Οι γυναίκες του Γιάννη Μαρή

0
608

Της Νίκης Κώτσιου. Δυο μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή όπου η γυναίκα κατέχει τον κυρίαρχο ρόλο.

α. Η κυριαρχία  της επιθυμίας

Γιάννη Μαρή: Το τρένο των 9.45’,εισαγωγή:Ανδρέας Αποστολίδης ,εικον. Νίκος Νομικός,  εκδ. Άγρα,2015

Ένα γυναικείο άρωμα στοιχειώνει τον πρωταγωνιστή και αφηγητή στο ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή  «Το Τρένο των 9,45’»(εκδ Άγρα,2015). Ο ήρωας έχει υποστεί περιστασιακή τύφλωση εξαιτίας ενός τραύματος από μονομαχία και, όντας τυφλός, έχει γνωρίσει κάτω από πολύ ιδιάζουσες συνθήκες μια άγνωστη, μυστηριώδη γυναίκα που εξαφανίζεται αλλά δεν φεύγει ποτέ απ’το μυαλό του, αν και  το μοναδικό αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας είναι ο απόηχος από  το εμβληματικό άρωμά της. Στην περίπτωση του κυρίου Μιχαήλ, που είναι ο πρωταγωνιστής μας, ο έρωτας είναι πράγματι τυφλός και το αντικείμενο του πόθου υποστασιοποιείται αρχικά μόνο ως μία δυνατή ευωδιά που, βαθμιαία,  μέσα από την ανέλιξη της πλοκής, λαμβάνει γυναικεία μορφή με σάρκα και οστά. Τα αποκαλυπτήρια θα γίνουν αρκετά αργότερα κι ενώ ο ήρωας- αφηγητής θα έχει στο μεταξύ περάσει δια πυρός και σιδήρου, μέχρι να αξιωθεί να αντικρίσει το κυριολεκτικώς σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, που, από το σκοτάδι περνά σταδιακά στο ημίφως και τελικά μετά από αρκετές αναβολές και καθυστερήσεις καταυγάζεται από το εκτυφλωτικό φως μιας απαράμιλλης ομορφιάς.

Η μυστηριώδης γυναίκα που απεγνωσμένα αναζητεί ο ήρωάς μας συνεχώς φεύγει και διαφεύγει. Αρχικά δεν είναι παρά ένα αρωματισμένο σύννεφο, μετά γίνεται μια σκοτεινή σκιά μέσα σε ένα καλά προστατευμένο θεωρείο θεάτρου, ύστερα μετατρέπεται σε μια αστραπιαία εικόνα καλπασμού στο ύπαιθρο. Ο  αφηγητής την ψάχνει εναγωνίως καταφέρνοντας κάθε φορά να αιχμαλωτίσει ελάχιστες ασήμαντες λεπτομέρειες, που είναι όμως αρκετές για να κεντρίσουν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του και να το μετασχηματίσουν σε πάθος. Μέσα από μια πράγματι αριστοτεχνική σκηνοθεσία και καταπληκτική «ενορχήστρωση», το αντικείμενο του πόθου αναδύεται σιγά-σιγά μέσα από την αφήγηση σαν τη σελήνη που ξεπροβάλλει λίγη-λίγη μέσα από τη σκοτεινή θάλασσα, σαν την ερωτική επιθυμία που ανατέλλει μέσα από τη μαγματώδη χοάνη του κατασκότεινου ασυνείδητου και αποκρυσταλλώνεται πάνω σε μια μορφή, που μόνο τυχαία δεν είναι.

Το αντικείμενο του πόθου ξεκινά να υπάρχει στη ζωή του κυρίου Μιχαήλ ως μια σκιώδης ύπαρξη, που γίνεται όμως όλο και περισσότερο εμμονή απορροφώντας όλη τη σκέψη και την ενέργεια του νεαρού Αθηναίου. Το μυθιστόρημα τοποθετείται στα τέλη του 19ου αιώνα και ο  ήρωάς μας ανήκει στους κύκλους της καλής κοινωνίας των Αθηνών, που μάλλον προσπαθεί με τον έρωτα να ξορκίσει την πλήξη και την ανία μιας βολικής κι ανέμελης ζωής. Ο Μιχαήλ, που σχετίζεται κάπως αόριστα με τη στρατιωτική ζωή αλλά πλέον απέχει, μοιάζει να βρίσκεται σε μια κατάσταση αεργίας και ίσως ερωτικής διαθεσιμότητας περιμένοντας ή ακόμα και προκαλώντας ο ίδιος γεγονότα ικανά να ταράξουν και να αναστατώσουν τη μάλλον λιμνάζουσα ζωή του. Αρπάζεται δι’ ασήμαντο αφορμή και συμμετέχει σε μονομαχία. Στη συνέχεια, γραπώνεται από τα ξέφτια μιας περίεργης ιστορίας για να αναζητήσει την περιπέτεια και τον επικίνδυνο έρωτα. Διηγείται ο ίδιος και η αφήγησή του διαπνέεται κι αυτή απ’ την παραφορά του εκρηκτικού του τεμπεραμέντου.

Το «Τρένο των 9.45’» ξεφεύγει από την πεπατημένη του καθαρόαιμου αστυνομικού μυθιστορήματος και διαθέτει ένα χαρακτήρα ερωτικού θρίλερ και περιπέτειας με στοιχεία ρομάντζου, που του προσδίδουν μια απαράμιλλη αύρα. Η προσωπικότητα του κυρίου Μιχαήλ παραπέμπει ενίοτε στο προφίλ του τυπικού ρομαντικού ήρωα που, αυτοκαταστροφικός και έμπλεος έντονων συναισθημάτων, διάγει μια θυελλώδη, αντισυμβατική ζωή κυνηγώντας καταραμένους ή καταδικασμένους έρωτες, μακριά από την ασφάλεια μιας βολεμένης και πλαδαρής ζωής. Η μοιραία Άννα Κατακουζηνού που στοιχειώνει τον Μιχαήλ οδηγώντας τον σε μια κούρσα θανάτου, διαθέτει όλα εκείνα τα γνωρίσματα που την τοποθετούν στο πάνθεο των femmes fatales. H  Κατακουζηνού, δυσοίωνη και απρόσιτη αλλά εξόχως σαγηνευτική, εισβάλλει στη ζωή του Μιχαήλ με τρόπο επεισοδιακό και με τη σφοδρότητα φυσικού φαινομένου εξωθώντάς τον σε μια επικίνδυνη περιπέτεια, που θα λάβει χώρα κυρίως στη θεσσαλία.

Η μεταφορά του σκηνικού από την κοσμική Αθήνα του 19ου αιώνα στην ειδυλλιακή αλλά ακόμα πρωτόγονη Θεσσαλία με τους  τσιφλικάδες, τους κολίγους και τις επιβιώσεις κοινωνικών σχηματισμών από την οθωμανική εποχή, σηματοδοτεί μια ενδιαφέρουσα αλλαγή κλίματος καθώς ο ήρωας βρίσκεται τώρα μακριά από την εστία του, ευάλωτος και ανυπεράσπιστος σε έναν τόπο γοητευτικό λόγω φυσικής ομορφιάς αλλά σταθερά ανοίκειο κι ενίοτε εχθρικό, που δυσχεραίνει την πορεία προς το ποθούμενο με κάποτε ανυπέρβλητα εμπόδια. Απέναντι στη σκληρή ζωή της υπαίθρου, που δεν γνωρίζει προσχήματα και αβροφροσύνες και σαρώνει με συνοπτικές διαδικασίες τους πιο αδύναμους και απροστάτευτους, ο Μιχαήλ δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο το επίμονο, ασίγαστο πάθος του και την αλληλεγγύη λίγων πιστών φίλων. Το θεσσαλικό τοπίο, αποδοσμένο με λιτές αλλά εύστοχες πινελιές από τον Γιάννη Μαρή, δε λειτουργεί ως απλό σκηνικό αλλά παίζει ρόλο καθοριστικό στη δράση υποβάλλοντας στα πρόσωπα συναισθήματα, σκέψεις και αντιδράσεις, που ένα αστικό περιβάλλον θα αδυνατούσε να εμπνεύσει. Η φύση, όμορφη αλλά επικίνδυνη σαν τη μοιραία Κατακουζηνού, εμπνέοντας γοητεία και συγχρόνως φόβο, είναι η έτερη θηλυκή οντότητα, που πρωταγωνιστεί δυναμικά στο Τρένο των 9.45’.

Συναρπαστικό ως σύλληψη και εκτέλεση, το Τρένο των 9.45’μπορεί ακόμα και σήμερα να προκαλέσει δυνατές συγκινήσεις. Η νευρώδης πένα του Μαρή, το αναγνωρίσιμο απέριττο ύφος, ο καταιγιστικός ρυθμός  και το εντελώς κινηματογραφικό στήσιμο με τα διαδοχικά «πλάνα» που μετατρέπουν το διάβασμα σε απολαυστική παρακολούθηση  μιας  φανταστικής «ταινίας» σε εξέλιξη, όλα αυτά συνθέτουν μια απαράμιλλη αναγνωστική εμπειρία με λεπτά νοσταλγικά αρώματα, προορισμένα να μας μείνουν αξέχαστα.  Η αισθηματική  συνιστώσα της ιστορίας  δίνει με την ελαφρά υπεροχή της μια άλλη διάσταση και στο  αστυνομικό σκέλος , αφού οι συγκρούσεις  πυροδοτούνται και τροφοδοτούνται  όχι τόσο από τη δράση των παρανόμων αλλά κυρίως από την παρορμητική και παρακινδυνευμένη  συμπεριφορά του ερωτευμένου πρωταγωνιστή . Το ωραίο αυτό μυθιστόρημα άρχισε να δημοσιεύεται σε κυριακάτικες  συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις τον Ιούλιο του 1960 και, χάρη στις εκδόσεις Άγρα, μπορούμε σήμερα να απολαύσουμε κι εμείς τις λογοτεχνικές του ποιότητες και αξίες, που άντεξαν και  συνεχίζουν να αντέχουν στο χρόνο.

 

 

Β. Μοιραία  α λα ελληνικά

Γιάννης Μαρής: Η κυρία της νύχτας, εις. Ανδρέας Αποστολίδης,  εκδ. Άγρα, 2012

H σατανική Λίλιθ υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Αδάμ και εκδιώχθηκε από τον παράδεισο με συνοπτικές διαδικασίες, πολύ προτού εμφανιστεί η Εύα. Ο θηλυκός αυτός δαίμονας φαίνεται πως αποτέλεσε το πρόπλασμα όλων των κατοπινών «διαβολικών» γυναικών, που έβαζαν σκοπό της ζωής του την εξολόθρευση των αδύναμων αρσενικών, που υπέκυπταν στη γοητεία τους. Εν αρχή, λοιπόν, ήταν η Λίλιθ και μετά ακολούθησαν πάμπολλες κυρίως στη λογοτεχνία και το σινεμά, όπου παρατηρήθηκε ένας συνωστισμός μοιραίων και επικίνδυνων γυναικών. Η Νανά του Ζολά, η Σαλαμπό του Φλωμπέρ, η Σαλώμη του Ουάιλντ, η Λούλου του Βέντεκιντ και όλες εκείνες που ενσαρκώθηκαν τόσο πειστικά και απαράμιλλα από αλησμόνητες χολιγουντιανές ηθοποιούς όπως η Μπάρμπαρα Στάνγουικ, η Βερόνικα Λέικ,  η Ρίτα Χαίηγουωρθ κ.ά.

Η «Κυρία της Νύχτας» του Γιάννη Μαρή(εκδ. Άγρα,2012)  ανήκει κι αυτή στη σκοτεινή χορεία των μοιραίων, χωρίς να έχει τίποτα να ζηλέψει από τις υπόλοιπες συναδέλφους της. Η εν λόγω κυρία φέρει το αινιγματικό όνομα Λιάνα Περέζ, έχει ένα μυστηριώδες παρελθόν, διαθέτει ακαταμάχητη ομορφιά και με τα αλλοπρόσαλλα φερσίματά της έρχεται να αναστατώσει για τα καλά την κοσμική Αθήνα του ’50  προκαλώντας αλυσιδωτές συμφορές στο εγχώριο τζετ σετ. Ο Γιάννης Μαρής δε φείδεται περιγραφών και σχεδιάζει μια  ατίθαση καλλονή, που σπέρνει στο πέρασμά της την καταστροφή χωρίς κανένα δισταγμό. Είναι πλούσια και όμορφη, δεν εξαρτάται από κανέναν, αποφασίζει η ίδια για τη ζωή της και με όπλο τη σεξουαλικότητά της παγιδεύει και στο τέλος εξολοθρεύει τα αρσενικά. Από νωρίς γίνεται λόγος για κάποιο μυστικό, που τροφοδοτεί το μίσανδρο μίσος της Λιάνας και τη μετατρέπει σε μια πραγματική μηχανή ολέθρου για τα αρσενικά, που συρρέουν ανύποπτα  στην πόρτα της. Δεν θα αποκαλύψουμε το μυστικό της Λιάνας Περέζ, αλλά θα σταθούμε στην προσωπικότητά της, που είναι συγχρόνως κι ένα αντιπροσωπευτικό πορτρέτο του τύπου της μοιραίας.

Τι είναι λοιπόν η Λιάνα Περέζ; Είναι ψυχρή κι ενίοτε κυνική, είναι απόμακρη και δυσοίωνη. Σαγηνεύει και συγχρόνως φοβίζει προκαλώντας σοκ με την ομορφιά της και δέος με την απάνθρωπη συμπεριφορά της. Είναι νάρκισσος. Αυτο θαυμάζεται και της αρέσει να τη θαυμάζουν, ο καθρέφτης είναι το αγαπημένο της αξεσουάρ, μαζί με το στυλιζαρισμένο ντύσιμο και τα επιτηδευμένα φερσίματα. Όμως, ο καλύτερος καθρέφτης είναι γι’αυτήν κυρίως τα μάτια των αντρών, όπου μπορεί να διαγνώσει καθαρά το θαυμασμό και μαζί τον πόθο και το πάθος. Μετά από το παιχνίδι της γοητείας, που μερικές φορές γίνεται βασανιστικό, ακολουθεί η υποταγή και η χειραγώγηση. Ο άντρας-«θύμα» γίνεται έρμαιο και άθυρμά της μέχρι εξευτελισμού και πλήρους ταπείνωσης, ενίοτε μέχρι θανάτου. Η Κυρία της Νύχτας, με όπλο τη σεξουαλικότητα και το μαγνητισμό που προκαλεί, προχωρεί χωρίς ενδοιασμούς μέχρι το τέλος και εμφανίζεται αδίστακτη και ανηλεής απέναντι σε όσους έχει βάλει στο στόχαστρο. Είναι γεγονός πως η Λιάνα Περέζ δεν ορρωδεί προ ουδενός. Έχει καταστρώσει το σχέδιό της μέχρι τις απώτατες λεπτομέρειες και το ακολουθεί μεθοδικά και συστηματικά, χωρίς ποτέ να παρεκκλίνει.

Η μοιραία ελέγχει η ίδια τη σεξουαλικότητά της και τη χρησιμοποιεί κατά το δοκούν.  Σαν τη Μέδουσα καθηλώνει με το βλέμμα της δρομολογώντας την ηθική ή ακόμα και φυσική εξόντωση του άτυχου, που βρέθηκε στο δρόμο της.  Απέχει συνειδητά από τη μητρότητα και από τις ισχύουσες νόρμες και σκανδαλίζει την πατριαρχική κοινωνία με το βίο που διάγει. Δεν υποτάσσεται σε κανόνες παρά μόνο στις διαθέσεις της και ρυθμίζει τη ζωή της όπως αυτή επιθυμεί. Πάνω της ίσως  προβάλλονται οι αρχετυπικοί φόβοι του αρσενικού έναντι του θηλυκού και κυρίως ο περίφημος «φόβος του ευνουχισμού», που ενεργοποιείται μπροστά σε μια δυναμική και αυτεξούσια γυναικεία φιγούρα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο άνδρας φαντάζει απειλούμενος και ευάλωτος, χάνει την κυριότητα και την αλλοτινή του δύναμη και με συνοπτικές κινήσεις βγαίνει νοκ-άουτ καταλήγοντας υποταγμένος και ηττημένος κατά κράτος. Στο τέλος η femme fatale συνήθως σκοτώνεται, δηλαδή δολοφονείται. Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι πάντα σπαρμένος με αίμα. Ακόμα και ως χάρτινη ηρωίδα η μοιραία οφείλει να τιμωρηθεί για το εφήμερο κακό που προκάλεσε στην καθεστηκυία τάξη. Έτσι, η ζωή ξαναβρίσκει το ρυθμό της και η πρόσκαιρα διασαλευμένη πατριαρχία αποκαθίσταται πανηγυρικά. Οι άντρες αναλαμβάνουν και πάλι τα ηνία, ο έρωτας ξαναγίνεται ειδυλλιακός κι ανάλαφρος…

Στον απόηχο των αμερικάνικων νουάρ ταινιών της δεκαετίας του ’50, ο Μαρής φιλοτεχνεί μια αξέχαστη ηρωίδα, την παρακολουθεί  σε κάθε βήμα, αναδεικνύει σημαίνουσες λεπτομέρειες, αποδίδει με πληρότητα το πορτρέτο της και κατά καιρούς την ψυχογραφεί με φόντο την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης, που χρωματίζονται με τόνους εξόχως κοσμοπολίτικους. Συνεπαρμένος και ο ίδιος από τη Λιάνα Περέζ που έπλασε με τόσο ζήλο και μεράκι, ο Μαρής  χρησιμοποιεί στο βιβλίο του μια σειρά από κινηματογραφικές τεχνικές χτίζοντας, κατά την προσφιλή του μέθοδο, μια «ταινία» περισσότερο παρά ένα μυθιστόρημα. Γκρο πλαν, ζουμαρίσματα, υποκειμενικά πλάνα δίνουν στη Λιάνα Περέζ μια υπόσταση σχεδόν πραγματική. Η ηρωίδα αναπνέει σε κάθε σελίδα, νιώθουμε τον καπνό απ’ το τσιγάρο της να μας τυλίγει, παρασυρόμαστε από τη σκοτεινή της γοητεία, που γίνεται εντελώς απτή και συγκεκριμένη. Στην Κυρία της Νύχτας, που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1955-56 με το χαρακτηρισμό «πρωτότυπο αθηναϊκό μυθιστόρημα», κάνει  ένα σύντομο πέρασμα κι ο αστυνόμος Μπέκας.

Προηγούμενο άρθροΠαναγιώτης Κεχαγιάς:«Το κύριο καύσιμο της δικής μου μεθόδου είναι η βαθιά απελπισία».
Επόμενο άρθροΓ.Μαρής- Ζ.Σιμενόν: Μια συνάντηση (της Έλενας Χουζούρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ