Οι μεταμορφώσεις στο έργο του Γιώργου Μπράμου (του Λ. Ξανθόπουλου)

0
492

Λευτέρης Ξανθόπουλος

 

 

Μια κατάβαση στον κόσμο του συγγραφέα αστυνομικών, κυρίως, ιστοριών Γιώργου Μπράμου.

α. Το ψέμα του λύκου

 

Ο πολιτικός μηχανικός, υπάλληλος στην πολεοδομία Κοζάνης Κυριάκος Ξενίδης, με αφορμή έναν τυχαίο φόνο θα συναντηθεί με τον πολλά υποσχόμενο και ανερχόμενο νεαρό αστυνόμο Νικόλαο Τσάκωνα, της Γενικής Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών και μαζί θα διατρέξουν, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μια ασύλληπτη διαδρομή από περιστατικά και γεγονότα, που κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ίσως και μια ολόκληρη ζωή για να τα διασχίσει.

b4Η φόρμα του βιβλίου, σκόπιμα μας ξεγελάει. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για ιστορία με αστυνομική πλοκή και δράση όμως πολύ γρήγορα διαπιστώνουμε ότι το είδος αυτό της ψευδο-αστυνομικής αφήγησης, στο οποίο αρχικά επενδύσαμε ως αναγνώστες δεν αποτελεί παρά μόνο το αγκίστρι που ρίχνει ο συγγραφές και την πρόφαση που εφευρίσκει για να κατασκευάσει την πλοκή, να κινήσει την δράση και ότι εν τέλει με Το ψέμα του λύκου επιχειρεί και ολοκληρώνει με επιτυχία μια μεστή και σύνθετη λογοτεχνικά κατάθεση, πολιτικού ιδίως περιεχομένου.

Η γραφή του Γιώργου Μπράμου (γεν. Τρίπολη 1952), από το πρώτο ήδη βιβλίο του Βρεγμένο Ρούχο (1993), εμπεριέχει ένα είδος αναπηρίας ή ελλειπτικής τροχιάς και εξηγούμαι. Ο τρόπος που διαπλέκει ο συγγραφέας τις λέξεις, ορίζει τις έννοιες και παράγει τα νοήματα υποδηλώνει ένα διαρκές υπαρξιακό έλλειμμα, που όμως ούτε και αυτή η ίδια η λειτουργία της γραφής του μπορεί να εξημερώνει. Το εκφραστικό αυτό ιδιότυπο εγγράφεται στον τρόπο αφήγησης του Μπράμου, εν συνεχεία μεταλλάσσεται και αναδεικνύεται σε κυρίαρχο εκφραστικό μέσον, το οποίο μετακυλίεται  προς τον αναγνώστη και παγιώνεται με τη μορφή του ύφους ή του στυλ προσδίδοντας στο κείμενο την ιδιαιτερότητα και ενδεχομένως τη μοναδικότητά του.

Το κεντρικό μοτίβο στη θεματολογία του Γιώργου Μπράμου είναι ο εγκλωβισμένος εαυτός, ο παγιδευμένος, αυτός που ζει μια ακίνητη ζωή, το εγκιβωτισμένο άτομο, που βασανίζεται από τον φόβο του ευνουχισμού ή του αυτό-ευνουχισμού. Αυτή η ιδιότητα του ήρωα καθορίζει και τη στάση του απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Ο Ξενίδης, (ο ξένος) θα ομολογήσει:

 Έχω στερηθεί τη θάλασσα και την ανατολή, εγκλωβισμένος πολλά χρόνια στο στρατόπεδο της Κοζάνης. Ίσως σε αυτό το κλείσιμο να οφείλεται η ακινησία στην οποία υπέβαλα τον εαυτό μου.

             Ο Μπράμος, σε τηλεοπτική του συνέντευξη το 2007, απόσπασμα της οποίας μεταφέρω εδώ, και με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Άσπρα Γένια, διευκρινίζει:

Θα σας πω τι είναι ακίνητη ζωή. Ακίνητη ζωή είναι να σηκώνεσαι το πρωί στις οχτώ και να γυρνάς πάλι στις οχτώ το βράδυ χωρίς στο μεταξύ να υπάρχει καμία συγκίνηση και κανένα ρίγος μέσα στη ζωή και την ψυχή σου. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής.

             Η ιδέα της ακίνητης ζωής στοιχειώνει τον συγγραφέα Μπράμο. Η έννοια της ακίνητης ζωής βρίσκεται διάσπαρτη σε όλα σχεδόν τα βιβλία του.

            Ο δύο κεντρικές φιγούρες του μυθιστορήματος, από τη στάση ακινησίας που χαρακτηρίζει την καθημερινή τους ζωή, θα υποχρεωθούν από τις συνθήκες να διαχειριστούν μια ανέλπιστη δίνη γεγονότων, που θα φέρει τον καθένα τους σε αντιπαράθεση τόσο με τον μικρόκοσμο που τους περιβάλλει όσο και με τον κρυμμένο άλλο του εαυτό. Το αποτρόπαιο της αλήθειας που θα αποκαλυφθεί, η καταβύθιση και των δύο στο υπαρξιακό σκοτάδι και τον τρόμο και τέλος η συμπύκνωση του χρόνου που θα μεσολαβήσει, η αυτογνωσία εν τέλει, θα αποτελέσει την ακριβή και πολύτιμη ανταμοιβή τους.

Ο ήρωας στο βιβλίο Το Ψέμα του Λύκου, είναι ένας ξένος, ένας σακατεμένος άνθρωπος. Ξένος μέσα στον ίδιο του τον τόπο και σακατεμένος (χωλός), παραμορφωμένος στην κυριολεξία και μεταφορικά, τόσο μέσα στο ίδιο του το σώμα όσο και στην ψυχή του. Ο Ξενίδης είναι ο μοναχικός, ο ηττημένος λύκος που ζει έξω από την αγέλη, κυνηγημένος από τα φαντάσματα και τους εφιάλτες που στοιχειώνουν τα νεανικά του χρόνια. Στον εσωτερικό του μονόλογο παρατηρεί:

Ο προσωπικός μου χώρος είναι κατά κάποιον τρόπο άβατο. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχει περάσει την πόρτα μου άνθρωπος, κι ίσως σ’ αυτό να οφείλεται το παρατσούκλι που μου έχουνε κολλήσει οι συνάδελφοι. Με λένε λύκο.

             Ο δημόσιος υπάλληλος Ξενίδης μαζί με τον αστυνόμο Τσάκωνα αποτελούν τους δύο διαφορετικούς πόλους του ίδιου προσώπου, τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όμως, ποιά είναι τα στοιχεία που ορίζουν την ιδιότητα του ξένου; Από τι υλικό αποτελείται; Πώς σκέφτεται; Τι βλέπει; Τι ακούει; Πώς αντιδρά;

Η έννοια του δίπολου στην τέχνη της αφήγησης είναι έννοια αρχετυπική και πρωτογενής ή καλύτερα δέσμη εννοιών, που όμως δεν έχει φθαρεί, δεν έχει αναλωθεί, όπως λόγου χάριν άφθαρτη είναι και θα παραμείνει για τον γραπτό λόγο η έννοια και κατ’ επέκταση η χρήση της έννοιας του θείου και της αναζήτησης του θεού.

Οι ενότητες, στις οποίες τεμαχίζεται η δράση του μυθιστορήματος έχουν η καθεμιά τη δική τους κεφαλίδα στο βιβλίο. Αν επιχειρήσουμε ένα μοντάζ και μια εξαρχής επανα-σύνθεση και συρραφή των κεφαλίδων προκύπτει η εξής συναρπαστική κατασκευή:

            Η αυτοπροσωπογραφία ενός δημοσίου υπαλλήλου στην Πολεοδομία Κοζάνης. Η παλιά ιστορία και η σκόνη της Καλλιθέας. Η νύχτα του φονιά και η χαμένη ευκαιρία του αστυνόμου.

            Παγίδα για τον λύκο με το άσβεστο μίσος. Μια μέρα χαράς και μνησικακίας.  Σύλληψη χωρίς δράματα. Τα σχόλια του αστυνομικού που διενεργεί την προανάκριση. Η  επανεκκίνηση.

            Ταξίδι χωρίς επιστροφή σε έναν κόσμο χαμένο. Πρέπει να μπει ένα τέλος. Η μοιραία συνάντηση. Η Ελένη επιστρέφει στον μεγάλο ύπνο. Κέρδη και απώλειες. Αποχαιρετισμός.

Ο υπαστυνόμος Τσάκωνας, το παιδί με το λαμπρό μέλλον στο Σώμα, δεν έχει ακόμα απογαλακτιστεί. Ακολουθεί το επάγγελμα του πατέρα του, μπάτσος κι αυτός, και όποτε αναφέρεται στους γονείς του, τους αποκαλεί ο μπαμπάς και η μαμά. Τη στιγμή της μοιραίας ανατροπής, που θα φέρει τα πάνω – κάτω στην οικογενειακή γαλήνη και τάξη, τη στιγμή που θα μάθει την αλήθεια για τον εαυτό του και την οικογένειά του, ο ψεύτικος και επινοημένος κόσμος μέσα στον οποίο ζούσε όλη του τη ζωή θα σωριαστεί σε χίλια κομμάτια εμπρός του.

Ο αυτοεξόριστος στην ερημία της μακρινής επαρχιακής πόλης Κυριάκος Ξενίδης, ανασύρει από το συρτάρι του τη φωτογραφία της νεκρής Ελένης, του μεγάλου και μοναδικού του έρωτα και με έναν τρόπο σχεδόν νεκρόφιλο συνομιλεί μαζί της. Της λέει ότι, τον μαράζωσε η προδοσία του άλλου και εκείνη του απαντά, θα έρθει ο καιρός να πληρώσει κι αυτός.

Πρόκειται λοιπόν για μια ακόμα ιστορία προδοσίας, με πρόσχημα την αστυνομική πλοκή; Για ένα πολιτικό θρίλερ; Για την ιστορία ενός ματαιωμένου έρωτα; Ο Ξενίδης ζει μαζί με την απελπισία και για την απελπισία του. Από αυτήν τρέφεται. Σε αυτήν επιστρέφει. Ωραιότατα θα του ταίριαζαν οι στίχοι του Κώστα Καρυωτάκη από τα Νηπενθή:

Πάρε απαλά τον οίκτο σου, να φτάσεις,

και πάρε του καημού σου τη γαλήνη.

Στα μάτια μου το χέρι θα περάσεις,

το βραδινό μου δέος για ν’ απαλύνει.

Χωρίς να το γνωρίζει, ο Ξενίδης της Κοζάνης απλώνει χέρι αδελφικό στον «εξόριστο» Καρυωτάκη της Πρέβεζας. Κοινό στοιχείο και στους δύο, που τους φέρνει κοντά και τους ενώνει είναι η απελπισία και η οδύνη. Κουβαλούν και οι δυο τους το τραύμα, την πληγή, το μίασμα όπως θα το ονόμαζε η σύγχρονη παραϊατρική ορολογία. Ο Ξενίδης της Κοζάνης συναντάται μυστικά και συνομιλεί υπόγεια με τον μοναχικό αυτόχειρα ποιητή της Πρέβεζας για το πεισιθάνατο, για τις νεκρές φύσεις, για την κοινωνία τριγύρω τους, που ζει, όπως και ο ίδιος, με χαμηλωμένα τα μάτια, λάθρα και ψεύτικα.

Πόσο πολύ γειτονεύει ο σημερινός Ξενίδης με τον καταραμένο Καρυωτάκη του μεσοπολέμου; Θα ομολογήσει ο ίδιος ο ήρωας κάποια στιγμή:

Τι είναι ο θάνατος; Τι θα πει πεθαμένος; Μια βόλτα στην επαρχιακή πόλη, όπου όλοι σε χαιρετούν τυπικά, παύουν να σε καλούν στις γιορτές τους, τη νύχτα ακούγεται η βροχή που πέφτει μουρμουρητά, θάνατος δεν είναι;

             Όμως τι είναι αυτός ο εσωτερικός μονόλογος των δύο κεντρικών ηρώων στο βιβλίο; Τι συμπυκνώνει και τι προσπαθεί να αποκρύψει; Πόσοι, με ποιόν τρόπο και ποιοί από όλους εμάς τους αναγνώστες, βρίσκονται εξίσου εγκιβωτισμένοι μέσα σε αυτήν ακριβώς τη σταματημένη ζωή, που ενώνει και συγχρόνως χωρίζει τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες;

b5
Γιώργος Μπράμος

Ο Γιώργος Μπράμος, όπως και οι συλλέκτες και δοκιμαστές Μπυβάρ και Πεκυσέ στο ομότιτλο έργο του Φλωμπέρ, συλλέγει με σχολαστικότητα τα στερεότυπα της νεοελληνικής ζωής, τα αποδελτιώνει, όμως προσέξτε, μόνο εκείνα που τον πληγώνουν, εκείνα που τον ακυρώνουν σαν ύπαρξη, που τον μηδενίζουν. Σκοπός του είναι να τους δώσει όνομα, μέτρο, χρώμα, διαστάσεις, σχήμα, να τα ταξινομήσει κατά μήκος και κατά πλάτος με την πρόθεση να τα ξορκίσει, να τα εξοβελίσει από τη ζωή του και από τη ζωή των φίλων και δικών του.

Συλλέκτης στερεοτύπων λοιπόν ο Μπράμος. Δουλεύει με τα δοκιμασμένα αφηγηματικά κλισέ χωρίς να τα υπηρετεί δουλικά. Δεν τα απορρίπτει όταν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Παίζει μαζί τους. Άλλοτε τα ερωτεύεται ή τα μασκαρεύει, άλλοτε τα χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος και άλλοτε πάλι τα αποκλείει ως λιποβαρή και τα εξορίζει. Εξάλλου, όλη μας η ζωή, ισχυρίζεται με το βιβλίο του ο Μπράμος, δεν είναι παρά ένα τεράστιο και απολύτως προβλέψιμο, με αρχή μέση τέλος και ως εκ τούτου βαρετό και επαναλαμβανόμενο στερεότυπο – κλισέ;

Ο έντονος ερωτισμός που υπάρχει στα προηγούμενα βιβλία του, η γυναίκα – μαγνήτης που είναι πάντα ο αντίθετος πόλος προς τον οποίον έλκεται και αφήνεται να παρασυρθεί ο άντρας, εδώ υποχωρεί αισθητά. Παρ’ όλα αυτά, και σε τούτο το βιβλίο, όπως και στα προηγούμενα, ο χώρος της πρώτης συνεύρεσης για την καταδικασμένη εκ των προτέρων ερωτική ιστορία του λύκου με τη δασκάλα της Κοζάνης είναι το απρόσωπο δωμάτιο εξοχικού ξενοδοχείου, προσφιλής λογοτεχνική περιοχή και ντεκόρ του Μπράμου και μάλιστα με καιρό χιονιά απέξω, που κλείνει τους εραστές και τους απομονώνει. Έρωτας ανέστιος που ασφυκτιά, έρωτας εγκλωβισμένος.

Το κενό που αφήνει η έλλειψη του ερωτικού στοιχείου στην αφήγηση, εδώ το καταλαμβάνει ο Χρόνος και η Μνήμη:

Σαν να μην υπάρχει διέξοδος όμως. […] Η μνήμη που για τους περισσότερους είναι καταφύγιο, για άλλους πηγή πίκρας και για μερικούς χαμένη ζωή, για μένα είναι τσιμέντο που εγκλωβίζει κάθε πιθανότητα αναπνοής, θα μας πει λίγο πιο κάτω ο κεντρικός πρωταγωνιστής.

Το φινάλε του έργου θα παραμείνει ανοιχτό και απρόβλεπτο. Ο συγγραφέας, σκληρός πρώτα απ’ όλα με τον ίδιο του τον εαυτό, δεν χαρίζεται σε κανέναν. Αφήνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, να στοχαστεί και να επιλέξει. Απαιτεί τη συμμετοχή του συνειδητού αναγνώστη, την επιβάλλει. Τώρα ήρθε η ώρα, ο Γιάννης Αγιάννης των Αθλίων μαζί με τον Ιαβέρη, οι εμβληματικές αυτές λογοτεχνικές φιγούρες του διωκόμενου και του διώκτη να εξαερωθούν και να χαθούν δια παντός στο σκοτεινό στερέωμα. Εδώ, κάτω στη γη, καραδοκεί για εμάς, τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς η απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, είτε προς το απόλυτο επάνω είτε προς τα κάτω, διαλέγετε και παίρνετε!

 

Ο Γιώργος Μπράμος, όπως και οι συλλέκτες και δοκιμαστές Μπυβάρ και Πεκυσέ στο ομότιτλο έργο του Φλωμπέρ συλλέγει με σχολαστικότητα τα στερεότυπα της νεοελληνικής ζωής, τα αποδελτιώνει, όμως προσέξτε, μόνο εκείνα που τον πληγώνουν, εκείνα που τον ακυρώνουν σαν ύπαρξη, που τον μηδενίζουν

 

 

β. Το Πνιγμένο παιδί (Ελληνικά Εγκλήματα)

Το καλοκαίρι του 2007 κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη η συλλογική έκδοση Ελληνικά Εγκλήματα με δέκα σύγχρονες αστυνομικές ιστορίες από ισάριθμους έλληνες συγγραφείς. Το διήγημα που υπογράφει ο Γιώργος Μπράμος, τιτλοφορείται Πνιγμένο Παιδί.

Στη συγκεκριμένη ιστορία η αφήγηση, σε πρώτο πρόσωπο, γίνεται από ένα χαμηλόβαθμο στέλεχος της ελληνικής αστυνομίας και μας οδηγεί σε ένα νεογέννητο, που βρέθηκε νεκρό μέσα σε πλαστική σακούλα σουπερμάρκετ πεταμένη σε κάδο απορριμμάτων, σε κάποια μεσαία επαρχιακή πόλη, που δεν κατονομάζεται, κάπου στη Βόρεια Ελλάδα.

Από την πρώτη κιόλας μιάμιση σελίδα, τοποθετούνται μπροστά μας με γρήγορες κινήσεις, σαν εισαγωγή, όλα τα απαραίτητα στοιχεία, πραγματολογικά και μη, για την ανάγνωση και την πρόσληψη της ιστορίας που θα ακολουθήσει, με τον ίδιο τρόπο που βρίσκουν τη θέση τους τα αντικείμενα και τα σκεύη, τα προπς δηλαδή, μιας θεατρικής παράστασης, ή μιας  κινηματογραφικής σκηνής επάνω στο σανίδι του θεάτρου ή στο πλατώ κινηματογραφικής ταινίας καθώς ανοίγει η αυλαία ή πριν αρχίσει το γύρισμα.

Οι χαρακτήρες, οι ιδιότητες και οι προθέσεις τους παρατάσσονται με ευκρίνεια, από το πρώτο κιόλας δίλεπτο της ανάγνωσης και απαριθμούνται με σκοπό να γεωγραφήσουν και να υπηρετήσουν τη μυθοπλασία. Στη συνέχεια, δεν θα μας απασχολήσουν άλλο. Τώρα μένει να μπούμε στις ζωές των ηρώων, στην πλοκή και στη δράση, που αρχίζει να ελίσσεται με κοφτές, λιτές, παλινδρομικές και επιδέξιες κινήσεις.

Η λογοτεχνική τεχνοτροπία στην αφήγηση είναι φαινομενικά ουδέτερη, σχεδόν ψυχρή σαν αναφορά οργάνου της τάξεως, με μικρούς όμως και χαμηλούς κατά διαστήματα εξομολογητικούς τόνους.

Η πρόταση είναι σύντομη και ακριβής, χωρίς περιττά επίθετα, ψιμύθια ή επιθετικούς προσδιορισμούς και ολόκληρο το διήγημα το διαποτίζει και το γονιμοποιεί μια παράξενη υγρασία, το διαπερνά μια ιδιαίτερη θερμοκρασία και το διατρέχει μια κρυμμένη γοητεία.

Ο Μπράμος παίζει με τα κλισέ του αστυνομικού μυθιστορήματος, εισάγει τα στερεότυπα στην ιστορία του και στη συνέχεια τα εξαφανίζει για να τα επαναφέρει μεταλλαγμένα και τροποποιημένα αμέσως παρακάτω.

Αισθάνεται την αδήριτη ανάγκη να χαρτογραφήσει ένα μεγάλο τμήμα της νεοελληνικής παρουσίας και πλέκει έναν πραγματικό ιστό, ένα δίκτυο όπου τοποθετεί εκεί τα φαινόμενα που τον κυκλώνουν και τον πνίγουν στην καθημερινή του ζωή καθώς και την ανιστόρητη παθογένεια του νεοέλληνα.

Ο τρόπος του, που δεν είναι ακριβώς ρεαλιστικός, υπακούει στους κανόνες του ρεαλισμού αλλά μόνο εξωτερικά. Με την πρώτη ευκαιρία δεν θα διστάσει, χρησιμοποιώντας τεχνικές που εξυπηρετούν αποκλειστικά την αφήγηση και την ποιητική της δραματουργίας, να διαβρώνει την μέθοδο που ακολουθεί, να ακολουθήσει μια άλλη αφηγηματική διαδρομή για να επανακάμψει εκ νέου από εκεί από όπου ξεκίνησε.

γ.  Άσπρα γένια

b1Στο Άσπρα γένια, κανένας από τους ήρωες και των εννέα διηγημάτων (που εδώ λειτουργούν σαν σπόνδυλοι μιας ενιαίας και κοινής ραχοκοκαλιάς) δεν μπορεί να περάσει μπροστά από τη σκιά του αν και όλοι τους το επιθυμούν (ο καθένας με τον τρόπο του) και το επιχειρούν επανειλημμένα (πάλι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο). Τότε, ο έρωτας του άντρα για την γυναίκα βυθίζεται στην απελπισία και ποτέ δεν τελειώνει, (ίσως και να μην αρχίζει καν).

Μιλάμε λοιπόν για εννέα διαφορετικές ιστορίες σύγχρονης ουτοπίας; Για την προβολή του ανέφικτου και απραγματοποίητου πάνω στην καθημερινή πραγματικότητα, με τη μορφή ανεστραμμένου ειδώλου δηλαδή με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω;

Στην Αστρολογία, ο αναγνώστης ακολουθεί ως το τέλος μια σειρά από στερεότυπες ερωτηματικές προτάσεις, που όμως δεν βρίσκουν απάντηση:

Τι θα κάνουμε τώρα; Ποιός φλώρος θα μου παραβγεί; Πώς θα περάσει η μέρα; Αντέχω ακόμα, μωρή; Τι δηλαδή; Ρε συ μεγάλε, βρήκες να ερωτευτείς γυναίκα κι ερωτεύτηκες πουτάνα; Γιατί δεν έρχεστε πιο κοντά; κλπ κλπ.

Το ζευγάρι της ιστορίας αντί να ονομάζονται λχ Γιάννος και Παγώνα, όπως στο δημώδες τραγούδι, λέγονται Γιάννης και Γωγώ. Τα μικρά συμβάντα του βίου μπορεί να αποδειχτούν άγρια και καταστροφικά και τότε τα στοιχήματα μιας ολόκληρης ζωής θα οδηγήσουν στο μαύρο βυθό και στον όλεθρο.

Στον Συμβιβασμό, εισβάλλει το απίθανο στη ζωή του αφηγητή-πιανίστα και αντί να φέρει την ανατροπή οδηγεί στο κουκούλωμα και τον συμβιβασμό του τίτλου. Ο ήρωάς μας είναι γερά βιδωμένος στο χώμα που πατάει και το παραπέρα γι’ αυτόν δεν έχει νόημα ή δεν υπάρχει.

Οι γκάμα των επαγγελμάτων για τους κεντρικούς χαρακτήρες στα Άσπρα γένια ποικίλλει από τον εργάτη σε εργοστάσιο, σε μουσικό σε εστιατόριο, υψηλόβαθμο στέλεχος σε εμπορική επιχείρηση, υπαξιωματικό του λιμενικού, υπάλληλο γραφείου πολεοδομίας, μπάτσο, νυχτοφύλακα….

Ποια χαρακτηριστικά καθιστούν λογοτεχνική περσόνα με ενισχυμένο ενδιαφέρον τόσο τον απλό υπάλληλο του δημοσίου στη Μοιχεία όσο και τον αριστούχο του Πολυτεχνείου που εργάζεται στην πολεοδομία στο Ελληνικό καλοκαίρι; Γιατί μας αφορούν τρελά αυτές οι αδιάφορες εξωτερικά φιγούρες της καθημερινής και επίπεδης ζωής;

Οι κεντρικοί χαρακτήρες, βαθιά διχασμένοι, έχουν δύο φωνές εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, την εσωτερική και την εξωτερική. Οι πράξεις τους υπόκεινται αυστηρά στις επιλογές της μοίρας (Μόρος, υπέρ Μόρον):

Μπορεί να ήταν γραφτό να γίνει έτσι… Οχτώ ώρες, οχτώ ολόκληρες ώρες, δευτερόλεπτο δευτερόλεπτο, λεπτό λεπτό. Ακίνητη ζωή… Δεν μου είπε να πάω μαζί του, ίσως από άγνοια, ίσως από μοίρα… Μπορεί να είχαν αποφασίσει πως η μοίρα τους δεν είναι κοινή, υπάρχει μια μοίρα, μια τύχη να την πω, για τον καθένα.

             Η αφήγηση υπακούει στον εσωτερικό μονόλογο. Τα ουσιώδη αναπτύσσονται σε δευτερεύουσες παρενθετικές προτάσεις. Οι αλήθειες διατυπώνονται ψιθυριστά και για τούτο ακούγονται εκκωφαντικά. Ο χρόνος, με την παλινδρομική του κίνηση επιχειρεί την υπέρβαση από τα θεσμοθετημένα, μάλλον προς την κατεύθυνση του βιωμένου παρελθόντος παρά προς το αβέβαιο μέλλον. Ο παρών χρόνος δεν υποφέρεται:

Το παρελθόν είναι άλλωστε για όλους ιδανικό, το παρόν αβάσταχτο και το μέλλον σκοτεινό.

             Τα στερεότυπα ερωτήματα στα οποία υποβάλλουν οι χαρακτήρες τον εαυτό τους, αντί να αμφισβητούν τη βεβαιότητα της ζωής την επιτείνουν, όπως επιτείνεται μια ενοχλητική σιωπή και προεκτείνεται στο μαύρο σκοτάδι.

Και πού βρίσκεται ο πολιτικά σκεπτόμενος Γιώργος Μπράμος, που σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης στοχάζεται και αναστοχάζεται, αναδιπλώνεται, τοποθετεί και επανατοποθετείται; Τι μπορεί να σημαίνει ο όρος συγγραφική ειλικρίνεια; Μήπως ο Μπράμος στέκεται πιο κοντά στην καθημερινή ζωή και τη φθαρτή ανθρώπινη φύση, όπου και βρίσκει καταφυγή στην αγωνία της ύπαρξης και κατανόηση στην αέναη και επαναλαμβανόμενη περιπέτεια του Σίσυφου; Γιατί από όλα τα σημεία στίξης στο βιβλίο, κυριαρχεί το ερωτηματικό;

Γιατί τα περνάω έτσι γρήγορα τα χρόνια; Γιατί δεν μου αφήσανε τίποτα να θυμάμαι; Αν μπορούσα κάτι να της πω, θα ήταν για τα μαλλιά που άσπρισαν και τα σώματα που χάλασαν. Τί μας άφησαν δηλαδή η παρανομία μου, οι φυλακές και οι εξορίες μου;

             Τι μας άφησε ως παρακαταθήκη η σύγχρονη ιστορία, αναρωτιέται ο Μπράμος. Τα κατάλοιπα, τις αμαρτίες και τα ξέφτια του εμφύλιου; Τους πρώην δωσίλογους και νυν παράγοντες της οικονομικής και πολιτικής ζωής; Τους πρώην αριστερούς και νυν ψυχολογικά και σωματικά ερείπια; Τις οικιακές βοηθούς και τις σερβιτόρες από τον πρώην υπαρκτό σοσιαλισμό; Τους παράνομους οικονομικούς μετανάστες; Την εικονική πραγματικότητα; Την ακίνητη ζωή; Υπάρχει επί τέλους ένα φινάλε, ένα στοπ δηλαδή στα αποτρόπαια όρια της Ιστορίας;

δ. Ότσι Τσόρνιγια – Μαύρα Μάτια

b2   Στο Οτσι Τσιόρνιγια – Μαύρα Μάτια, και μαζί με ό,τι κατακτημένο σαν αφηγηματική τεχνική από το Βρεγμένο Ρούχο που προηγήθηκε, μαζί με έναν μεγάλο έρωτα που δεν ολοκληρώνεται παραμένοντας δια βίου μια ανοιχτή πληγή, υπάρχει η μεγάλη αντρική φιλία, χαρακτηριστικό κλισέ των φιλμ νουάρ καθώς και η σκοτεινή προδοσία στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής. Εκεί και συντελείται η ολοκληρωτική μεταμόρφωση.

Μου μίλησε για τον δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας, τη ζωή μας που αλλάζει, πόσο οι μικρές χαρές και οι μικρές ανάγκες δεν θα είναι πια όπως πρώτα. Είπε πως περνάμε πια εκεί που δεν έχει μέρα και νύχτα, δεν έχει αγάπη και έρωτα, πείνα και δίψα, καθαρό ρούχο και ξέγνοιαστο ύπνο, καλό κρασί και αγκαλιά γυναίκας πως πρέπει να γίνουμε ηθοποιοί, να περπατάμε στους δρόμους σαν υπάλληλοι τραπέζης και να ταξιδεύουμε σαν χαζοχαρούμενοι τουρίστες, τίποτα να μην δείχνει το μέσα μας, και ακόμα, το μάτι μας – το σημείο που όλα προδίδονται – να ’ναι παγερό σαν ατσάλι.

             Μπορεί κανείς να προσδιορίσει την παιδεία, την συνολική ακαδημαϊκή παιδεία που χαρακτηρίζει όλους τους ήρωες των βιβλίων του Μπράμου συλλήβδην καθώς και τη χρονική εποχή καθενός βιβλίου ξεχωριστά; Μπορεί να προσδιορίσει το ήθος, την ταξική καταγωγή, την ηθική στάση των χαρακτήρων μπροστά στα μεγάλα και μικρά γεγονότα της καθημερινής ζωής; Μπορεί να μετρήσει την κοινωνική τους ευαισθησία, την πολιτική τους συνείδηση, το υποστασιακό τους εκτόπισμα, τη δική τους αποκλειστικά αλήθεια, την αλήθεια δηλαδή που κουβαλάει ο καθένας μέσα του;

Ο τρόπος που εκφράζεται ο Μπράμος, όπως υπαινιχθήκαμε και πιο πάνω, υπακούει στους κανόνες του ρεαλισμού αλλά μόνο εξωτερικά. Με την πρώτη ευκαιρία, ο συγγραφέας διαβρώνει τη μέθοδο που ακολουθεί, εισάγοντας είτε στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό, είτε ανασύροντας αφηγηματικά στερεότυπα άλλοτε του ψυχοδράματος ή της λυρικής ποίησης και άλλοτε της αστυνομικής ιστορίας, ή ακόμα και της φάρσας, υπονομεύοντας με αυτό τον τρόπο τόσο την ίδια τη ροή των γεγονότων όσο και τα κλισέ που χρησιμοποιεί. Ο στόχος του, με αυτές τις υπερβάσεις είναι η ανάδειξη αγεωγράφητων πτυχών τόσο των ηρώων όσο και του κόσμου που τους περιβάλλει. Ο Μπράμος, συγγραφέας εμμονών, επιχειρεί να προσδιορίσει και να προλάβει το απρόβλεπτο!

Ένα ακόμα βιβλίο για τον μεγάλο έρωτα, που όλα τα υπερβαίνει ή μια ιστορία για την μεγάλη ήττα;

Ήταν μια γυναίκα που τη λέγανε Αϊσέ, Τουρκάλα από το Βερολίνο. Την παράτησε όταν του ’λαχε κι αυτού να μπει σε μια ιστορία που τον ξεπερνούσε. Το ’χε όλη του τη ζωή βάρος, όχι τόσο που την άφησε στην πιο μεγάλη ώρα της αγάπης, αλλά που δεν της εξήγησε το φευγιό του, δεν της ξεφούρνισε μια δικαιολογία που όλοι οι άντρες έχουν πρόχειρη σε τέτοιες καταστάσεις, και θα τον πέρασε έτσι για προδότη ή φυγόπονο.

Η ερωτική ιστορία που θα ζήσει ο ήρωας, σαν μια αναλαμπή στη ζωή του και η αποτυχημένη υπέρβαση που θα επιχειρήσει θα τον οδηγήσουν στην ομολογία:

Έπαθα ότι παθαίνουν όσοι συναντούν τη ζωή τους λίγο πριν, λίγο μετά την ώρα της. Έπαθα ότι παθαίνουν όλοι… Είμαστε άνθρωποι, πολύ άνθρωποι. Κάθε μέρα που περνάει είναι μια απώλεια, βουτηχτήκαμε σε ιστορίες μεγαλύτερες από το μπόι μας, δεν χωρέσαμε την αγάπη, δεν μας χώρεσε η τακτοποιημένη ζωή, μείναμε μετέωροι, τυπικά δείγματα μετριότητας…

Ας απαριθμήσουμε τα βασικά μοτίβα του μυθιστορήματος: Ο πρωταγωνιστής με την ιδιότητα του ξένου, λες και βγήκε από το δημοτικό τραγούδι: Ξένος εδώ ξένος εκεί, όπου κι αν πάω ξένος / κι αν πάω και στον τόπο μου, κι εκεί ξενιτεμένος. Γεννιέται με κομμένα χέρια, έτσι τουλάχιστον πιστεύει και έτσι αισθάνεται. Κάτι κρύβει διαρκώς, κάτι τον τρώει και το κρύβει. Συχνά τινάζει τα χέρια του προς τα πάνω για να βεβαιωθεί πως ακόμα είναι κολλημένα στο σώμα του. Ζει μια μέτρια, ακίνητη ζωή διότι είναι η μόνη βεβαιότητα και σιγουριά του. Μια λάμψη ηρωισμού στην πορεία του, σύντομα θολώνει. Δεν γελάει ούτε μία φορά, ούτε καν χαμογελάει. Ο σκοτεινός φίλος της προδοσίας παραμονεύει στο σκοτάδι. Και εκείνος, ο παγιδευμένος εαυτός, θα ομολογήσει πάνω απ’ όλα:

Ήθελα να είμαι ένας άνθρωπος καθημερινός, του μεροκάματου. Να κρατήσω μικρά τα όνειρά μου, να μην θέλω πολλά, να τα κουτσοφέρνω. Την έφτιαχνα έτσι τη μοίρα μου, με μόνη φροντίδα να μην της τύχει κάτι και την αναστατώσει. Να μένει ήσυχη. Ένας χρονιάτικος κύκλος ακινησίας, με τις εποχές του, τα ωράρια, τον μισθό, τις γιορτές, τις διακοπές. Κάθε μέρα έκανα την ίδια απαράλλακτη διαδρομή· σπίτι – γραφείο, γραφείο – σπίτι…

ε. Βρεγμένο Ρούχο

b3Θα μπορούσαμε να πούμε, με μια σχετική βεβαιότητα, ότι ο κεντρικός αφηγηματικός πυρήνας, το μοτίβο δηλαδή που παίρνει μορφή και συγκροτείται σε στόρυ και στα εννέα διηγήματα της συλλογής Βρεγμένο Ρούχο, καθώς και, λιγότερο ή περισσότερο, στα υπόλοιπα βιβλία του Μπράμου, συνοψίζεται στο στερεότυπο: Άντρας-Συναντάει- Γυναίκα (BoyMeetsGirl).

             Αν προσπαθήσουμε εδώ να συγκεντρώσουμε και να κωδικοποιήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ηρώων του, οδηγούμαστε στα εξής συμπεράσματα, σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες και τις οδηγίες που μας δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας με τα βιβλία του.

Ο άντρας είναι ένας κοινός άνθρωπος, ένας άνθρωπος του μέσου όρου, ούτε πιο πάνω ούτε πιο κάτω. Γι’ αυτόν, το πρωί είναι πάντα πρωί, και δεν έχει αγωνία αν θα ξημερώσει. Ο ήλιος πάντα θα βγαίνει από την ανατολή και σίγουρα κάθε μέρα θα ξημερώνει.

Ο άντρας είναι μέσα στο κάτι που τον τρώει, είναι ένας που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ αυτό που τον κυνηγάει και διαρκώς φεύγει και χάνεται, πάντα με χαμηλωμένα τα μάτια και πάντα στο δρόμο. Μπροστά του είναι μόνο η άσφαλτος, ούτε τοπία ούτε θάλασσες με ακρογιάλια ούτε τίποτα.

Ο άντρας κουβαλάει συνήθως πονεμένες ιστορίες είτε για την γυναίκα που τον άφησε (συνηθισμένη ιστορία προδοσίας), είτε για τον παλαβό έρωτα με τη γυναίκα του φίλου του και για το πώς φύγανε αλλοπαρμένοι ένα βράδυ, συνηθισμένη ιστορία πάθους. Όταν θα αφηγηθεί το παρελθόν του στην καινούρια γυναίκα που θα γνωρίσει, γιατί οι άνθρωποι μπορεί να θέλουν να κρύψουν τις χαρές τους, όμως τους πόνους τούς μοιράζονται, τότε εκείνη η καινούργια, με φωνή ανάμεσα στο σκοτάδι και το παράπονο θα του πει, μα γι’ αυτόν τον πόνο σε συνάντησα Γιάννη.

Ο άντρας, θα επιχειρήσει την υπέρβαση, θα επιχειρήσει να κινηθεί προς την απέναντι πλευρά· η προσπάθειά του όμως αυτή μένει μετέωρη και η ίδια του η κίνηση τον ξεπερνάει. Είναι ένας κοινός άνθρωπος, καθημερινός, άνθρωπος του μεροκάματου, βιδωμένος στο χώμα, καταδικασμένος στην ακινησία. Θα επιστρέψει, νικημένος και ταπεινωμένος, από εκεί όπου ξεκίνησε. Το κέρδος του, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, θα είναι η αυτοσυντριβή του, η διαπίστωση πως η απέναντι πλευρά δεν υπάρχει. Η υπέρβαση επιχειρείται για να ανακαλύψει ο ήρωας, για μια ακόμα φορά, τα μέτρα και την γεωμετρία του.

            Ο άντρας όταν συναντιέται ερωτικά και έρχεται μέσα στη γυναίκα φωνάζει, Σ’ αγαπάω. Εκείνη τότε του κλείνει το στόμα με την παλάμη της και του λέει θυμωμένη, Αυτό μην το ξαναπείς γιατί θα φύγω.

Η γυναίκα είναι πιο ώριμη από τον άντρα και πιο ολοκληρωμένη. Ο άντρας, που θα παραμείνει ώς το τέλος ένα παιδί που αρνείται να μεγαλώσει, όσο και να προσπαθεί δεν θα μπορέσει να καταλάβει ποτέ τη γυναίκα με τα φευγάτα μάτια, τη γυναίκα που κοιτάζει στο πουθενά, τα σκοτάδια της γυναίκας, που όταν αγριεύει σου κόβει την αναπνοή και τότε ανακαλύπτεις πόσο φοβάσαι αυτές τις αγριεμένες γυναίκες, όπως έτρεμες μικρό παιδί την αυστηρή φιγούρα της μάνας σου.

Τα επαγγέλματα του άντρα ταπεινά, καθημερινά και χωρίς καμία λάμψη, μπορεί να είναι: πλασιέ φαρμάκων, φορτηγατζής, συνταξιούχος δάσκαλος, οδηγός νεκροφόρας, εμπορικός αντιπρόσωπος, μπάτσος, λιμενικός, δημόσιος υπάλληλος ή ταξιτζής. Η γυναίκα, που μπορεί και να την λένε Μαρία η Λόλα η Λία δεν φαίνεται να έχει κάποιο διακριτό επάγγελμα.

Ο άντρας έχει στραμμένο το βλέμμα πάντα προς τα κάτω, δεν κοιτάζει ποτέ προς τα πάνω, ενώ την ίδια στιγμή η γυναίκα ανοίγει τα χέρια της για να πετάξει, σαν το πουλί. Η γυναίκα στέκεται ολόγυμνη μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζει στο πουθενά, τινάζει τα χέρια ψηλά, όπως κάνουν οι απελπισμένοι και λέει βραχνά, θεέ μου πως θ’ αντέξουμε;

Η λιακάδα δεν αρέσει στη Γυναίκα γιατί η λιακάδα δεν είναι καλός καιρός· της αρέσει να την κλείνει η δυνατή βροχή και το χιόνι στο ερωτικό κρεβάτι ξενοδοχείου, απ’ αυτά που πάνε όσοι θέλουν να κρύψουν αυτό που τους κατατρώει, θέλει να ζει σαν σε όνειρο, γιατί όταν θα τον ανοίξουν τον δρόμο, θα χαθούμε πάλι Γιάννη, λέει με σπασμένη φωνή στον άντρα.

Η γυναίκα πλαγιάζει με δύο άντρες, μαζί και ταυτοχρόνως και όταν φτάνει στην κορύφωση βγάζει μια μεγάλη κραυγή που την ακούει όλη η Εθνική και όλη η Θεσσαλονίκη. Μετά την ερωτική πράξη, έρχεται η γυναίκα στο παράθυρο, σηκώνει τα χέρια ψηλά στον ουρανό, τα τινάζει, δεν χόρτασα τίποτα φωνάζει, δεν χόρτασα τίποτα ένα βράδυ ολόκληρο να μην ξέρω ποιόν έχω μέσα μου.

Η γυναίκα φέρνει τα χέρια της σε έκταση και μετά σε ανάταση, τα τινάζει ψηλά για να πάρει μέγεθος το σώμα της και όγκο, να διπλασιαστεί, δεν την χωράει τη γυναίκα το σώμα της που της είναι λίγο και μικρό και την στενεύει. Όταν θα έρθει επί τέλους η εγκυμοσύνη, σαν ευλογία για τη γυναίκα, και το σώμα της θα μεγαλώσει, εκείνη πια θα πάψει να τινάζει τα χέρια ψηλά, θα σκύψει ταπεινά προς τα μέσα της και θα περιμένει.

Απ’ όλα τα γεωμετρικά σχήματα η γυναίκα γοητεύεται από το τρίγωνο, το ερωτικό τρίγωνο, εκείνη η ίδια είναι η μάνα γη, η μεγάλη θεά, η μάνα και ερωμένη όλων των αντρών της γης και όταν συλλαμβάνει θέλει να κρατήσει το παιδί για να έχουνε κάτι και οι τρεις τους, όπως λέει. Ένα παιδί, πού να είναι σαν την αγάπη τους, δια του τρία, γιατί η αγάπη έρχεται με το μαλακό και μπαίνει στην καρδιά των ανθρώπων εκεί που δεν το περιμένουν, εκεί που τίποτα δεν ελπίζουν

Κατά βάση και επί της ουσίας, ο Μπράμος, καταγίνεται επίμονα με το δίπολο άνδρας – γυναίκα, το δίπολο αρσενικό – θηλυκό, το δίπολο δικτης – διωκόμενος, αγάπη – μίσος, θύτης – θύμα και διαχειρίζεται τις ποικίλες παραλλαγές του ως εάν το ανδρόγυνο ζεύγος να προέκυψε στην καθημερινή μας ζωή (και στην λογοτεχνία βεβαίως), αμέσως μετά την Πτώση, που συντελέστηκε εδώ, έξω από την πόρτα μας, μόλις πριν από λίγο, πριν από ένα ελάχιστο διάστημα.

Προσπάθησα να απαντήσω σε όλα τα ερωτήματα, που βάζει ο Μπράμος στα βιβλία του ακόμα και σε αυτά που διατυπώνονται στα λευκά περιθώρια των βιβλίων και εκτός κειμένου και ακόμη ισχυρίστηκα επίμονα ότι οι 800 περίπου τυπωμένες σελίδες των βιβλίων του Γιώργου Μπράμου, δεν αποτελούν παρά ψηφίδες ή μεγάλες σεκάνς ή επί μέρους ενότητες ενός και μοναδικού βιβλίου, μιας ευρύτερης σύνθεσης με κοινούς ανθρώπινους χαρακτήρες, κοινές συμπεριφορές, κοινά κίνητρα και ιδιότητες, συστατικά ενός ενιαίου έργου που συνεχώς εξελίσσεται, διακλαδίζεται, μεταμορφώνεται και εμπλουτίζεται για όσο διάστημα ό συγγραφέας στοχάζεται ή επαναστοχάζεται, τοποθετεί και τοποθετείται, αμφισβητεί και αυτοαμφισβητείται, σκάπτει ένδον και δημιουργεί.-

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here