Ποίηση τον Νοέμβριο : Α.Δρίβας, Δ.Ι.Αντωνίου, Παυλίνα Παμπούδη, Θ.Π.Ζαφειρίου (ανθολογεί ο Θ.Χατζόπουλος)

1
291

O Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί Αναστάσιο Δρίβα, Δ.Ι.Αντωνίου, Παυλίνα Παμπούδη, Θ.Π.Ζαφειρίου για την προσωπική του στήλη «Ανθρωπογεωγραφία»

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

(1899-1942)

 

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ βρήκαμε τη γεύση και το χρώμα

και το βαθύ γαρύφαλλο του κάκου θα μαδήσει

στα φλογερά σου δάχτυλα σα νέφος μες στη δύση.

 

*

 

ΟΙ ΔΕΙΛΙΝΕΣ ΑΧΤΙΔΕΣ θα ματώσουν σε βουνοκορφές τα δάχτυλά τους

ο ταξιδιώτης θα γυρίσει.

Ηλιοπεταλούδες ηλιοτρόπια μεσημβρινοί ορίζοντες θα νοσταλγήσουν

την επιστροφή του.

Στο ραγισμένο τζάμι του φτωχικού σπιτιού θα τρυπώσει ο βουρκωμένος ήλιος.

Θα γυμνωθεί: θα καρφωθεί στον τοίχο ο σκελετός του.

Η αμυγδαλιά του κήπου θα τινάξει το χιονισμένο ρούχο της

κατακάθι πικρό που σημαδεύει την ανθρώπινη μοίρα.

Κι ο ταξιδιώτης δε θα φανεί.

 

*

 

ΩΧΡΟ ΣΤΑΦΥΛΙ φάγαμε το μήλο το κυδώνι

το δειλινό μας πρόφθασε μονάχοι να κοιτάμε

φθινόπωρο! πικρή ευωδιά το φύκι ευωδιάζει.

 

*

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ γυρέψαμε κοχύλια

βότσαλα πλυμένα

φύκια της περασμένης νοτιάς.

 

Ποιο γόνατο

γυμνής ανάλαφρης γυναίκας

και στήθος

αφροσταλιάζει;

 

Το αίμα και τα κόκαλα

και το σφυγμό μετρήσαμε

μα δε σου βρήκαμε

τη διάφανη ερωτική καρδιά.

 

*

 

ΜΙΣΟΦΩΤΙΣΤΕΣ ΓΡΙΛΙΕΣ στενάζουν στον τοίχο

μεθυσμένοι περνάνε τον έρημο δρόμο.

 

Ένα παιδί κομματιάζει τη γροθιά του στην κόχη

– μισοφώτιστες γρίλιες μισοπνίγουν το κλάμα

κι ένα τραίνο σπαράζει μακριά μες στο χιόνι.

*

 

ΛΙΓΕΣ ΕΙΝ’ ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΜΑΣ στην αβέβαιη ζωή μας

(σταθμοί αναχωρήσεις) για να τις ξαναβρούμε

στο ίδιο σημείο το πολικό γυρίζουμε πάντα.

Το σώμα κυριεύει την ύπαρξή μας.

(ΜΙΑ ΔΕΣΜΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΌ, 1937)

 

 

 

 

 

 

 

 

Δ. Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

(1906-1994)

 

Ι

Εμπόδιο σε τι;

 

Θυμήθηκα το χαιρετισμό του σινιάλου

από τέσσερα μίλια που μας είδες

σαν γυρνούσαμε ύστερ’ από χρόνια.

 

Γνώρισες το καράβι

με τ’ όνομα του ξανθού ήρωα

–σπόρου της θάλασσας με μοίρα στεριανή–.

 

Δε σου φέραμε τίποτ’ άλλο από ιστορίες

μακρινών τόπων ανάμνησες

από πράγματα κι αρώματα πολύτιμα.

 

Μη ζητάς το βάρος τους στα χέρια σου ˙

τα χέρια σου πρέπει να είναι λιγότερο ανθρώπινα

για όσα κρατήσαμε στην ξενιτιά ˙

την πείρα της αφής, τον αγώνα του βάρους,

τα χρώματα τα ξωτικά

να νιώθεις μόνο τα λόγια μας

απόψε που γυρίσαμε.

 

Εμπόδιο σε τι

το κατάρτι που σου γνώρισε

το γυρισμό μας;

 

VIII  Οι κακοί έμποροι

 

Κύριε, άνθρωποι απλοί

πουλούσαμε υφάσματα,

(κι η ψυχή μας

ήταν ύφασμα που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια

η πηγή και τα ρούπια ήταν σωστά

τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμίς ποτέ:

η αμαρτία μας.

 

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.

Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά

–πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα–.

Τώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε

μέτρησέ μας ˙δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας ˙

Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1939)

 

 

Μα πιο μπερδεμένη η ζωή από τους κάβους και τα σύρματα,

κ’ η καρδιά βαρύτερη από τη θάλασσα

κι από τον ουρανό ˙

και πιο πικρή η ζωή από … μα φτάνει!…

Ένα θολό τραγουδούσες πρωί τότε

κι ο ήλιος δεν είχε πεθάνει

τι δε μπορούσε η καρδιά να ξεχνάει…

 

Το καράβι μπήκε σε δρόμο από τότε μακρύ

και μαζί γέρασε σε ιστορίες˙

μια ιστορία λέω τώρα,

πώς είχεν αρχίσει,

πως μ’ οποιονδήποτε τρόπο κανείς αρχίζει

κι ό,τι δοκιμάζεις σε δοκιμάζει

κ’ ύστερα περνά, το ξεχνάς ˙για πάντα λες,

έτσι νομίζεις;

Ως τον τελευταίο χαμό ˙

τότε ξανάρχονται μαζί όλα τα περασμένα…

 

Σ’ έναν άδειο κόσμο ο μεγάλος χαμός,

στην άδεια θάλασσα, όπως τώρα ο Πηλέας που κοιμάται

του πάνω κόσμου ο αντίλαλος τον κάνει και σφύζει

καθώς γερμένος στο πλευρό του λαβωμένος…

Μπορεί στ’ όνειρό του,

αν είν’ αυτό, θα ’ναι σίγουρα η φωτιά

στο σκοτεινό βασίλειό του λήθη ˙

λένε πως όλα περνούν ˙

μα κ’ η καρδιά σα δεν καίει στον πάνω κόσμο,

σωπαίνει

κ είν’ η σιωπή της λήθη.

Ας είναι αυτό το τραγούδι λοιπόν

γι’ αυτούς ξαφνικά που κοιμήθηκαν με καράβια

από φωτιάς αμάχη, πόλεμο ˙

ή από της αχόρταγης ερωμένης μας άλλη πικρή μοίρα,

αρχή και τέλος της ιστορίας

ν’ ακουστεί στο σκοτεινό βασίλειό τους

μ’ όλα τα χρώματα και τη δίψα της ζωής που αφήσαν,

νανούρισμα,

ίδιος σκοπός μ’ εκείνον που λένε

στα νησιά οι μητέρες μας

τ’ αρμυρά παιδιά τους κοιμίζοντας…

(ΙΝΔΙΕΣ, 1967, απόσπασμα)

 

Ύπνος του νερού

στα μάτια σου κοιμάται,

το χρυσό βράδυ.

 

Για να μη σβήσει

γράφω στο νερό τούτο:

έν’ άστρο πέφτει!..

 

Στη μαύρη νύχτα

ζωγραφίζω γιασεμιά

να ξημερώσει.

 

Μέρα και νύχτα

την ομορφιά σου καίει

για να χορτάσει

 

Όταν φώναζες

τ’ αγριολούλουδα

ο Θεός στεκόταν πλάι

(ΧΑΪ-ΚΑΪ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ, 1972)

 

 

 

 

 

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

(1948)

 

ΑΛΛΟΘΙ

 

Νυφικό το χαρτί και γράφω

Κυρτωμένο το φως και φθίνω

 

Μακραίνουν οι ίνες της φωνής

Καθώς βυθίζεται

Ακούγομαι πιο δυνατά

Καθώς βυθίζεται.

 

Υπονοώ περισσότερα

Απ’ όσα μπορώ να φανταστώ

Γράφω –

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Ασφαλής ο κόσμος και το σπίτι

Με μικρά παράθυρα

Που βλέπουν σε παράθυρα

Που βλέπουν σε παράθυρα –

 

Κατοίκησα σεμνά.

Κρύβοντας σαν αισχρές φαντασιώσεις

Την καρδιά μου τα νεφρά και τα έντερα

Τον εγκέφαλο το συκώτι τους πνεύμονες

Το κουβάρι των νεύρων τη ντροπή των εκκρίσεων

Την πρόθεση την πράξη και το αίμα τους

 

Εμένα και το λάθος πνεύμα

Που χτυπιέται με στριγγλιές

Μες στο μπουκάλι του –

 

ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΙΕΣ

 

Η έρημος της δύσης

Στα κίτρινά μου μάτια με τα δάκρυα

 

Στο στήθος μου με τους καπνούς

Βουλιάζει

Χνάρι θεού

Ακόμα τούτη η άνοιξη

Που σκουληκιάζει –

(ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, 1977)

 

 

 

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

Θα μάθω γράμματα (το α κυρίως)

Θα μάθω αριθμούς μέχρι τον συν/πλην άπειρο

 

Κάθε εφτά

Έντρομοι

Ένορκοι πρόγονοι θα μ’ εξετάζουν.

Όλη την ύλη:

Από βιβλία, από ζωγραφιές,

Από λεκέδες υγρασίας, από ξένο ύπνο,

Από νερά του ξύλου, από ίσκιους,

Από ψυχή, από σκοτάδι, από άλλα ορυκτά.

 

Θα με ρωτάνε, θα ’μια η απάντηση.

Δεν θα περνώ στην άλλη τάξη.

 

ΨΗΛΑ, ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΛΑΔΙ ΤΟΥ ΠΥΚΝΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

 

Σαν μαγική εικόνα: πού είναι το παιδί;

Πού είναι το πουλάκι, ο κυνηγός;

(Αν κοιταχτεί ανάποδα, φαίνεται, άραγε, το μέλλον;)

Μαύρα κλαδιά, εμποδισμένα σχήματα, φαντάσματα

Σκιές και φύλλα μπερδεμένα ασφυκτικά.

 

Το κοριτσάκι.

Δεν διακρίνεται. Μόνο

Η θριαμβευτική κίνηση των χεριών.

Το πρόσωπο, μια φωτεινή κηλίδα, χωρίς μάτια.

Δεν σκέφτεται πως θα κατέβει, σκέφτεται

Να μην ξανακατέβει;

 

Σαν μαγική εικόνα: σε ποια έλικα,

Σε ποια κυψέλη, σε ποια κρύπτη

Πού είναι ο φωτογράφος;

Πού

Η ίδια η ανάμνηση;

 

ΜΕ ΧΙΤΩΝΑ, ΣΕ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

 

Ποιος απ’ τους εαυτούς μου; Ποια εποχή;

 

Περήφανα

Με τα μαλλιά ψηλά

Στο μέτωπο ταινία (ίσως γαλανή)

Βόστρυχοι σύμφωνοι, φωνήεντες, κοιτάζω το φακό

Μνημείο άλλης.

 

Το ένδυμά μου ανεμίζει φιλελεύθερο

Σε μιας αρχαίας Άνοιξης το αεράκι

Μισολυμένα τα σανδάλια απ’ την προσπάθεια.

 

Στο βάθος, άδειο το προαύλιο, οι θεατές έχουν πια φύγει.

Άδειος ο χρόνος, σ’ όλο του το μήκος

Απ’ το εξήντα

Ως την άγνωστή μου πρόγονο.

 

Ο Επιστάτης μόνο ˙

(Θα περιμένει, ίσως, να κλειδώσει)

Η σκιά του δείχνει απόγευμα.

 

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

 

Δε φαίνεται το ψηλοτάβανο του χώρου

Ούτε ο χρυσοποίκιλτος καθρέφτης, ο πελώριος

Με τα φαντάσματα πασών των γενεών

Μισοπνιγμένα στον φθαρμένο του υδράργυρο

 

Μόνο το δρύινο γραφείο, βαρύ, σε ύπνωση

Μόνο δυο πόρτες, κλειδωμένες

Να μην μπορεί να έρθει ή να φύγει τίποτα.

 

Ο Άγγελος θα ’ναι στο βάθος, εκτός πλάνου

(Ακούγεται το πιάνο στη φωτογραφία).

Οι άλλοι δύο έχουν κι αυτοί από καιρό πεθάνει ˙

Λείπει ο τέταρτος.

 

Μόνο το μαύρο του καιρού

Το κλειστοφοβικό του απογεύματος.

 

Τα πρωινά όμως ήταν ευρύχωρα

Και επικοινωνούσαν

Με τον Εύριπο, θυμάμαι

Καθώς αέρας σιελ φουσκωνε το δωμάτιο

Σε άλλες διαστάσεις.

 

Τα αντικείμενα στο πρώτο φως

Ήταν αλλιώς θυμάμαι:

Αίφνης αυθύπαρκτα.

 

Σα ν’ άρχιζαν μόνο –σαν άσκηση–

Την καθημερινή καταγραφή

Πριν απ’ το σφράγισμα.

(ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ, 1999)

 

 

 

 

 

 

Θ. Π. ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

(1952)

 

ΕΡΕΤΡΙΑ

 

Δεν είναι λυγμός

αυτό το νερό

μεσ’ στην παλάμη

ή πίσω από τα βλέφαρά σου ˙

μόνο σιωπή του νερού,

τα «αύριο» και τα «ποτέ»,

εκείνα τα πολύ μικρά ferry boats

από μακριά,

που δεν καταλάβαινες

αν φεύγουν.

(ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, 1988)

 

ΙΘΑΚΗ

 

Διψώ. Όχι, ωστόσο, απ’ το νερό

Μ’ από τη στέρησή του ξεδιψώ.

 

Τόσο με λύπησες.

 

Σαν το ψωμί, χαράματα

Στους φούρνους του στρατώνα

 

Κι εγώ στην ίδια την σκοπιά

Απολυμένος, από είκοσι και πλέον χρόνια

 

Τρελός ή ακόμα

Μεθυσμένος απ’ την μυρωδιά

 

Τίποτε δεν με χόρτασε.

 

Ούτε το κυνήγι των ταξιδιών

Ούτε οι γλώσσες των τσακαλιών

 

Κι αν με ακούς, που δεν μιλώ

Στις χώρες του βορρά

Είναι που της δικής μου

Της μοναδικής μου

Έγινα βορά.

 

ΣΚΗΝΙΚΟ

 

Σπίτια του απογεύματος

Μέσα στ’ αραιωμένα φώτα ενός πρωϊνού.

Λίγα παλιά διώροφα με υπόγειο

Όλα στην θέση τους εκεί ˙

Η τηλεόραση να παίζει, η πόρτα ανοιχτή

Οι περαστικοί

 

Σαν εκκλησία

Μια συνεχής προετοιμασία

 

Αυτού γυρίζω

Στην συνοικία του εαυτού μου

 

Τα πλάνα που διαδέχονται την ζωή μου

 

Πράγματι άνθρωποι που αγάπησα

μεταχειρίσθηκα

αντικατέστησα

 

Με τον θάνατό τους μ’ έχουν συγχωρήσει

Οι γονείς μου

Και τα παιδιά μου

Με την γέννησή τους.

 

ΠΑΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Την γλώσσα μου δεν θα μιλήσουν

Τα παιδιά μου

Καθώς θ’ αναθυμούνται την ζωή μου

Άξαφνα θα την καταλάβουν.

(ΑΠΟΒΑΡΟ, 1997)

 

ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ

 

Σαν γυναίκες

Τα ταξίδια αγάπησα.

Μα πιο πολύ

Έμελλε εκείνο ν’ αγαπήσω

Που μ’ έφερε από μια τους

Πίσω.

Αν είν’ εδώ

Η πατρίδα μου

Δεν είδα.

Κι αν πάλι φύγω

Για πολύ ή για λίγο

Τον εαυτό μου

Πάω να συναντήσω.

 

ΚΡΥΦΤΟ

 

Ξάπλωσε λίγο

Και κοιμήσου.

Βρες τον καιρό

Πριν να σε βρει.

(ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ, 2000)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ