μ_ όπως μήτρα ή μέγγενη

0
146

 

της   Πολυς Μαμακάκη.

Στην εστία αυτή, ενωμένους μας κρατούν μαζί

οξείες αιχμές από μια έδρα που λείπει.

Πρόκειται για το 7ο ποιητικό βιβλίο του Βασίλη Αμανατίδη (1970- ). Ο τίτλος , μ_otherpoem, οδηγεί χρονικά και ηχητικά στην πρώτη συλλαβή μιας πρώιμης και καθόλα γνώριμης λέξης, λέξη που μένει ανολοκλήρωτη ωστόσο, σαν να αμφιβάλλει για το ίδιο της το νόημα, το οποίο και αδυνατεί να εκφράσει στο άκουσμά της μέσα από τα 55 αριθμημένα ποιήματα και τα 4 εισαγωγικά των επιμέρους πράξεων που διακρίνει ο δημιουργός κατανέμοντας γύρω τους το υλικό του σαν σε πράξεις παράστασης ενός ενιαίου κατά τα λοιπά λόγου, και μάλιστα μονολόγου, που βρίσκει τον καταληκτικό του επίλογο στο οπισθόφυλλο και στο εκεί 1 επιπρόσθετο ποίημα. Οι τίτλοι άλλωστε είναι προαιρετικοί, πράγμα που εξαρχής προτρέπει τον αναγνώστη να δει το όλο έργο υπό το πρίσμα της σύνθεσης.

Η μητρική επικράτεια είναι το λιτό καθηλωτικό σκηνικό του ποιητή, καθώς αφηγείται έναν εαυτό που πασχίζει να αποκοπεί, να αποδράσει και να αυτονομηθεί από την εμβρυακή μάζα της μνήμης, να αρθρώσει τη δική του κραυγή μαζί με το θαύμα ή το τραύμα της ύπαρξης, να διαμορφώσει την ψευδαισθητική ελευθερία της βούλησής του. Διότι οι ρίζες είναι καθώς φαίνεται βαθιές και η συνθήκη της καταγωγής ένας διαρκής καταναγκασμός αναπόδραστος. Έτσι, η αθώα ανάμνηση από την αγνότητα (ή μήπως παιδικότητα;) της λέξης «μαμά» στερείται εδώ κάθε οικειότητας – πόσο μάλλον στοργής και τρυφερότητας – και κατακερματίζεται δια των συνειρμών του ακροατή-αναγνώστη σε μόρια όπως μη και μα, σε ρήματα όπως μεγαλώνω, ματώνω, ματαιώνω, μετανιώνω, σε ουσιαστικά όπως μαχαίρι, μάχη, μάτια, μιλιά, στο επίθετο μόνοι. Ο ετεροπροσδιορισμός καθίσταται επιτακτικός μέσα από την ρυθμικά επαναλαμβανόμενη προτροπή άλλο ποίημα προτού παγιδευτεί πάλι σε μύθο.

13. (εγώ) ΙΙ

 

Η σειρά μου τώρα;

Γιατί πότε θα δούμε τι

Γίνεται και μ’ εμένα;

Μα είμ’ εγώ αυτό;

Είμ’ εγώ το παρακάτω;

Ε, όχι. Όχι ακόμα.

Εγώ δεν έχω βγει καν

Ακόμη από τ’ αυγό.

Και πάλι, άρα.

Πάλι η μητέρα

 

 

14. [υπεροχή: το αίνιγμα]

 

Η μητέρα διατηρεί όλη την αμφισημία της.

Κατορθώνεται μέσω εκείνου που λέγεται άλεκτον.

Γιατί ναι, είναι και άλεκτη εκτός από αλέξανδρη.

Τούτο της εξασφαλίζει μια υπεροχή.

Θέτει το ον της σε ερμηνεία από τους άλλους.

Κάτι που μας καθιστά όλους ερμηνευτές της ερμηνεύτριας.

Είμαστε το κοινό της. 

 

Ο Αμανατίδης ταυτίζει τη μητέρα σύμβολο με τη χώρα που κυκλώνει το άτομο και το απορροφά. Οι κυριαρχικές σχέσεις που διαμορφώνονται σε μια ανεστίαστη οικογένεια μπεκετικού εγκλωβισμού, σε συνδυασμό με το αδιέξοδο της επικοινωνίας και το σαρκασμό που θυμίζουν θέατρο του Ιονέσκο, αποδίδουν την αδυναμία συμφιλίωσης με την ετερότητα αλλά και τον εκατέρωθεν φόβο της οριστικής αποκοπής – παρά τη θλιβερότητά του – από το αμνιακό υγρό ενός στάσιμου παρόντος. Ο ακροατής αυτού του βιβλίου-παράστασης παρακολουθεί την τετραμελή οικογένεια του αφηγητή μέσα από ποικίλα αυτοβιογραφικά στιγμιότυπα απόλυτα συνεπή στον υπότιτλο μόνο λόγος, όπου δηλαδή όλα πηγάζουν από τον Λόγο κατά τη Σωκρατική επιταγή, ενώ τα πάθη εξωραΐζονται στο κατώτερο μέρος της ψυχής που ανατρέπει την κατά συνθήκη αστική αρμονία και προκαλεί μόνο «τυφλότητα». Έτσι, τα συναισθήματα καταπνίγονται προτού καν εκφραστούν. Το διάφορο πάραυτα απωθείται. Μέσα σε αυτό το γενικότερο αφοριστικό πλαίσιο η απαγορευμένη λ.χ. λέξη ή σκέψη π _ _ _ _ _ ς γίνεται αυτόματα «πέλεκυς».

Και περιφερόμαστε ανέστιοι σαν μαλάκια δίχως κοχύλια.

Η μητέρα σύμβολο δεν περιορίζεται στον στενό οικογενειακό κύκλο, καταλαμβάνει την ανθρώπινη μοίρα υποκαθιστώντας έναν απόντα Θεό τον οποίο ο άνθρωπος στραγγάλισε μέσα στο χρόνο, παραμένοντας δέσμιος της εκ γενετής ασθένειας και αναπηρίας του. Η ενσαρκωμένη χώρα του Αμανατίδη δεν προσομοιάζει σε καμία Εδέμ, αλλά κλιμακώνει θυμό και προκαλεί τρόμο. Το παιδί μένει απροστάτευτο, «επιθετικό θύμα», «κατατονικός θύτης», μεταλλάσσεται κάποτε σε απαράμιλλο απόγονο κονιορτού, φθοράς και αστάθειας.

Πώς λοιπόν σωριάζεται ένα κενό;

Ποια απουσία προστατεύουμε απ’ το να πέσει χάμω;

 

Η μη ανάληψη ευθυνών παγιώνει την αιχμαλωσία στα κακώς κείμενα της εκάστοτε κοινωνίας, όπου η καταγωγή βαραίνει την ύπαρξη και η ενοχή αποπροσανατολίζει τα όντα από το ανεξιχνίαστο είναι τους. Κάπως έτσι διαιωνίζεται το σύμπαν ως χάσμα γενεών, απόψεων, δράσεων ή απραξίας. Η στέρηση του ανθρώπου από τη φύση του συνεπάγεται ολέθριες σχέσεις πρώτα με τον ίδιο τον εαυτό και ύστερα με τους άλλους. Το δράμα της παρανόησης, της προκατάληψης, της καταδίκης επαναλαμβάνεται από τη γέννηση του Οιδίποδα μέχρι τη γέννηση του Ιησού, από την ηθελημένη πλάνη του Αδάμ μέχρι τη Γαία του Ομήρου και του Ησίοδου. Η μητέρα είτε ως υπέρτατη θεότητα είτε ως καθαγιασμένη μορφή κατέχει προεξέχουσα θέση στη μυθολογία, στην ιστορία, στη λογοτεχνία μας. Η ανατροπή, ως εκ τούτου, του μοντέλου που ενδεικτικά βρίσκουμε στον Σολωμό, τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Σικελιανό, τον Βάρναλη, τον Βρεττάκο κ.α., όπου η μητέρα και μαζί η πατρίδα άλλοτε εξυμνείται άλλοτε πάσχει και πάντως εξιδανικεύεται, δεν μπορεί παρά να είναι και η αμφισβήτηση μιας παράδοσης που δεν αρκεί να υπάρχει ως κατακτημένο παρελθόν αλλά οφείλει να προχωρήσει και να ανανεωθεί προς τη μόνη υπαρκτή πλέον οδό του δυναμικού στην εξέλιξή του παρόντος. Η προσωπική φωνή μέσω μιας παιγνιώδους εικαστικής φόρμας που υιοθετεί ο Αμανατίδης και στην παρούσα του συλλογή, που ομολογουμένως είναι μέχρι σήμερα και η πιο ολοκληρωμένη, μαρτυρεί γόνιμο διάλογο με το πολιτιστικό παρελθόν, αλλά και πόθο χειραφέτησης από την ανώφελη αυθεντία. Αυτός ο πόθος είναι η εμμονή του δημιουργού.

 

info:  Βασίλης Αμανατίδης, μ_otherpoem, Νεφέλη 2014, σελ. 78

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here