Οι κατοικημένες λέξεις και η ιστορία τους: πολιτικές και αισθητικές προεκτάσεις του αφηγηματικού λόγου(του Νίκου Μαυρέλου)

0
362

 

 του Νίκου Μαυρέλου (*)

 Το πρώτο δεδομένο που εκπλήσσει κάποιον αναγνώστη, ο οποίος δεν γνωρίζει ήδη τον πεζογράφο Κ. Βούλγαρη, είναι τα οιονεί «εφθαρμένα» ελληνικά καιρών αγνώστων, χαρακτηρισμένων ως σκοτεινών, αλλά με φωτεινά πνεύματα που παραγκωνίστηκαν, λόγω γλωσσικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής, πολιτικής ή άλλης τοποθέτησής τους. Εδώ, όπως και στα άλλα έργα του από την Αερσίλοφο Χώρα (2011) και μετά, έχουμε μια πολυφωνική αφήγηση σε γλώσσα υβριδική, σημαδεμένη αρνητικά από τους πνευματικούς ταγούς που την έβλεπαν, ή και τη βλέπουν, ως γλώσσα εφθαρμένη, και τις ιδέες της αντιδυτικές, διατυπωμένες από ανθρώπους με στάση αντιδυτική. Στη γλώσσα αυτή αναμειγνύονται στοιχεία λόγια και ταυτόχρονα στοιχεία αμαθών ιερωμένων, εμπόρων, πρακτικών ανθρώπων κλπ. Η διήθηση της παράδοσης αυτής από την καθαρευουσιάνικη ελίτ του 19ου αιώνα, ή τη δημοτικιστική του 20ού, την απίσχνασε από τη ζωντάνια της με αποτέλεσμα να θεωρείται σχεδόν υποτιμητικά ως λαϊκή (και άρα σχεδόν φολκλορική). Την αλίευση λέξεων ψηφίδων και φράσεων ανάμεικτων ως προς το ύφος ακολουθεί η (ανα)δόμηση ενός λόγου υβριδικού, ή “μακαρονικού” (όπως θα έλεγε ο Κοραής), σε μωσαϊκό λόγου σχεδόν γκροτέσκο γλωσσικά και υφολογικά. Η γλώσσα, ως βιωματική ένωση με τον λόγο, συμπληρώνεται από τον αναγνώστη, o οποίος ανοικειώνεται συνεχώς και καλείται να φτιάξει έναν κόσμο με νέα σημαίνοντα που αντιστοιχούν σε υπάρχοντα σημαινόμενα, αλλά σημαίνοντα που δεν είναι άμοιρα της γλωσσικής του παράδοσης (αν φυσικά την ξέρει όλη!). Φτιάχνει έτσι έναν δικό του κόσμο ο αναγνώστης, με άξονα την πολυγλωσσία και λέξεις που αποτελούνται από κομμάτια οικεία, αλλά ανοίκειο, σήμερα, τελικό αποτέλεσμα, ως απότοκο του συνδυασμού αυτών των κομματιών.

Τα κατοικημένα ή οικεία κομμάτια σε ένα σημαίνον-λέξη, που υπήρχε αλλά είναι απολύτως ανοίκειο για τον σημερινό αναγνώστη, μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο αν αυτός είναι σε εγρήγορση. Για παράδειγμα η λέξη «φαεσίμβροτος» (σ. 73), είναι πολύ δύσκολη ως όλον, αλλά το φάος/φως και ο βροτός είναι οικείες στον μέσο αναγνώστη. Το ίδιο ισχύει και με τις σημασίες ευκολότερων λέξεων. Για παράδειγμα, το σημαίνον «θεατροκρατία» (σ. 70) μπορεί να μπερδέψει αποκομμένο από τα συμφραζόμενά του, αν αφορά σε κυριολεκτική κυριαρχία επί του θεάτρου και της παραγωγής του (όπως εμφανίζεται η κύρια σημασία της λέξης στα λεξικά της Αρχαίας Ελληνικής) ή τη μεταφορική σημασία της πολιτικής εξουσίας που παίζει θέατρο, όπως εμφανίζεται στους Νόμους του Πλάτωνα. Η ίδια η λέξη γίνεται πεδίο μάχης και αναδύεται περίπου ως σημαίνον-νεολογισμός, του οποίου το σημαινόμενο εντοπίζεται από όλους. Το ίδιο ισχύει και για τη μετοχή «κυνοφθαλμιζόμενος» (για τον δήμο-όχλο), η οποία τοποθετείται εδώ σε σχέση με το εξιλαστήριο θύμα-αποδιοπομπαίο τράγο σε μια κοινωνία περίπου όπως τη σημερινή, όπου η φαντασία οδηγεί όχι στον ενοφθαλμισμό του «κυνός» (αντικείμενο) αλλά σε οφθαλμισμό σαν του «κυνός» (επιθετική προσδιοριστική σημασία), στο κυνικό μάτι με το οποίο ο όχλος βλέπει το εξιλαστήριο θύμα. Η λέξη, συνεπώς, εγκλείει ως μονάδα μια ολόκληρη πρόταση, στην οποία το κυριολεκτικό με το μεταφορικό συναντιούνται και ο ρόλος του αναγνώστη γίνεται κομβικός. Αυτή η φαινομενικά λεξιλαγνική αλίευση από τις παλαιότερες μορφές της γλώσσας (αρχαία, βυζαντινή και υστεροβυζαντινή), δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στη γλώσσα μας. Ωστόσο, η τοποθέτησή τους στο επίπεδο της φράσης ή της παραγράφου, σε συνδυασμό με υφολογικές ανισορροπίες εντός της ίδιας πρότασης ή περιόδου (π.χ. λέξεις δημώδους και αρχαΐζουσας εντός της ίδιας φράσης, “λανθασμένη” σύνταξη ρημάτων ή χρήση πτώσεων), οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα ανοικειωτικό.

ΕΝΔΕΙΓΜΑ. Εις αρτιθαλή πεδία της τέχνης, ήδη υφίσταται τρόπος φοιτήσεως και αναπτύξεως εννοιών και μορφών νέων, αγαθών και καλών και ασύλων, όπου το κάλλος ευρίσκεται αμήχανο, γυμνό παντός προκαλύμματος και πάσης επιτεχνήσεως, και την αλήθεια προθέτει, ανώλεθρο και πάσης περιγραφής ελεύθερο, απλό και ασύνθετο και αμιγές και αλλότριο παντός δεσμού.

Τούτο καθίσταται η όντως ελευθερία, ότι αυτή των πάντων χορηγός και διανομέας, αστασίαστος και αμάχητος και ηρεμούσα και ειρηναία, ως διαρκώς εν αυτοπολέμω τυγχάνουσα.

Σε ειδολογικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο ύφους το οποίο κάθε ειδολογική κατηγορία συνεπάγεται, έχουμε μια σχετικά διακριτή γκάμα: η υιοθέτηση αποκαλυπτικού ύφους, που παραπέμπει στις Γραφές, και του προφητικού των αναλόγων συναφών κειμένων είναι περισσότερο δηλωτική-αφοριστική (ως εξουσιαστικός λόγος), ενώ το φιλοσοφικό-διαλεκτικό χρησιμοποιείται για να υποστηριχτεί μια συγκεκριμένη άποψη και αποτελεί έμμεσο τρόπο προβολής χωρίς αφοριστικό τρόπο, περισσότερο «διαλογικό» (κατά Μπαχτίν) θα λέγαμε. Γενικά, ο διάλογος επικρατεί και ως μορφή σε μεγάλα κομμάτια του κειμένου, σε όλες τις ειδολογικές του εκφάνσεις και τους χαμαιλεοντισμούς. Από την άλλη, η ειδολογική κατεύθυνση προς το είδος του επιγράμματος ή του επιτάφιου (με την υφολογική της επιλογή προς τον ελεγειακό τόνο) ή το καθαρά θρηνητικό ύφος του ανάλογου λαϊκού είδους, επίσης γνωστό στη λαϊκή και θρησκευτική γραμματεία (Επιτάφιος Θρήνος, θρήνοι για Πόλη κλπ.), συνυπάρχουν με το (επ)αινετικό ύφος, που επίσης θυμίζει θρησκευτικά κείμενα, όπως οι Χαιρετισμοί, αν και εδώ αποσπώνται πλήρως από τα θρησκευτικά τους συμφραζόμενα και, διαλογικώ τω τρόπω, εντάσσονται στον εξεχόντως πολιτικό λόγο, με την ευρύτερη έννοια του «πολιτικού», και αναδεικνύουν τη σχεδόν μεταφυσική πλευρά του αδιεξόδου στο οποίο περιήλθε η πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα του λαού στις μέρες μας. Στην πολύ μεγάλη γκάμα των ειδολογικών μορφωμάτων (αν και με μικρότερη σε έκταση χρήση) εντάσσονται και η Ωδή, η Βιογραφία (σε σημείωμα), το Μηνολόγιο, ο κατάλογος και η στιχομυθία.

Ο κυρίαρχος ρόλος των ειδολογικών κατηγοριών της βυζαντινής ρητορικής επανέρχεται, με μια ευρύτητα χρήσης που θυμίζει την προ του 19ου αιώνα κατάσταση του «λόγου». Επιχειρείται η υιοθέτηση του ρυθμικού πεζού λόγου των βυζαντινών συγγραμμάτων, που ο 19ος και ο 20ός αιώνας, είτε στην καθαρευουσιάνικη είτε στη δημοτικιστική εκδοχή τους, αποκαθήλωσαν στρεφόμενοι προς δυτικά ή αρχαιοελληνικά πρότυπα, επιστημονικότροπα-αντικειμενικά ή ιδεαλιστικά-εθνοκεντρικά ιδεολογήματα, αναδεικνύοντας αντί να ενώνουν τη διαφορά της ρωμαίικης από την αρχαία μορφή της ελληνικής γλώσσας και ρητορικής. Εδώ, το αποτέλεσμα είναι κάτι νέο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε ο συγγραφέας με τη στροφή στο έργο του, από το «λογοτεχνικό αρχείο» Αερσίλοφος χώρα και μετά, και ιδιαίτερα με την Αυθάδεια λαγνεύουσα (εκδόσεις Κέδρος, 2016). Η ρητορική και γλωσσική σκευή του Βυζαντίου και των μεταβυζαντινών χρόνων της Οθωμανοκρατίας απομεταφυσικοποιείται και εισάγεται στο νέο περιβάλλον το οποίο βιώνει ο Έλληνας του 21ου αιώνα. Εκεί, για παράδειγμα, το Μηνολόγιο από θρησκευτικό είδος γίνεται κοσμικό, με μια παράλληλη «ανάγνωση» της συνύπαρξης πολιτισμών στον καιρό της κρίσης του μεταναστευτικού, με την παράλληλη τοποθέτηση των ονομάτων μηνών στο εβραϊκό, το μακεδονικό, το αιγυπτιακό-κοπτικό και το ρωμαϊκό δυτικό ημερολόγιο. Ταυτόχρονα, το ίδιο είδος αναμειγνύεται με την αποκαλυπτικού τύπου αφήγηση, με τις πληγές του Φαραώ να παρατίθενται, ανανεωμένες, ανάλογα με τον μήνα. Αναλόγως, η γενεαλογία ως εγκιβωτισμένο είδος στην Παλαιά Διαθήκη, μετατρέπεται, μεταμυθοπλαστικώ τω τρόπω, σε γενεαλογία της λογοτεχνικής κειμενικής παράδοσης (ελληνικής και όχι μόνο).

 

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ

Νησάν, Φαρμουθί, Ξανθικός, Απρίλιος.

Πρώτη πληγή, των νευροσπάστων σκνιπών.

Είαρ, Πάχων, Αρτεμίσιος, Μάιος.

Δευτέρα πληγή, φλυκτίδες αναζέουσες.

Σιουάν, Παϋνί, Δέσιος, Ιούνιος.

Τρίτη πληγή, μεταβολή πετραίου ελαίου εις αίμα

 

Παράλληλα, η ύπαρξη στο τέλος του κειμένου τής μεταμυθοπλαστικού τύπου μικροαφήγησης («Οργασμός της Μπετίνας») λειτουργεί ως υπόμνηση του γενικότερου τίτλου του ευρύτερου λογοτεχνήματος Στην αγκαλιά της Μπετίνας, που ανακοινώνεται στο εσώφυλλο πριν την έναρξη του κειμένου, ως «πολυφωνικής μεταμυθοπλασίας» ή «αφηγηματικού κύκλου εν εξελίξει». Θα λέγαμε ότι έτσι ο συγγραφέας συνεχίζει την ενδοδιαλογική υφή του έργου του από το Εμφύλιο σώμα και μετά.

Η πορεία του κειμένου είναι ωστόσο χαρακτηριστική της σύστασής του και θα την ακολουθήσουμε εν συνεχεία. Η εναρκτήρια παρουσίαση της μεταφυσικής της αυγής (έω) ως λεκτικού ντύματος της ελπίδας-λεπίδας με πίστη σε κάτι που είναι δεδομένα αδύνατο και μάλλον αρνητικό, αποτελεί ταυτόχρονα την έναρξη του κάθε αφηγήματος για μια πραγματική εξωκειμενική κατάσταση (λογοτεχνική και κυρίως πολιτική εν προκειμένω). Ο «αδιανόητος τοκετός», που θυμίζει τη γνωστή σάτιρα της Ακολουθίας του Σπανού, μας αποκαλύπτει με ύφος μεταφυσικό μια πραγματική κατάσταση της μετατροπής μιας ελπίδας σε εφιάλτη. Ο ρόγχος της πραγματικότητας απο-μεταφυσικοποιεί την ιδεολογία ως «κανόνας» της ιστορικής πορείας. Η μονολογική ταυτότητα της εξουσίας, όχι απαραίτητα εκείνης που εμφανίζεται ως τέτοια αλλά των κινούντων τα νήματα αοράτως, απογυμνώνει την «πολυφωνική και διαλογική» υπόσταση της ανθρώπινης φύσης. Η αρένα του λόγου είναι παρούσα σε όλες της τις εκφάνσεις, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι η διαφυγούσα αξία σχετίζεται με την παραμέληση της ιστορικής πορείας και συνείδησης.

Παρουσιάζοντας στη συνέχεια την πόλη ως καλειδοσκόπιο, ο συγγραφέας πέραν τη σταθερής προσήλωσής του στον ευρύτερα «πολιτικό» στόχο όλου του έργου (πόλις και δημοκρατία), δηλώνει με τη χρήση του είδους του καταλόγου την ανθρωπογεωγραφία του κειμενικού τοπίου του. Σε ένα από τα πιο «πολιτικά» κεφάλαια, από τη μία ο ηγέτης-«φίλος του λαού» και από την άλλη ο πολίτης-οπαδός που για πολλά χρόνια συνυπάρχουν και αλληλοεπιδρούν, οδηγούν (ή οδήγησαν) σιγά-σιγά στην αποδυνάμωση ή κατάρριψη του ιδεώδους της προόδου, αποκαλύπτοντας το πολλαπλά σκληρό πρόσωπο μιας πραγματικότητας. Έτσι, στο επόμενο κεφάλαιο («Κρίση»), αναδεικνύεται τόσο η οικονομική πλευρά της σημερινής κρίσης όσο και η καθαρά διαπολιτισμική και παγκόσμια, της μετακίνησης πληθυσμών.

Η ΚΡΙΣΗ. Με τούτα, κακείνα, ως της κοπώσεως της προόδου αφανείς απολήξεις, επέρχεται επιδημία ποικίλων ελλείψεων και αδηφάγων παθών, αφειδώς τον πληθυσμόν ολοθρεύουσα.

Προσέρπουσες χρημάτων αφαιρέσεις και αποπέμψεις και εκτοπίσεις και απαγωγές και σφαγές και φυγές και ασέλγειες και τρυφές και βρώματα μαγγανείας, και άλλες συμφορές ανδρών και γυναικών και κακών επαγωγές, ως δίκη πολύχειρ και τιμωρός επιπεσούσα φιλότιμος.

Ο μεταφυσικός-αποκαλυπτικός τόνος αφορά σε έναν τόσο ωμό ρεαλισμό και μια εικόνα αρκούντως απόκοσμη που σίγουρα από κάποιους παρουσιάζεται (στην εκτός του κειμένου μας πραγματικότητα) με μεταφυσικά κριτήρια (προφητείες κλπ.), ενώ από άλλους με ρεαλιστικά ή και υλιστικά (εμπορικά, οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα). Το πορτραίτο της Δημοκρατίας που ακολουθεί στο επόμενο κεφάλαιο, ειδολογικά και υφολογικά κινούμενο ανάμεσα στις Γραφές και την αρχαιοελληνική παράδοση, διάστικτο από σπαράγματα κειμένων, αναδεικνύει την ιστορική πορεία μέσα από κειμενικές ατραπούς που δηλώνουν και περιόδους ιστορικές. Στο κέντρο του έργου τοποθετείται το διακύβευμα της Δημοκρατίας στην Πόλη/Πολιτεία (ειδικά σήμερα), συνομιλώντας με τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, αλλά όχι μόνο με αυτούς.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Ως αττικός λίθος αυτοφυής ελογίζεσο, ως αδελφή της προόδου, μετ’ αυτής άτμητον ζεύγος, της ιστορίας εκλεκτότερο τέκνο· ημείς, δε, γνωρίζοντες το υπό εσού αμετάθετο, ησυχάζαμε.

Νυν, εκ της προτέρας σου δόξης, το σχήμα σου μόνο απέμεινε. Πυργώματα εννοιών και λοιπά οχυρώματα και οικείοι ναοί σου και άλλα κτίσματα, ως των αρχαίων στέκουν αγάλματα άεργα.

Στη μέση του όλου έργου, με το κεφάλαιο «Το ομοίωμα» περνάμε από την εξωκειμενική αναφορά σε πολιτική εξουσία στην ενδοκειμενική αναφορά για τον εξουσιαστικό λόγο, ή μάλλον τον εξουσιαστικό «μονόλογο», κάθε είδους. Έτσι, παρουσιάζει τη νέα μορφή αυλικής ποίησης, που θα αφήσει τον ποιητή «άνεργο», έρμαιο στης «δημιουργικής γραφής», «το νεότευκτο επάγγελμα» με την «πληθώρα απεικασμάτων», η οποία προσφέρεται να καταναλωθεί «ως προσιτή διά κάθε βαλάντιον».

Στα επόμενα δύο κεφάλαια («Αλληλουχίες θραυσμάτων» και «Ο δημοκράτωρ») παρουσιάζονται με εντελώς διαφορετικό ύφος (αποκαλυπτικό-ονειρικό το πρώτο και θρηνητικό το δεύτερο) οι πτυχές της πραγματικότητας: από τη μία η ανθρωπιστική κρίση ως «οικονομική» ή έστω αριθμητική επίπτωση στην ακύρωση της ελπίδας και, από την άλλη, η πολιτική κρίση ως μετάλλαξη των για πολλά χρόνια δεδομένων στον ιδεολογικό τομέα. Ειδικότερα στο κεφάλαιο «Ο δημοκράτωρ», η πληθώρα ρητορικών τεχνασμάτων και η συνύπαρξη πολλών ειδολογικών μορφών για την απεικόνιση φιλοσοφικών εννοιών πολιτικής φύσης αναδεικνύουν καλύτερα την ταυτότητα του λόγου που ο αναγνώστης αντιμετωπίζει προ ομμάτων από την αρχή του κειμένου: έναν πολιτικό λόγο περί Δημοκρατίας σήμερα, η οποία παγκοσμίως τίθεται σε δοκιμασία (π.χ. οι Η.Π.Α. μετά την εκλογή του Τράμπ), αφού ακόμα και η φασιστική πολιτική άποψη, που νομίζαμε ότι εξαφανίστηκε, επανεμφανίζεται ισχυρή, ειδικά στις ευρωπαϊκές χώρες. Πολλαπλά ολισθηρή λέξη ο δημοκράτωρ του τίτλου του κεφαλαίου, η οποία τελευταία χρησιμοποιείται πολύ συχνά σε ποικίλα κείμενα[1].

Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΡ. Ακόμη και εσύ, πολιτευμάτων πολίτευμα, η πρώην υψίθρονος, η μεγαλοπρεπής στο είδος, η αξιοπρεπεστέρα ως παράδειγμα, τώρα, προ των ανήκουστων δυσπραγημάτων, προ του βδελύγματος της ερημώσεως, την τραγωδία σου εις κωμωδία τρέπεις, ποιουμένη την γελοιώδη των κακών σου αφήγηση.

Πώς το κύρος σου, το αχανές ως πέλαγος, υπό τυχαρπάστου ανέμου διαρριπίζεται και καταλύεται και μεταστρέφεται; Πώς θυμηδή κεράσματα απολαμβάνεις, και, επιμειδιώσα, εις αθέμιτα αγωνίσματα επιδίδεσαι; Πώς, η πριν κρινοστόλιστος, την κόνιν αξέστων προσώπων φιλείς και εις τον στάζοντα θερμό ιδρώτα αυτών εφάπτεσαι; Πώς οχεύεσαι την άλογον αφροδίτη των βυσσοδομούντων; Πώς το σχήμα σου αποτάσσεσαι, και σατράπη βαρβαρώδη αποζητάς; Πώς, ως λάφυρο, εις την αγκάλη του παραδίδεσαι;

Κατόπιν, στα κεφάλαια «Το μεταχθές» και «Το προαύριο», ο Βούλγαρης παίζει εκ νέου με τον ίδιο το λόγο του (παλαιότερα «κείμενά» του), εισάγοντάς μας στη μετα-φυσική του λόγου και την τελετουργική του υφή ως διακυβεύματος, με έναν ρόλο καθοριστικό για τον προσδιορισμό και του πολιτικού σκηνικού. Ο μετανεοτερικός Ισαάκ θυσιάζεται ως παλαιός Ιησούς για το καλό του κόσμου, δεχόμενος όλο το μίσος ενός «δήμου» που έχει μετατραπεί σε όχλο, ή αλλιώς ενός ποιμνίου αμνών που έχει μετατραπεί σε κοπάδι προβάτων, ή, τέλος, ενός λαού πολιτών που έχει μετατραπεί σε ομάδα εξοργισμένων οπαδών. Ο σχεδόν μεταφυσικός ρόλος που επιφυλάσσεται στον λόγο, ή τη γλώσσα ως όχημά του, αναφαίνεται στο «Γενέθλιον», με τον προφητικό τόνο και τη ρητορική της αναγέννησης στην τέχνη του λόγου ως υποσχόμενη και την επακόλουθη αναγέννηση της πολιτικής υπόστασης των σκεπτόμενων ανθρώπων, μέσω ακριβώς αυτού του λόγου.

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ. Έσται εκείνος του αιώνος καιρός, όπου παν σκεύασμα και θησαυρός σχάσει, χρυσωπός δε μόνον ο αιθήρ της εγερτηρίου φλογός, που βοσκούσα άπαντα επίγεια και χθόνια και μετάρσια αναιρέσει, και εις ουσία μία, ομόδημο και ομοθάλαμο, και πολύμορφο και πολύαρχο, και σύμμοχθο και σύναθλο, και πολύθροο και πολύπλωρο, μεταπλάσσει του κόσμου την τάξη, επακόλουθο δε ασφαλές, έρως και τέχνη και φιλοσοφία το όφελος.

ΤΟΥΤΟ ΓΑΡ. Ασύμμετρο και ατελεύτητο και αυτοέλικτο, ως των κυμάτων ο φλοίσβος, και δυσπρόσιτο και λιποφεγγές και υπερφίαλο, ως της ανταρσίας τα κινήματα, και πολύαρχο και πολύγονο και πολύφωνο, ως της ζωής τα καθέκαστα, θα αναφανεί εις τα πεδία τα καταδιαβεβρωμένα υπό της ζωικής άλμης –όπου ουδέν ευδοκιμεί, άξιον λόγου και βιωτό, παρά μόνον άμμος και πηλός αμήχανος και βόρβοροι ευρίσκονται επί το πλείστον της γης– και τους ανθρώπους, ως λυσίκακο και παυσίλυπο φάρμακο, πολλαπλώς ευνοήσει, προσέτι δε ποιήσεως και ιστορίας την αρχαία εκείνη σχάση αναιρέσει, και εις νέα συγκλήρωση αυτές οδηγήσει, στην κοίτη του αεί εφεδρεύοντος ρέοντος λόγου.

Το καταληκτικό κεφάλαιο («Προς το παρόν»), με τη γενεαλογία της γραφής και τη χωροποίηση του χρόνου (το πάγωμά του δηλαδή) στον «κείμενο» λόγο, αποτελεί ένα πρώτο ή «προς το παρόν» γέννημα του νέου πολυφωνικού λόγου με την υβριδική του υφή. Πρόκειται για το μοναδικό καθαρά αφηγηματικό κομμάτι, με εγκιβωτισμένο στην κανονική σχεδόν ρεαλιστική αφήγηση ένα κατ’ εξοχήν αποκαλυπτικό αφήγημα ως ερμηνεία των δεδομένων της αφήγησης του πρώτου (ρεαλιστικού) επιπέδου. Πρόκειται εν τέλει για ένα κεφάλαιο ως αυτόνομο αφήγημα που καταλήγει στη γενεαλογία της γραφής με ακυρωμένη τη χρονική έκταση ανάμεσα σε μεγάλους συγγραφείς (π.χ. Ροΐδης – Μπόρχες) και χαοτικά μεγάλη ανάμεσα σε άνισα παραδείγματα και μεγέθη αυτών (π.χ. Άσμα Ασμάτων – Σεφέρης).

Τέλος, στο επιλογικό κεφάλαιο «Τοις εντετυχηκόσι», κατοπτρικά ανάποδο ανάλογο του «Τοις εντευξομένοις» στην Πάπισσα Ιωάννα, ο συγγραφέας αφηγείται την περιπέτεια του βιβλίου του (για να θυμηθούμε και το ομότιτλο έργο του Καχτίτση). Η καρναβαλική πραγματικότητα (κειμενική και εξωκειμενική) περιγράφεται ως αντικείμενο, αλλά καταλήγει με μια αφιέρωση στον Βάρναλη του μικροαφηγήματος που προαναφέρθηκε («Οργασμός της Μπετίνας»), ως προάγγελο του επόμενου αφηγήματος του Βούλγαρη, το οποίο αναφέρεται στο εσώφυλλο με τον τίτλο Βαλς. Εν αναμονή λοιπόν…

 

(*)  Ο Νίκος Μαυρέλος διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Δημοκρίτειο πανεπιστήμιο Θράκης

 

[1]              Η πρώτη έννοια που έρχεται στο μυαλό του αναγνώστη συνδέεται με τη δημοκρατία και εύκολα τον παρασύρει να την εκλάβει ως θετική. Βέβαια, από τη θουκυδίδεια «ενός ανδρός αρχή» (Ιστορία 2.65.1–2.65.13) έως τον «δημαγωγό» στην Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη (22.3), πάντα θα βρούμε αρνητικές πλευρές. Ωστόσο, από τα συμφραζόμενα αλλά και από την ιστορία της λέξης, θα πρέπει να αναγνωρίσει ο αναγνώστης ότι η λέξη «δημοκράτωρ» χρησιμοποιείται στον 10ο αιώνα από τον Θεοδόσιο τον Διάκονο στο Περί Αλώσεως της Κρήτης (περ. 962-3), ενώ συνδέθηκε και με την Ιστορία του Δίωνα Κασσίου, η οποία στο Βυζάντιο έχει μεγάλη διάδοση στη χειρόγραφη παράδοση (μαζί με τη λέξη που μας ενδιαφέρει) και στον επόμενο αιώνα. Πρόκειται, συνεπώς, για μια σπάνια λέξη που επανήλθε με πολλαπλές συνυποδηλώσεις στις μέρες μας, μια ‘κατοικημένη’ λέξη, κατά τον διαλογικό τρόπο του Μπαχτίν.

 

 

 

info: Κώστα Βούλγαρη, Στον καιρό της ανέχειας. Ερημόλαλες ιστορίες και εξουσίες, Βιβλιόραμα (έκδοση εκτός εμπορίου), Αθήνα 2017, σ. 94

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ