιστορία της πόλης»[14], αλλά κα πολλούς  άλλους, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετέχουν στην καθημερινότητα της πόλης.  Ως ξένος και για τούτο αντικειμενικός παρατηρητής, καταφέρνει να συστεγάσει τους πρώην αντιπάλους, να τους καταστήσει συνδαιτυμόνες και εξομολογητικούς προς αλλήλους, δηλαδή να επιτύχει την πλήρη απάλειψη των σκιών και την πολυπόθητη συναδέλφωση.

 

Ο  Αυδίκος δεν γράφει ιστορία. Αναπλάθει γεγονότα παρμένα από την ζωή στηριζόμενος στις προφορικές και λιγότερο στις γραπτές  μαρτυρίες . Δεν απονέμει εύσημα,  δεν δικαιώνει προθέσεις και ούτε   εδραιώνει αντιλήψεις για να επηρεάσει το μέλλον. Με τον εσώκοσμο    των ανθρώπων  διαλέγεται και σκηνοθετεί ως καλός ανατόμος της  ψυχής, τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές τους,   κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Κάνει δηλαδή ό,τι ακριβώς είναι το έργο και η αποστολή της λογοτεχνίας. Δημιουργεί  χαρακτήρες γειωμένους στην απτή πραγματικότητα,  απόλυτα ενταγμένους στον περίγυρο τον οποίον αναπλάθει. Τα κεντρικά πρόσωπα, εξιστορούν μόνον παθήματα, είτε  βρίσκονται στην πλευρά των νικητών είτε στην πλευρά των ηττημένων. Είτε θύματα υπήρξαν είτε θύτες. Υπάρχει στο βιβλίο ένας έκδηλος αντιηρωϊσμός, με την έννοια ότι κανείς δεν επαίρεται για τις πράξεις του. Γιατί οι πληγές, το ίδιο αιμάσσουσες είναι για όλους. Οι ηττημένοι, θεωρούν ντροπή το ότι επέζησαν της σφαγής, οι νικητές ζουν με τις ενοχές γιατί ανέχτηκαν τα φοβερά γεγονότα και οι τραγικές μάνες, με ένα διαρκές ερωτηματικό για τον θάνατο των παιδιών τους, χωρίς ποτέ να λάβουν απάντηση. Ωστόσο η ανάγκη της επιβίωσης, επιβάλει την  αναγκαστική  συμπόρευση  και την συνύπαρξη τους, έστω και αν αυτή συντελείται με όρους ετεροβαρείς για κάποιους.  Το τραύμα, απωθείται στα ενδότερα της μνήμης και η πόλη, λέει ο συγγραφέας  «για δεκαετίες είχε πάρει γομολάστιχα και προσπαθούσε να σβήσει τα ίχνη που άφησε αυτή η περίοδος»[15],  για να συμπεράνει ευθύς αμέσως :

«Μάταιος κόπος. Οι πληγές δεν κλείνουν, ιδίως τα ψυχικά τραύματα. Είναι η παραδοχή όσων έγιναν και η εξομολόγηση που γιατρεύουν. Που φέρνουν την ισορροπία»[16]

 

Ο χώρος όπου διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου, δεν είναι μόνον ό χώρος των εκτελέσεων: είναι και το μέρος  στο οποίο κτίστηκε η Νικόπολη και ο τόπος παράλληλα, στον οποίον έζησε τις τελευταίες του ημέρες ο αυτοκτόνος ποιητής. Ο ήρωας του βιβλίου, με έντονο το επιστημονικό ενδιαφέρον του για την αρχαία πόλη, αφού γι αυτήν έχει εκπονήσει την διδακτορική του μελέτη,  έχει την ευκαιρία να ζήσει  στην επικράτεια της Νικόπολης αφ΄ ενός  και με την παρουσία του εγχάρακτου από πένθη ποιητή αφ’ ετέρου.

Η κύρια ιστορία,  αυτή που αναφέρεται στον εμφύλιο, συμπληρώνεται από δευτερεύουσες αναφορές στα παραπάνω,  σ’ ένα πλαίσιο συνομιλίας των εποχών, αυτής της απώτερης ρωμαϊκής και της σύγχρονης  μεταπολεμικής. Η συνδιάλεξη των εποχών, ενυπάρχει γενικά στο όλο λογοτεχνικό έργο του Αυδίκου, και θεωρώ πως αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του. Άλλωστε η επιστημονική του ενασχόληση με το παρελθόν, από την σκοπιά της ανθρωπολογίας, επιτρέπει στον συγγραφέα, αυτού του είδους τις καταβυθίσεις, όπου ο επιστήμονας βοηθάει τον λογοτέχνη, στην αποκωδικοποίηση των ψυχικών καταστάσεων των ηρώων, και στην όμορφη και επιτυχημένη ανάπλασή τους στον παρόντα χρόνο.

 

Εξ αυτού του λόγου, η χρήση, έστω και καθ’ υπερβολήν,  του πρεβεζάνικου ιδιώματος,  με τα εξαφανισμένα φωνήεντα και τις ιδιαίτερες παραφθορές των λέξεων, πρέπει να ερμηνευτεί όχι μόνον ως πρόθεση του συγγραφέα, να παραστήσει με πιστότητα την πραγματικότητα, αλλά και σαν προσπάθεια και υποχρέωσή του ταυτόχρονα,  να διασώσει ένα χαρακτηριστικό των κατοίκων της γενέτειράς του,  που ο  Καρυωτάκης  το ειρωνεύτηκε σκληρά,[17], και που πλέον όλο και λιγότερο ομιλείται, ιδίως από τους νέους ανθρώπους της πόλης.  Ταυτόχρονα, οι περιγραφές του Αυδίκου για το τυχερό παιχνίδι του στριφτού, ή του πιτς στην πρεβεζάνικη ορολογία, «το παιχνίδι των φτωχών» κατά τον χαρακτηρισμό του συγγραφέα,[18]   και ο τίτλος του βιβλίου «Οι τελευταίες πεντάρες» που αφορμάται από το παιχνίδι αυτό, αποτυπώνουν  τον τρόπο ζωής ενός κοινωνικού περιθωρίου, που εν τούτοις σε κάποιες περιπτώσεις κανοναρχούσε την πορεία της πόλης.

 

Εν τέλει, έτσι όπως επεξεργάζεται τις πηγές του ο Αυδίκος ώστε να εκθέσει με αντικειμενικότητα τα γεγονότα, όπως διαμορφώνει τους χαρακτήρες του, όπως αφήνει ευρύ περιθώριο στον αναγνώστη, με τις ευθείες ερωτήσεις του προς εαυτόν και αλλήλους, ώστε να σκεφτεί και να προβληματιστεί για τις αποφάσεις των ανθρώπων που επηρεάζουν δραματικά τις ζωές των άλλων, και η εν γένει προβληματική του βιβλίου, νομίζω πως υπηρετεί το γενικότερο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας, αυτό δηλαδή της συμφιλίωσης και της, χωρίς διαχωρισμούς και πάθη του παρελθόντος, πορείας του τόπου. Η ιστορία της Παργινόσκαλας, ακουμπάει παντού και η μετεμφυλιακή πορεία της Πρέβεζας, όπως την σκηνοθετεί ο Αυδίκος, είναι η μετεμφυλιακή πορεία όλης της Ελλάδος.

 

info: Βαγγέλη Γρ. Αυδίκου,«Οι τελευταίες πεντάρες». Μυθιστόρημα  εκδόσεις Ταξιδευτής, 2016

(*) O Στέλιος Μαφρέδας είναι ποιητής

[1] «Η σκιά της Μίκας» μυθιστόρημα, εκδόσεις Ταξιδευτής, 2013

[2] «Οι τελευταίες πεντάρες», μυθιστόρημα, εκδόσεις Ταξιδευτής,  2016

[3] Τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορία του βιβλίου αυτού, έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 1944, αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανών κατακτητών, πριν δηλαδή, την «επίσημη» έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Κατά κάποιο τρόπο, υπήρξαν προάγγελος για το τι θα επακολουθούσε.

[4] Στη διδακτορική διατριβή του, ασχολείται με την κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού της Πρέβεζας, τα έτη 1945 – 1990

[5] Βλ. στον ιστότοπο:  https://sarantakos.wordpress.com/2016/09/25/parginoskala

[6] Στη συλλογή διηγημάτων : «Θητεία», εκδόσεις Κείμενα, 1979, διήγημα «Μουργκάνα»

[7] Στη συλλογή αφηγημάτων : «Στο ρεύμα του ποταμού» , εκδόσεις Ερμής, 1986, σελ. 143

[8] Περιοδικό «Προκυμαία», τεύχος 2/ Απρίλιος – Ιούνιος 2008

[9] Βασίλης Μπούτος : «Η συκοφαντία του αίματος» , μυθιστόρημα, εκδόσεις Νεφέλη, 1997

[10] Τοποθεσία στα όρια των νομών Πρεβέζης – Ιωαννίνων. Τα γεγονότα συνέβησαν τον Ιανουάριο του 1945, τέσσερις μήνες μετά τα γεγονότα της Παργινόσκαλας και με ισάριθμα, περίπου, θύματα.

[11] Σελ. 117

[12] Σελ. 189

[13] Σελ. 149

[14] Σελ. 76

[15] Σελ. 351

[16] Ο.π.π. σελ. 351

[17] Επιστολές του Καρυωτάκη, προς την Μ.Πολυδούρη και προς τον Κ.Δ. Καρυωτάκη (Άπαντα τα ευρισκόμενα, τόμος Β, σελ. 330,331, Αθήνα 1966)

[18] Σελ. 144

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here