Ο μυστικός ρεαλισμός του Χρ. Οικονόμου (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
453

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα.

 

«Η ζωή, όπως και η λογοτεχνία, είναι ένα διαρκές πείραμα». Ο Χρήστος Οικονόμου προετοιμάζει τον αναγνώστη του τέταρτου βιβλίου του, στα μέσα περίπου του πρώτου διηγήματος της συλλογής, αφού πρώτα τον  έχει αφήσει να πάρει μια γεύση, για τον πειραματισμό του πάνω σε κάπως διαφορετικά υφολογικά μονοπάτια από εκείνα που τον έχουμε συνηθίσει.

Ακολουθώντας το γνωστό απόφθεγμα του Ντοστογιέφσκι, ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο εξωπραγματικό από την πραγματικότητα», παραβιάζει κατά κάποιο τρόπο την ρεαλιστική συνθήκη και το ρεαλιστικό πλαίσιο των προηγούμενων βιβλίων του, εισάγοντας στη γραφή του το μεταφυσικό στοιχείο. Έτσι οι «Κόρες του Ηφαιστείου», όπως είναι ο τίτλος της συλλογής δώδεκα διηγημάτων (εκδ. Πόλις), κινούνται ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη μεταφυσική, το γήινο και το υπερβατικό, το ορατό και το αθέατο. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, «κάπου στο κενό μεταξύ ουρανού και γης, εκεί όπου σμίγουν πάντα όσα έρχονται από ψηλά κι όσα ανεβαίνουν από κάτω», συμβαίνουν «θαύματα». Άγγελοι, δαίμονες, ξωτικά, αλλά και στοιχεία από απόκρυφα ευαγγέλια και μεσαιωνικά συναξάρια, ενσωματώνονται στη δράση σε «έναν παράφορο σιωπηλό χορό», εκπέμποντας τη δύναμη της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. «Η αγάπη είναι το κλειδί που δίνει νόημα στην κλειδαριά» και «η αληθινή ελπίδα έχει χαρακτήρα απολύτως τραγικό, αφού γεννιέται από τη σύγκρουση της αλήθειας με τον εαυτό της», μας λέει.

Για τον συγγραφέα τα «θαύματα» αποτελούν συστατικό μέρος της ίδιας της πραγματικότητας, είναι «φαινόμενα απολύτως λογικά» και «δεν σημαίνουν την άρνηση της λογικής, αλλά τη θριαμβευτική επιβεβαίωσή της». Άλλωστε, «ένα άλφα αρκεί για να κάνει το θύμα θαύμα», όπως τιτλοφορεί ένα διήγημα.  Ο Οικονόμου αρνείται την πίστη ως κάτι μεταφυσικό. Αντιθέτως, την αντιμετωπίζει ως «αναπόδεικτη γνώση, επειδή η πίστη είναι η τρίτη διάσταση του δισδιάστατου ανθρώπου».

Πάντως, είτε με θαύμα είτε χωρίς θαύμα, οι γυναίκες των ιστοριών της συλλογής, οι «κόρες του Ηφαιστείου», όπως τις αποκαλεί, και οι οποίες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε τούτο το βιβλίο του Οικονόμου, δρουν σε αντίξοες συνθήκες και είναι έτοιμες να θυσιαστούν ή να προσφέρουν στο κοινωνικό περιβάλλον τους. Ακόμη και η μικρή Κάσσια, κόρη μιας πόρνης, σ΄ ένα από τα πιο δυνατά και συγκινητικά διηγήματα της συλλογής (Γάντια από χείλια), πλάθει με τα δακτυλάκια της δόντια από ψωμί και προσπαθεί να τα βάλει πάνω στα σπασμένα της κακοποιημένης μάνας της. «Λοιπόν, μαμά, τα θαύματα γίνονται με πράξεις, όχι με λόγια», και κολλάει το ψωμένιο δόντι πάνω στο σπασμένο, «ψιθυρίζοντας λόγια που μόνο οι Κόρες του Ηφαιστείου ξέρουν». Ή η Αντριάνα, η σύζυγος ενός απολυμένου, ο οποίος αρνούμενος να αντιμετωπίσει στα ίσα την πραγματικότητα, δεν της αποκάλυπτε επί τρεις εβδομάδες ότι είχε χάσει τη δουλειά του και τριγυρνούσε με το αυτοκίνητο στους δρόμους κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας: «Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ. Κάτι θα γίνει, θα δεις», του λέει εκείνη, θυμίζοντας τον τίτλο του δεύτερου βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου, «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (επίσης από τις εκδ. Πόλις, 2010, όπως και το επόμενο «Το καλό θα ΄ρθει από τη θάλασσα», 2014, ενώ το πρώτο «Η γυναίκα στα κάγκελα» από Ελληνικά Γράμματα, 2003), που του χάρισε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 2011, μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες και είναι από τα πρώτα βιβλία που μίλησαν χωρίς επιτηδευμένο λόγο για τα αληθινά θύματα της οικονομικής κρίσης.

«Κάθε σπουδαία ιστορία είναι σαν εγχειρίδιο οδηγιών που σου δείχνει πώς να συναρμολογήσεις έναν διαλυμένο κόσμο», λέει κάπου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να στήσει τέτοιες σπουδαίες ιστορίες και οι ήρωες και οι ηρωίδες που πρωταγωνιστούν σ΄ αυτές δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τους χαρακτήρες των προηγούμενων βιβλίων του. Παραμένουν άνθρωποι του μόχθου, της «αληθινής» ζωής. Όπως οι τρεις φίλες στο γκρεμισμένο ορυχείο που κάποτε έδινε μισθούς στη γύρω περιοχή, η τεχνικός των ψυγείων που επιχειρεί να διορθώσει το ψυγείο για τα μπιμπερό σε ένα νοσοκομείο για παιδιά, η κόρη που αφηγείται το παραμύθι στον ετοιμοθάνατο πατέρα της κ.ά. Αν στο «Κάτι θα γίνει, θα δεις», οι ελπίδες και οι πόθοι γκρεμίζονταν με την κρίση, και οι ήρωες δεν έβλεπαν τον τρόπο να ξεφύγουν, τώρα οι χαρακτήρες, πάντα ευάλωτοι, προχωρούν ένα βήμα μπρος, αποφασίζουν να κάνουν αυτό το «κάτι», διεκδικούν το καλό, επιζητώντας τη λύτρωση και δίνοντας το «χαρμόσυνο», «αναστάσιμο» (σύμφωνα με το οπισθόφυλλο) μήνυμα του βιβλίου.

Γράφοντας για το «μετά», ας μην σκεφτεί κανείς ότι οι ιστορίες της συλλογής συνιστούν αλληγορίες και ο συγγραφέας κερδίζει εν πολλοίς το στοίχημα να προσαρμόζει τα υπερβατικά στοιχεία  στην ανθρώπινη κλίμακα. Σ΄ αυτό συνδράμουν και τα πολυάριθμα σχόλιά του για τη σημερινή Ελλάδα ή αναφορές του σε επίκαιρα ζητήματα. Διαβάζουμε για χρυσαυγίτες («η παρομοίωση των νυχτερίδων με χρυσαυγίτες είναι ατυχής, λέει ο ένας άγγελος»), για τη δημοκρατία, για την τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας («είναι ότι η γεωγραφική σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη διανοητική και ψυχική της σύνδεση»), για τη σχέση πολιτικών και ψηφοφόρων που την περιγράψει με μια φράση από την ταινία «Τσάιναταουν» – «Είσαι πιο ηλίθιος απ΄ όσο νομίζεις ότι νομίζω πως είσαι». Δεν μένουν έξω ο εξαρτημένος από την τεχνολογία σύγχρονος τρόπος ζωής («δεν υπάρχουν πια κεριά, τα κινητά τηλέφωνα και τα τάμπλετ είναι τα κεριά του εικοστού πρώτου αιώνα»), η ανεργία, τα κάπιταλ κοντρόλ («το σωτήριο έτος 1 μ.κ.κ.», γράφει, που έκλεισε «το ορυχείο του Σαρακηνού»). Δημοσιογράφος ο ίδιος ο συγγραφέας δεν αφήνει απέξω και την θλιβερή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα ο ελληνικός Τύπος – η ηρωίδα του διηγήματος «Εκεί που σμίγουν πάντα», δημοσιογράφος νυχτερινής βάρδιας σε site, αναπολεί «εκείνες τις εποχές, τότε που οι άνθρωποι όχι μόνο διάβαζαν εφημερίδες, αλλά τις είχαν σαν καταφύγιο», λίγο πριν την πλησιάσει μια γυναίκα που συστήνεται ως εγγονή του Στάλιν και την κυνηγάει ο Πούτιν να την σκοτώσει.

Το χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, ακόμη και η παρωδία διατρέχουν έντονα και επιτυχημένα τις «Κόρες του Ηφαιστείου». Εκεί που ο συγγραφέας πειραματίζεται με την μετανεοτερική γραφή, συγχρόνως παρωδεί αυτό τον «πολιτισμό του μετά», του «post», κάνοντας νόστιμα λογοπαίγνια: «Μετακαλησπέρα, είμαι μετάνεργος και μου φαίνεται πως θα μετασαλτάρω» ή «ποστανεργία, ποσταλήθεια, ποσταγάπη». Εκεί που αναφέρεται στο ρόλο του συγγραφέα ή στη βάσανο της γραφής, την άλλη στιγμή λειτουργεί υπονομευτικά: «Οι συγγραφείς ήταν ανέκαθεν αμήχανοι. Απλώς παλαιότερα έκαναν την αμηχανία τους έργο, ενώ σήμερα την κάνουν συνεντεύξεις».

Οι «Κόρες του Ηφαιστείου» ολοκληρώνονται με το δωδέκατο διήγημα, «Σήματα σε ουρανούς πέρα από τον δικό μας», και όλα τα παιδιά του Ηφαιστείου, γιούς και κόρες, επί σκηνής. Εδώ ο Χρήστος Οικονόμου ονοματίζει το συγγραφικό εγχείρημά του, «μυστικός ρεαλισμός», δηλώνοντας με τόλμη ότι είναι ένας συγγραφέας που δεν επαναπαύεται αλλά διακινδυνεύει το καινούργιο και την αλήθεια του. Άλλωστε, «λογοτεχνία είναι η αλήθεια που υπερβαίνει την πραγματικότητα. Αδύναμος δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει θάρρος, αλλά εκείνος που δεν έχει φαντασία».

 

 

info: «Οι κόρες του Ηφαιστείου» Χρήστος Οικονόμου, εκδόσεις «Πόλις», σελίδες  218

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here