Ο διηγηματογράφος Η.Χ.Π.

1
418

του Πρόδρομου Μάρκογλου.  

 

Με την ευκαιρία της παρουσίασης του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου  σήμερα Πέμπτη , 7μμ , στο Μέγαρο Μουσικής αναδημοσιεύουμε ένα παλιότερο κριτικό κείμενο του Π.Μάρκογλου από το περ. Αλφειός, Τεύχος 11ο, Φθινόπωρο ’96. έτος 3ο, Πύργος.

Ο ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πύργος 1930), φθινόπωρο του 1949, καθώς φυσούσε κι ένας Βαρδάρης, φθάνει στη Θεσσαλονίκη ακτοπλοϊκώς. Άθλια και σκληρή εποχή γεμάτη αίμα(1). Θα φοιτήσει στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή(2) το λεγόμενο «τέμενος»(3), χρόνια της σιωπής, της εσωστρέφειας, των σκληρών αποφάσεων αλλά και χρόνια του έρωτα. Θα αποφοιτήσει το 1955 και μετά από μικρή εκπαίδευση στην Αθήνα θα πάρει τους δρόμους. Θα γυρίσει μετατιθέμενος ένα μεγάλο μέρος της πατρίδας μας. Καλπάκι, Βέροια (εκεί παραιτείται και υποβάλλει υποψηφιότητα στις εκλογές του Απρίλη του 1958 γιατί ήταν η μόνη, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δυνατή παραίτηση) διορίζονται αγροτικοί γιατροί, η γυναίκα του Νιόβη στη Ζαρκάδια και ο ίδιος στη διπλανή Χρυσούπολη, μετά από μήνες ανακαλείται στο στράτευμα και τοποθετείται στη Νιγρίτα, μετατίθεται στην Ελευθερούπολη (Πράβι), αμέσως μετά Καβάλα, όπου μένει σχεδόν μια δεκαετία με σύντομες μεταθέσεις Σέρρες και Έβρο, και γυρίζει ακόμη Αθήνα, Πάτρα, Αθήνα, Νάουσα, Αθήνα. Το 1983 υποβάλλει αίτηση παραίτησης και αποστρατεύεται. Αυτή η μετακίνηση από τα σύνορα στο κέντρο, από τις μικρές πόλεις στις μεγάλες και πάλι πίσω και κυρίως διασχίζοντας και ζώντας στη Βόρεια Ελλάδα την εποχή εκείνη μετά τον Εμφύλιο με τους καθημαγμένους ανθρώπους, του έδωσε τη θεώρηση και τεκμηρίωση των μεγεθών. Οδηγήθηκε σε ψυχική και πνευματική ωρίμανση, να σταθεί κοντά στους ανθρώπους ήπιος, ανεκτικός και ανιδιοτελής.

Γνωριστήκαμε στην Καβάλα(4) το χειμώνα του 1960 στα πλαίσια του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών(5). Κοινές αγάπες, ο
κινηματογράφος, η λογοτεχνία κι άλλες συναισθηματικές αποκλίσεις μας έφεραν κοντά. Ακόμη, συνέπεσε το σπίτι του Ηλία και της Νιόβης να είναι πολύ κοντά στο δικό μου (περνούσα τέσσερις φορές την ημέρα από την πόρτα τους καθώς πήγαινα και γυρνούσα στη δουλειά). Σε λίγο το φιλόξενο σπίτι της οδού Θεσσαλονίκης 29 έγινε για μένα, σ’ εκείνα τα φριχτά χρόνια, ένα καταφύγιο.

Εκεί σχεδιάστηκε η Κινηματογραφική Λέσχη Καβάλας και πήραν σάρκα και οστά τα περιοδικά Αργώ(6) και Σκαπτή Ύλη(7). Εκεί στα περιθώρια των συζητήσεων για την Αργώ προέκυψε και το πρώτο διήγημα του ΗΧΠ ‘Οι φρακασάνες’. Θυμάμαι τη βαθιά μου συγκίνηση όταν μου το πρωτοδιάβασε στο μικρό δωματιάκι που είχε διαμορφώσει για εργαστήριο. Το διήγημα τελικά μετά από συζητήσεις δημοσιεύτηκε στην Αργώ, τεύχος 4-6, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1962, με το ψευδώνυμο Θανάσης Χιλιώτης. Δημιουργήθηκαν τότε κάποιες παρανοήσεις γιατί πολλοί νόμιζαν πως συγγραφέας του διηγήματος ήταν κάποιος από το συνοικισμό των «χιλίων»(8), ενώ το όνομα ανήκε σε αγαπητό πρόσωπο του συγγραφέα στον Πύργο.

Η συγγραφή των κειμένων συνεχίστηκε βέβαια. Το καλοκαίρι του 1968 ο Ηλίας πήρε μετάθεση για την Αθήνα. Η Νιόβη ξανάστησε το ωραίο και φιλόξενο σπίτι τους. Τα κείμενα που γράφτηκαν από το 1962 μέχρι το 1968, όλα στην Καβάλα, αποτέλεσαν το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων που τυπώθηκε το 1973 με το όνομα του, χωρίς ψευδώνυμο, και τίτλο Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη. Με το πραγματικό του όνομα γιατί είχε σταθμιστεί η περίπτωση εμπλοκής με την υπηρεσία του και είχε προκριθεί πως η λύση της απομάκρυνσής του από το σώμα ήταν επιθυμητή.

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος τύπωσε μέχρι σήμερα [Το κείμενο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου είχε γραφεί πριν κυκλοφόρησει, η τετάρτη συλλογή διηγημάτων του Η.Χ.Π. Ροζαμούνδη.] τρία βιβλία με αφηγήματα ή διηγήματα (δεν θα αναφέρω εδώ βιβλία του που ανήκουν σε άλλου είδους δραστηριότητες)(10).

α. Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, 1973.
β. Θερμά θαλάσσια λουτρά, 1980.
γ. Γενικός Αρχειοθέτης, 1989.

Σύνολο αφηγημάτων ή διηγημάτων τριάντα πέντε(11).

Το πρώτο διήγημα ‘Οι φρακασάνες’ γράφτηκε το χειμώνα του 1962 στην Καβάλα και δημοσιεύθηκε, όπως προανέφερα, στο περιοδικό Αργώ. Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε το διήγημα ‘Ο Νίκος ο Σερέτης’, γραμμένο το 1965, στο περιοδικό Σκαπτή Ύλη (τεύχος 1, Καβάλα, 1965) και ‘Το Πάρτυ’, γραμμένο το 1966, πάλι στο περιοδικό Σκαπτή Ύλη τεύχος 2, 1966. Τα τρία αυτά διηγήματα δημοσιεύθηκαν με το ψευδώνυμο Θανάσης Χιλιώτης. Αργότερα στο συλλογικό τόμο Διήγημα 1969, εκδόσεις Κάλβος, δημοσιεύθηκε, για δεύτερη φορά, το διήγημα ‘Το πάρτυ’ αλλά τώρα με το πραγματικό όνομα του συγγραφέα. Με αυτό, από ‘δω και πέρα, θα υπογράφει όλα του τα έργα.

Τα τριάντα πέντε αυτά αφηγήματα ή διηγήματα μπορούμε να τα κατατάξουμε στις παρακάτω κατηγορίες:

α. Αφηγήματα, που είναι καθαρά αναμνήσεις, αναπολήσεις, μνήμες καθαρά βιώματα του παρελθόντος(12).
β. Μικτά, όπου η αφήγηση ή η ανάμνηση γεγονότων του παρελθόντος γίνεται με όρους και χρόνους του παρόντος(13).
γ. Αυτά που αναφέρονται ξεκάθαρα στο παρόν με αφηγήσεις και σχολιασμούς του συγγραφέα(14).
δ. Διάφορα ενύπνια που η αφηγηματική τους δομή θα μπορούσε να τα κατατάξει στη β’ ή στη γ’ κατηγορία. Αν αυτό δεν γίνεται είναι γιατί στη συνέχεια ο συγγραφέας έγραψε κι άλλα ενύπνια (βρίσκονται στα αθησαύριστα) κι έτσι δημιουργείται ήδη μια νέα κατηγορία αφηγηματικών κειμένων(15).

Παρατηρώντας τη χρονική εξέλιξη βλέπουμε, από συλλογή σε συλλογή, οι ιστορίες που αναφέρονται στο παρελθόν να μειώνονται ενώ κερδίζουν έδαφος οι μικτές, όπου το παρόν αναμιγνύεται με το παρελθόν δημιουργώντας ισχυρές αλληλεπιδράσεις στην αφήγηση, και φθάνουμε στις ιστορίες που ο χρόνος τους είναι καθαρά στο παρόν και τότε συμβαίνει κάτι το περίεργο, αντί να αναπτυχθούν σε έκταση κι αριθμό ο αφηγητής και οι ιστορίες διαρρέουν σε αφηγήσεις ενυπνίων όπου και πάλι το παρόν και το παρελθόν μειγνύονται με έναν όμως άλλο τώρα τρόπο κι άλλη διάθεση. Το υποσυνείδητο αναλαμβάνει κυρίαρχο ρόλο.

Παρακολουθώντας τα κείμενα (προσωπικά τα διαβάζω από την αρχή μέχρι το τελευταίο κείμενο σαν ένα γραπτό που εξελίσσεται βουστροφηδόν) εμπλέκομαι με τις προσωπικές απώλειες και τους θανάτους.

Αφηγήματα όπου με ελάχιστα υλικά χτίζεται ο μύθος, όπου κάποιες παρατηρήσεις διαγράφουν χαρακτήρες, όπου αντιθέσεις και σχόλια εμπλουτίζουν τις ιστορίες. Αναπολώντας ή ξαναβρίσκοντας παρωχημένους χρόνους ή χρόνους όπου συναντάται το παρόν με το παρελθόν και καθώς προσλαμβάνουμε ένα άρωμα νοσταλγίας και φθοράς στην επιφάνεια του μύθου ή της ομιλίας, στο βάθος υπάρχει πάντα και δηλώνεται με τρόπο υπαινικτικό η οδύνη του ανέφικτου.

Φευγαλέα συμβάντα κρατάνε την εύθραυστη ισορροπία του ασήμαντου της καθημερινότητας και μας προσφέρουν βαθειά ανθρώπινη ουσία: Την αγάπη και την κατανόηση.

Ο συγγραφέας ήρεμος, νηφάλιος προχωρεί στις σύντομες αλλά πολλαπλά πυκνές αφηγήσεις. Ακόμη και στις τραγικότερες στιγμές της αφήγησης δεν εμφιλοχωρεί η μνησικακία αλλά μόνον η στιγμιαία χλεύη. Από τον παρελθόντα χρόνο και τον παρόντα, από την περιγραφή γεγονότων οδηγείται ο αφηγητής προοδευτικά προς μια εσωστρέφεια. Ο εξωτερικός κόσμος απωθείται και περιορίζεται περισσότερο στον υποκειμενικό του χρόνο και χώρο.

Κάποτε τα όνειρα, δυσοίωνα και ανησυχητικά, πληθαίνουν. Η καθημερινότητα στενεύει, οι ανθρώπινες σχέσεις οδηγούνται σε μόνωση και πότε ανοίγεται η δίοδος προς τα ατέρμονα πεδία των ενυπνίων. Η αναζήτηση της έκτασης ενός χρόνου.

Η γλώσσα του συγγραφέα κρατάει το άρωμα ημερών και μια θερμοκρασία ευτυχίας από τα εφηβικά μας χρόνια.

Μια γλώσσα μικτή που χρησιμοποιεί επιλέγοντας όλες τις λέξεις για μια ομιλία πυκνών νοημάτων και ψυχικών εκροών ευέλικτη στη ροή της. Ειρωνική, κατά περίσταση, για ν’ αλαφρώνει το μαύρο.

Γλώσσα υπαρξιακών ενσωματώσεων, δουλεμένη με υλικά διάρκειας.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here