Ποίηση για τον Σεπτέμβριο (Μ.Παπανικολάου, Ζέφη Δαράκη, Αλ. Τραϊανός, Δ.Αρμάος – ανθολογεί ο Θ. Χατζόπουλος)

0
298

 

Ο Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί Μήτσο Παπανικολάου, Αλέξη Τραϊανό, Δημήτρη Αρμάο, Ζέφη Δαράκη.

 

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

(1900-1943)

 

ΔΕΝ ΕΙΝ’ ΕΔΩ…

 

Δεν είν’ εδώ πια λάθη

μεγάλα και τρελά.

Ένα νεκρό φεγγάρι

σωπαίνει εκεί ψηλά.

 

Η πόλη και τα φώτα

είν’ τόσο μακριά,

όπως όταν τα νιάτα

κοιτάζει μια γριά.

 

Κι εγώ βρίσκομαι ξένος

μέσα στον κόσμο αυτό

σαν ένας πεθαμένος

στον ίδιο του εαυτό.

 

DOMESTICA

 

Μια μια οι καρέκλες άδειασαν γύρω από το τραπέζι ˙

στις ισιωμένες κάμαρες ένα παιδί δεν παίζει,

ούτ’ ένα πιάνο, τίποτε – καμιά φωνή με τρίλιες

δε βγαίνει απ’ του παράθυρου τις ισκιωμένες γρίλιες.

Σώπασε κάθε θόρυβος, κάθε συνομιλία,

τρίζουν τα ξύλα απ’ τον καιρό και τη μελαγχολία.

Τα παγωμένα χέρια μας του χαίρε λεν τα χάδια

στις έρημες τις κάμαρες και στα κρεβάτια τ’ άδεια.

Έχει η χαρά των γυρισμών από καιρό πεθάνει ˙

κλείσαν οι πόρτες του σταθμού, βράδιασε στο λιμάνι.

 

Είναι λευκές οι νύχτες μας και μαύρες είν’ οι μέρες,

τις πόρτες με τα νύχια τους σκαλίζουν οι φοβέρες.

Από την κλειδαρότρυπα κοιτάζει κάποιο μάτι ˙

ποιος μένει ακόμα για να δει στο διπλανό κρεβάτι.

 

Μείναμε μόνοι κι ορφανοί. Τ’ αδέρφια μας πού να ’ναι;

Μόνο του φεγγαριού γλυκά τα μάτια μας κοιτάνε.

Κι εκείνου ακόμα τα μαλλιά ξάσπρισαν στους κροτάφους

γιατί, απ’ την πρώτη νύχτα του, βλέπει τη γη με τάφους ˙

μ’ ας μη μιλάμε πια γι’ αυτούς, είναι παλιό το θέμα ˙

πάμε… θα τους ξεχάσουμε… θα πούμε ότι είναι ψέμα…

Φθινόπωρο… Φθινόπωρο… Σαλπίζουνε στα δάση

τα βούκινα που, απ’ τον παλιό καιρό, δεν έχουν σπάσει.

 

Κλαίνε τα δέντρα στην πηγή ˙δάκρυ στάζουν τα φύλλα

ανατριχίλα στο νερό, στο σώμα ανατριχίλα…

Δεν έχει ο γυμνός έρωτας, ρούχο για να φορέσει

και περιμένει ζέστη απ’ το φύλλο που θα πέσει.

 

Ακούμπα το κεφάλι σου στα χέρια και θυμήσου

τώρα που μελαγχολικοί μήνες θα σ’ αποκλείσουν:

Των λουλουδιών η στάχτη απ’ τις ανοίξεις, μες στα χέρια

μας έμεινε, και των καρπών από τα καλοκαίρια.

Στάχτη απάνω στα μαλλιά, στάχτη στη γλώσσα μένει.

Οι μπόρες δεν μας άρπαξαν. Η μουσική σωπαίνει.

Σωπαίνουν όλα: τα πουλιά, τα χείλη, τα βιβλία,

ο κουρασμένος έρωτας, η γνώση κι η φιλία.

Μείνανε τα φαντάσματα των είκοσι χρονώ μας

μες στον καθρέφτη και γελούν με το παράπονό μας.

Βράδυ, βροχή και ταραχή. Στην εκκλησιά σημάναν ˙

έστειλε μήνυμα γλυκό και μακρινό η καμπάνα.

 

Δεν ήταν πια το κάλεσμα που άκουγα πολύ νέος –

ήταν φωνή για προσευχή γαλήνια κι όλο δέος,

που από τα τζάμια πέρασε κι ήρθε στην κάμαρή μου

κι ήταν σα να ’ναψε ένα φως στη σκοτεινή ψυχή μου.

 

Κι έμοιαζε σα να μου ‘’λεγε πως ίσως, κάποια μέρα

ό,τι δε βρήκαμε στη γη, θα το βρούμε εκεί πέρα.

 

 

 

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

(1939)

 

ΓΑΛΑΞΕΙΔΙ

 

Τα σπίτια θυμούνται με το χνούδι του χόρτου

σκαλωμένο στις πόρτες και τα παράθυρα

Σιγά σιγά ήρθε η καταστροφή

σιγά σιγά μικρήναν τα καράβια σαν παιχνίδια

στη βιτρίνα του τοπικού μουσείου

Έπειτα η παραλία ερημώθηκε από άθλιες ταβέρνες

Ένας ένας οι ναυτικοί γίνονταν γκαρσόνια

και πορτιέρηδες

κι η μνήμη σύρθηκε στις λιγοστές γρηές

Παρ’ όλα αυτά μια θέα παλιά υπάρχει πάντα

απ’ τα δρομάκια που ανηφορίζουν πέφτοντας

στη θάλασσα

 

Η ίδια ακριβώς εκείνη όταν το Γαλαξείδι ανθούσε ακόμη

(ΕΜΠΛΟΚΗ, 1971)

 

ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ Η ΑΧΑΡΙΣΤΗ

 

Μάτια που αρνούνται να υπακούσουνε

στα δάκρυα

Δάκρυα που τρέχουν κάπου αλλού

περ’ απ’ τα μάτια

Εκείνος ο παλιός καιρός έφυγε πάει,

περνάει ανάμεσα στους τωρινούς καιρούς

Δεν ξέρουν να συλλαβίσουν τα’ όνομά του

 

Μάτια που λάμπουνε κατάστεγνο φως

Σώματα που τελειώνουν

στη μαύρη σημαία της σιωπής

Η μνήμη ηχώ μεσ’ στον καθρέφτη

 

Οι παλιές μέρες δε γυρίζουν πίσω στο παρόν

να ρίξουν μια ματιά

Παρακαλούν να φύγουνε τα τωρινά

Να μείνει εκείνο το άλλο φως που

θα ’ρχονται τα δάκρυα να περιγράψουν

(ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ Η ΑΧΑΡΙΣΤΗ, 1992)

 

Με ξεσήκωναν απ’ τις πληγές μου

Είχα το σκοπό ου

Και με γυρνούσανε στην Ήπειρο

μ’ ένα φουστάνι πυρκαγιάς

Από τότε που πνίγηκε ο πατέρας

κι η μάνα δεν είχε συμβουλή

 

Όμορφη μεσ’ στις όμορφες

και μέσ’ στο σώμα μου ένα πύργος

για ν’ ανέβω

 

Καλός γάμος η υπομονή

Πραγματείες… Σκόνες σελίδες… Μα δίχως

έρωτα δίχως

Κι εκείνο το καλό παιδί

χωράει δε χωράει μέσ’ στα στέφανα

Παίζεται δεν παίζεται με το φιλί

(Η ΘΛΙΨΗ ΚΑΙΕΙ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ, 1995)

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΩΝ ΕΡΩΣ

 

Δεν οδηγήσαν πουθενά αυτές οι κακώσεις

που έσυραν τη μνήμη μου σε

χρονολογίες γεννήσεων

χρονολογίες θανάτων

Έτσι κι αλλιώς κάθε στιγμή ανήκει

στο παρελθόν της,

ακόμη και οι βεβαιότητες που ανέμιζες

Διότι πίσω απ’ τα δαχτυλίδια

χορεύαν ξένα σώματα

 

Δεδομένου του αττικού καύσωνος

κάθε βεβαιότητα είναι επισφαλής

και ονειρώδης

(ΩΣΑΝ ΛΕΞΕΙΣ, 1998)

 

Σε ονομάζω θα πει

σε χάνω

 

σε σωπαίνω λοιπόν

μεσ’ στα χρόνια

αμνηστεύοντας

τα εγκλήματά μου

 

Σιωπή και σε σωπαίνω,

σε μεγαλώνω μέσα μου

σα να ’σουν θαύμα

 

και ψηλαφίζοντας το ανείπωτο

σαν το χέρι ενός παιδιού

κάτω απ’ την άμμο

 

σιωπή και σε σωπαίνω

(ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΕΝ ΟΔΥΝΗ, 2002 )

 

ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

 

Στο βάθος του ορίζοντα

τρέχει ασταμάτητα

εκείνο το απαστράπτον μαύρο

με τον αόρατο αναβάτη

 

Την κυνηγάει τη λάμψη

δε τη φτάνει

 

τρέχει κατά μήκος της θλίψης

Περιμένω όλο ρίγος τον ερχομό του

(ΣΕ ΟΝΟΜΑΖΩ ΘΑ ΠΕΙ ΣΕ ΧΑΝΩ, 2008)

 

ΣΤΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ ΤΩΝ ΗΧΩΝ

 

Ενός ευτελισμένου παραδείσου παιδιά,

οι μέρες μας άνεργες

σαν γάτες με τρίχωμα ορθωμένο

Πίσω μας εσείς

Οι συμμορίες ποιητών

 

Κι η μελωδία μας

παλτό κουρελιασμένο δεν ανέχεται

καμιάς «αλήθειας» το ξόανο

στη λαιμητόμο των ήχων

 

Γιατί ο Χέντριξ

έβαλε φωτιά στην κιθάρα του

Γιατί ο Όουενς

συναγωνιζόταν στις κούρσες τα άλογα

 

**

 

Σκοτεινή η σκάλα

σκοτεινό το σπίτι

σκοτεινά τα τοιχώματα της μνήμης

απ’ όπου φεύγοντας

άφησα το χρόνο να στάζει

 

Με πλησίαζε

μια σκουριασμένη ομίχλη στους ελαιώνες

 

Και κάτω στη θάλασσα

γέλια κουδούνιζαν

και ίσκιοι λουομένων

παιδικών χρόνων

(ΕΡΗΜΩΝΕ, 2012)

 

μα τι να συνηθίσω να

συνηθίσω τι, μα

να συνηθίσω, τι

Επειδή το χέρι σου

έσφιγγε το τέλος της ζωής μες στο δικό μου

Επειδή όσα ζήσαμε παγώνουν σιγά σιγά

το χρόνο των ποιημάτων που δεν τα ενδιαφέρει

η αθανασία

αλλά το πώς θα διαπλεύσουμε αυτή τη σχισμή

του παγερού ρίγους που μας διασχίζει,

εσένα ως το επέκεινα του αποχαιρετισμού

που κλέβει με το σήμαντρο τη φωνή του

κι εμένα,

ως το επέκεινα ενός μισοφαγωμένου κατόπτρου

που στο εξής θα αποκαλείται ζωή

 

Και το ότι δε θα ξανααπελπιστείς πια

μεσ’ απ’ τα μαύρα σεντόνια του λόγου

που σε τύλιγε σε ξετύλιγε αγάπη μου

ο εξ ύψους εφιάλτης

ας είναι αυτό, ο παράδεισός σου

(Η ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΒΕΓΓΑΛΙΚΑ, 2014)

 

 

 

 

ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

(1944-1980)

 

ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΤΩΡΑ

 

Πλησίασε τώρα που τα νερά ανεβαίνουν

Πλησίασε τώρα

Η ομίχλη μας κρύβει απ’ τα περιττά βλέμματα

Κι ο πάγος σκέβρωσε τα τελευταία ίχνη

Των ξένων που πέρασαν

Έτσι κανείς δε θα μας δει

Πρόσωπο με πρόσωπο

Όπως θα με ξεντύνεις

Γυμνόν αλλόφρονα κι ωραίον

Θα μαζέψω όλες τις μέρες

Θα περπατήσω πάλι στα ίδια σπίτια

Θ’ ανασάνω πάλι τη θάλασσα

Και με την τελευταία δύναμη

Θα ξεκρεμάσω απ’ τις μέρες τα σπίτια τη θάλασσα

Όλα μου τα δάκρυα

Όλα μου τα βήματα

Όλες μου τις ανάσες

Θα στα δώσω

Για να υπάρξω

 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

 

Κόσμε σβησμένε απάνω μας

Τα βαθιά πατήματα στα πλακάκια μιας άλλης ζωής

Ξυπνούν απ’ τον ίδιον αγέρα

Το ίδιο φύσημα μες απ’ τα δέντρα προς το ακοίμητο δέρμα

 

Κι αυτό το ποτήρι αυτό το άσπρο μισογεμάτο ποτήρι

Ήταν μισογεμάτο ραγισμένο

Κανείς δεν άλλαξε κανείς δεν ήρθε να τ’ αλλάξει

Να πει τουλάχιστον μην πίνετε

 

Στέκεται πάντα κάτω απ’ τα μάτια μας

Μες στη ζωή μας στέκεται βουβό μισογεμάτο ραγισμένο

 

Γερασμένοι ήχοι του τότε σταλάζοντας μέσα μας

Γερασμένε με πράγματα που πονάνε μαζί μας

Κόσμε σβησμένε απάνω μας

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

 

Από ’δω που κάθομαι θα βλέπω τους ανθρώπους

Το φως ακόμη ανάμεσα στα στερνά βήματα του καιρού

Φως τόσο μακρινό για κάποιον

Σα να μην ήρθε ποτέ στα χέρια σου

Στο σβηστό μου παράθυρο

 

Μας έδεσε το φως μας έδεσε με τόσο σκοτάδι

 

Θα σηκώνομαι κάποτε θα ξεθάβομαι

Θα σηκώνομαι από ξύλο και ένδυμα

Χέρια και θρύψαλα σμιγμένος θάνατος

Πτώση μέσα στην πτώση ως την τελευταία πτώση

Την τελευταία βαράθρωση

Μαζί με τα λουλούδια που έκλαψαν πάνω στα λείψανά τους

Κι εκείνο το χέρι κίτρινο

Μες στα μαλλιά χωμένο της σελήνης

Πιο φαγωμένο κι απ’ το τίποτα

 

ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΜΑΤΙΑ

 

Τίποτα από μάτια

Δεν υπάρχει ούτ’ ένα βλέμμα να μας σηκώσει

Μόνο αυτό το κουρέλι πηγαινοέρχεται

Τσακισμένο απ’ τον αέρα

Δίχως χτες και σήμερα

Μέλλον και αύριο

Στο άδειο μιας σκοτεινής νύχτας

Ανάμεσα σε νεκρά διαστήματα

Και μαρμαρωμένα πουλιά

Πίνοντας όλο και πιο πολύ

Το μοναδικό του ερημικό θάνατο

Σα μια ατέλειωτη βροχή

 

ΕΖΗΣΑ ΩΡΕΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ

 

Αργή μεσάνυχτη φωνή

Κουρασμένο βήμα δίχως επιστροφή

Πίσω από λείψανα ήλιων και φασματικά σκισμένα χρώματα

Με νεκρές δυνατότητες περιστεριών η φυγής

 

Αργή μεσάνυχτη φωνή που λιγοστεύεις

Κανείς δεν υπάρχει να μιλήσει κανείς ν’ ακούσει

Κι ας αντιλάλησες με τον πιο βαρύ σου θρήνο

Κι ας σκόρπισες τη ματιά σου στη ζωή

Αυτό το πρωτόγονο έστω που ζωή τ’ ονομάζεις

Μέθη στιγμών και νοσταλγία ήχων

Και νύχτα απέραντη νύχτα

 

Θ’ ακουμπάς στις πιο κλειστές μου γωνίες

Ανεπανόρθωτο όνειρό μου

Θ’ ακουμπάς στον ήχο των πραγμάτων και της μνήμης

Σ’ αυτό το κάποτε πρόσωπο

Θα σε ταξιδεύει η μουσική

Η πικρή μου αντήχηση η άδεια μου θάλασσα

 

Έζησα ώρες ατέλειωτες

Μέσα στον μαύρο ουρανό που ξεψυχούσε

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΡΕΣ (1973)

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ

(1959-2015)

 

ΟΡΙΟ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ

 

Μυσταγωγία είναι κι όταν

Δυο αδελφές ματιές αλληλοσφάζονται

 

Έξω από τα’ άγιο βήμα

Αθώα καμιά.

 

ΕΞΟΔΟΣ

 

Στο βάθος παραμένει αλύγιστη μια θέληση ζωής και μια κατάρα

Εκεί που οι στίχοι γύρευαν δικαίωμα

 

Προβαίναν όμως τα δυο χέρια σου

Με τη ρυμοτομία τους    κανονική κι αλάνθαστη

Και πάντα ξέφευγες εσύ με μαεστρία

 

Έρχεται πάντως η καρδιά πάλι στη θέση της

Στις αρτηρίες μου κυλά το αίμα πάλι

Μηδαμινότατη διακύμανση    παλιά κι ανούσια ιστορία

Συμβαίνει σ’ όλους.

 

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΝΟΥ: Η ΧΑΡΑ

 

Σώματα ηδύποτα που αφρίζουν

 

Σαν έρχονται κοντά

Ό,τι σε δαύτα σε μεθά

Οράματα και ξωτικά

Δεν το σκορπίζουν.

 

ΕΥΘΥΜΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

 

Ο έρωτάς μας σώθηκε μέσα στα κοίλα πλοία

Σκέδασε

Λάδι από τον παλιό κορμό

Γυναίκειου θάλαμου άλμης

Ίδιος με νόστο καλοσύνης

 

Πέτρα

Μια πέτρα που λαλεί

Τον λέει με τ’ όνομά του

 

Αυτός δεν φθέγγεται

Γιορτάζει

 

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

 

Το πρόβλημα του κόσμου   λόγια απλά

Ό,τι γι’ αυτόν μπορούμε να γνωρίζουμε

Δεν είναι ο χρόνος ως συνεστραμμένος βρόχος

Δεν είναι ο χώρος μια ουροβόρα φιάλη

Δεν είναι οι άπειρες μονάχα όψεις της τύχης

Παρά που η μνήμη αδυνατεί να συγκρατήσει

Κάτι που ίσως ξανάγινε

Μέσα στην αναστάτωση την ύφανση την ξύφανση

Τόσες στιγμές που μας ορίζουν και μας χάνουν   είναι η μνήμη

Που αρχίζει πάντα απ’ το μηδέν χωρίς ανία.

 

ΕΚΤΩΡ

 

Ένα μονάχα πρόσωπο

Στην πρωταυγή του κόσμου

Πανάκριβο όσο ολάκεροι στρατοί

Γιατ’ η ψυχή του δεν ήταν στον πόλεμο

 

Κι αν ο τεχνίτης γρηγορεί και ξέρει

Τι καρδιά

Να χτίσεις τέτοιον ήρωα

Για να λάμψει

Πάρα

Πάνω

Κάποιος άλλος!

 

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΆΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΗ

 

Δε θα ’δινε κανείς ούτε μια μέρα απ’ την τρεχούμενη ζωή του για τη δόξα

Και θα ’δινε όσες του μελλόντανε ζωές   με κάθε πίστη στην υπόσχεση

Για νιότη πρόθυμη και υγεία και λάμψη

Ιδίως κωπηλατώντας έξω από το κέντρο του

Πλην όλοι αλλιώς    διαψεύδοντάς το

ε ι ς   μ ά τ η ν

 

Στη δίχως όρια χόρδιση της στάφνης

Ανάμεσα σε εντερικούς βορβορυγμούς κι έναν Vivaldi απ’ τα επουράνια

(Δεν είναι τιποτένιο)    υπάρχουμε όλοι   απαραιτήτως   πάντοτε

 

Το φως έχει στα σκοτεινά μας σπλάχνα αγκιστρωθεί

Και μας σηκώνει

 

ΠΡΩΙΝΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

 

Όχι δεν έχω γεννηθεί για τη μελαγχολία

Ώρα να πάψει ετούτο το μονότονο τραγούδι ετών

Υπάρχει έξω από μένανε ο καιρός

Και πάνω απ’ τον καιρό που μόνο φθείρεται

Το θαύμα των σωμάτων

Ό,τι πνευματικότερο χάρισε ο ουρανός

Στα πλάσματα που κλαίνε για να παίζουν

 

ΤΥΧΕΣ ΑΝΤΙ΄ΚΡΥ

 

Ιάσων    τον πρόσμενε ο πατέρας να του παραδώσει το βασίλειο

Τον άλλον τον Θησέα τον βρήκε η διαδοχή μάλλον απρόσμενα

Φύγαν κι οι δυο απ’ τους τόπους αριστείας τους με τις βασιλοπούλες

 

Η μάγισσα έσπειρε παρελθόν και μέλλον στο καζάνι του έρωτα

Του Μίνωα και της Πασιφάης η θυγατέρα ίσως θεώθηκε

Η μια στην αγκαλιά της ζωής

Και η άλλη στου θανάτου

 

Παιδιά στο μύθο χωρίς όνομα!

 

 

ΑΝΑΝΗΨΗ

 

Την ίδια τούτην ώρα    ουδόλως μια ξεχωριστή

Κάποιοι παραπατούν στη σκαλωσιά τους

Κι άλλοι πηδάνε από παράθυρα αποβάθρες οδογέφυρες

Αδημονούν σε χειρουργεία τουρτουρίζοντας χιλιάδες

Σε κοιμητήρια συνοδεύουν πρόσωπα που αγάπησαν

Κάμποσοι αφήνουν τα μωρά τους σε άγνωστα κατώφλια

Ή τεμαχίζουνε με συντριβή καρδίας τις ερωμένες τους

Μαίνονται πόλεμοι θερίζει η πείνα χάνονται

Νέοι άνθρωποι από ανίκητες αρρώστιες

Κι όλο αυτό μένει έξω απ’ την ποίηση       η   ζ ω ή

 

Κλήρα για την αδηφαγία σου

Μια κεφαλή καρφίτσας κι όχι το βουνό

Μια τρίχα της μες στο νιπτήρα σου όχι η κόρη

Η Τρίτη αντιγραφή κι όχι άθροισμα βιωμάτων

Τι λες λοιπόν τι τραγουδάς και χάνεις τη λαλιά σου;

Δεν πας να μάσεις λάχανα να φάει η φαμελιά σου;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ