Μια διαφορετική εικόνα για το 1900

0
14

Φώτης Δημητρόπουλος (*)

Ο  συγγραφέας Νίκος Σακελλαρόπουλος με το νέο του μυθιστόρημα «Bραχολούλουδο» συμπληρώνει μια συγγραφική πορεία, μια τριλογία ανθρωπιάς, τρία βιβλία, το 2010, 2012 και 2016.

Το 2010 με το «Μαύρο Μάμπα» μας εκπλήσσει, μας ταξιδεύει στην Αφρική, τη μαύρη ήπειρο, ήπειρο πολυβασανισμένη με τους εξαθλιωμένους και πεινασμένους ανθρώπους που ούτε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, ούτε ο ΟΗΕ ή UNICEF, ούτε οι «Γιατροί χωρίς σύνορα» ή «του Κόσμου» ή τόσοι άλλοι μπορούν να σώσουν από το δρεπάνι του θανάτου ή από τα νύχια των εκμεταλλευτών της ανθρώπινης ύπαρξης και των κερδοσκόπων του «πολιτισμένου» βόρειου ημισφαιρίου ….

Το 2012 μας φέρνει πίσω στην Αχαϊκή γή γράφοντας το βιβλίο «ΛΕΧΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΕΡΕΣΟΒΑ: Ριζοχώρια του μυθικού Ερύμανθου».

Ένα βιβλίο που εμπλουτίζει την τοπική ιστορία και διασώζει την ανθρωπιά αναδεικνύοντας όλο τον γνήσιο λαϊκό πλούτο της περιοχής και θωρακίζοντας τους νεώτερους μπροστά στην απειλή της πολιτισμικής αλλοτρίωσης.

Το πρώτο ταξίδι του ήταν τοπικό —- > στο χώρο.

Το δεύτερο είναι στο χρόνο 100-120 χρόνια πίσω εκεί γύρω στα 1900 την εποχή της ληστοκρατίας. Τοπικά στην ελληνική γή. Κάπου στα Άγραφα και στην Κρήτη (Σπιναλόγκα).

Τι σημαίνει το ταξίδι στο χρόνο; Γιατί ο Ν.Σ. γύρισε πίσω;  Δύσκολη η απάντηση. Ίσως η ενασχόλησή του με τη συγκεκριμένη περίοδο του 1900 τον μαγνήτισε και θέλησε να τη φωτίσει με τη λογοτεχνική του φλέβα.

Ίσως θεώρησε υποχρέωση του να τιμήσει τους «Αγίους  της Σπιναλόγκας» όπως ονομάζει εκείνους  που αφιέρωσαν την ζωή τους στη σωτηρία των ασθενών.

Ίσως πάλι γιατί κι εμείς οι αναγνώστες έχουμε κάποιους λόγους για ένα ταξίδι στο χρόνο προς τα πίσω. «Απετάξατο» και τις δύο αυτές εκδοχές ο Ν.Σ.

Δεν μπορούσε όμως να μείνει στο σήμερα, να φανεί (το τονίζω, να φανεί) σύγχρονος γιατί πράγματι είναι σύγχρονος. Τι λέει ένας ήρωας του; Άκρως διαφωτιστικά τα λόγια του:

«Το κακό όμως είναι γενικότερο. Ζούμε δυστυχώς σε μια εποχή ισοπέδωσης ή και κατεδάφισης αρχών και αξιών. Όχι βέβαια πως και οι παλαιότερες εποχές ήταν ιδιαίτερα καλύτερες. Τώρα, όμως, νομίζω πως τα πράγματα βαδίζουν προς το χειρότερο. Πολιτικοί, δικαστές, επιστήμονες, διανοούμενοι βαδίζουμε στον κατήφορο χέρι χέρι».

Τα λόγια είναι ενός ιερέα του 1900. Θα μπορούσαν να είναι  κι ενός από εμάς. Και θα βρούμε πολλές ομοιότητες στο Βραχολούλουδο με το σήμερα· και γι’ αυτό είπα τον Ν.Σ σύγχρονο. Εστράφη εις τα οπίσω και πετυχαίνει αρκετά πράγματα. Πρώτα πρώτα μας προσγειώνει σε μια εποχή που την γνωρίζουμε ημιτελώς. Κλονίζει θέλω να πω τον μύθο της Belle Epoche και στον αστικό κόσμο των σαλονιών και των χοροεσπερίδων αντιπαραθέτει ο Ν.Σ. τη ζωή στις κτηνοτροφικές περιοχές  και το περιβάλλον των τσιγγάνων. Στους ήρωες της ελληνικής οπερέτας και στην αμέριμνη αριστοκρατική κοινωνία που διασκεδάζει στα αστικά κέντρα αντιπαραβάλλει τη ληστοκρατία και το κολαστήριο της Σπιναλόγκας. Έτσι ο αναγνώστης μαθαίνοντας και για τη δυστυχία της ωραίας κατά τα άλλα εκείνης εποχής του αστικού μυθηστορήματος προσεγγίζει την ιστορική πραγματικότητα και από την άλλη πλευρά . Την ιστορία απαλλαγμένη από λειάνσεις ή διαστρεβλώσεις. Η λογοτεχνία, πάντοτε, φωτίζει τις αθέατες και τις ανθρώπινες πλευρές της ιστορίας.

Ο Ν.Σ. στο «ΒΡΑΧΟΛΟΥΛΟΥΔΟ» δεν γράφει μυθιστόρημα αστικό. Μάλλον μας δίνει ένα μυθιστόρημα ηθογραφικό με πολλά ιστορικά στοιχεία κυρίως για τη ληστοκρατία και τη Σπιναλόγκα. Κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτείται:

Α)  πλούσια πείρα ζωής και ιστορικές γνώσεις (έχει τις ιστορικές γνώσεις)

Β) πλαστική δύναμη και δημιουργική φαντασία

Γ) απρόσωπη αφήγηση

Δ) ικανότητα στη σύνθεση και αρχιτεκτονική

Αυτές τις προϋποθέσεις νομίζω τις είχε ο Ν.Σ. και επιπλέον την αρχική του ύλη δεν βιάστηκε να μας την σερβίρει. Άφησε να ζυμωθεί και ν’ αφομοιωθεί στην ψυχή του για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (ήδη προσωπικά είχα λάβει γνώση του προπλάσματος του μυθιστορήματος εδώ και τρία χρόνια) κι άλλο τόσο ώστε να οικοδομηθεί και να βρει την οριστική του μορφή.

Η πεζογραφική αυτή παράδοση μολονότι σήμερα δεν ταιριάζει απόλυτα στην εποχή μας, δεν διαπνέεται δηλαδή από το ανήσυχο νεωτεριστικό πνεύμα, τον πνεύμα των αναζητήσεων νέων μορφών έκφρασης, και νέων τολμηρών απόψεων πάνω στο φαινόμενο του ανθρώπου και της ζωής, καθώς και στα προβλήματα του καιρού μας, η πεζογραφική αυτή παράδοση λοιπόν έχει μερικές εκπληκτικές ιδιότητες. Και πρώτα πρώτα μιά: μας είναι απόλυτα αναγκαία χωρίς να μας ενοχλεί το γεγονός ότι δεν είναι νεωτεριστική. Είναι δεμένη με την ελληνική ζωή και την ελληνική φύση, με τρόπο οργανικό. Τη ζούμε και την αναπνέουμε σαν τη θάλασσά μας, τα βουνά μας, το φώς μας, τους απλούς ανθρώπους γύρω μας και που άλλο πρόβλημα δεν έχουν παρά πώς να κρατήσουν την ανθρωπιά τους μέσα σ’ ένα ανυπόφορο μόχθο ζωής. Στο μυθιστόρημα του Ν.Σ. παρουσιάζεται αυτός ο κόσμος της ανθρωπιάς που τον έχουμε ανάγκη περισσότερο απ’ ότι εκείνη η εποχή. Γι’ αυτό μίλησα για «τριλογία» ανθρωπιάς. Ο Ν.Σ. με την αντικειμενική αφηγηματικότητά του και με όλη την ικανότητά που έχει ν’ αποδίδει πιστά, είτε με σκίτσα είτε με πορτραίτα είτε με βαθύτερες κάπως ψυχογραφίες τους ανθρώπους που η ζωή φέρνει μπροστά του,  που δεν παύει  να είναι κι ένας συγγραφέας αυτοβιογραφικός όπως είναι άλλωστε οι περισσότεροι πεζογράφοι. Αλλά ο Ν.Σ. έχει το χάρισμα, όταν περιγράφει τους άλλους μέσα από τον εαυτό του, να ξεχνάει τον εαυτό του. Τότε, γίνεται ο συγγραφέας που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει το υλικό του και τα πρότυπά του. Κι αυτό δίνει ένα ξεχωριστό θέλγητρο στο μυθιστόρημά του. Όσοι τον γνωρίζουμε, εύκολα ανακαλύπτουμε πτυχές του εαυτού του πίσω από τη δράση, τις επιστολές και τις συζητήσεις των ηρώων του.

Η γλώσσα του είναι η καθημερινή, η καθομιλουμένη.

Ο Ν.Σ. αφηγείται σαν να λέει ένα παραμύθι χωρίς βερμπαλισμούς και οποιαδήποτε ακρότητα ακόμα κι όταν μιλάνε οι ληστές. Βέβαια δεν είναι ένας απλός δημοσιογράφος ή ανταποκριτής μιας άλλης εποχής. Έχει τη λογοτεχνική φλέβα

Δεν του λείπουν οι λογοτεχνικές πινελιές σε περιγραφές και προσαρμόζει τη γλώσσα στο αντικείμενο του: (εναλλαγές πολλές) π.χ. γκρέκια, λαγκάδια, βάλτοι, θάλασσα, σπιτικά, τσιγγάνικα τσαντίρια, μοναστήρια, ξωκλήσια , φυσιογνωμίες όμορφές και άσχημες άρρωστων κτλ.. Πέρα από αυτά χρησιμοποιεί τρία τεχνάσματα για να σπάσει τη μονοτονία του πεζού λόγου και να του προσδώσει λογοτεχνική χροιά  και ποιητικότητα.

  1. Παραθέτει ποιητικά ιντερμέδια δικά του και νεοελλήνων ποιητών (Δροσίνης κτλ)

«Στο ρημαγμένο παρεκκλήσι

της Άνοιξης το θείο κοντύλι

εικόνες έχει ζωγραφίσει

με τ’ αγριολούλουδο του Απρίλη ….»

  1. Επιστολές και γράμματα
  2. Παραμύθι – λαϊκό στοιχείο

πχ. Τα’ αστέρια που είναι ψυχές ή νεράιδα κτλ.

  1. Ερωτικές και άλλες τσιγγάνας σαράφη

Ομορφαίνει περισσότερο και πετυχαίνει ο Ν.Σ. ευχάριστη και εύληπτη ανάγνωση.

 

Όμως πέρα από τη μαγεία της Ιστορίας του παραμυθιού και της όμορφης αφήγησης, ζητάμε πάντα από τον πεζογράφο κάτι άλλο πιο βαθύ πιο γενικό, που να μας ξεσκεπάζει αλήθειες και όψεις της ζωής σημαδιακές, είτε πρόκειτε για τον «αιώνιο άνθρωπο» είτε απλώς και μόνο για τη φυλή μας, για τους ανθρώπους του τόπου μας, όσο «εντοπισμένοι» κι αν είναι, όσο κι αν ζουν ή βλέπουν περιορισμένα τη ζωή, οι άνθρωποι αυτοί. Νομίζω πως το αίτημα αυτό το ικανοποιεί ο Ν.Σ. με δύο τρόπους:

Ο ένας τρόπος είναι διπλά ελληνικός. Ξεπετιέται ένα δυνατό, ακράτητο «μπρίο ζωής», μέσα από τον τρόπο που αφηγείται, δηλαδή ζωηρότητα, δύναμη ψυχής. Απλή, απροσποίητη μα και μυστηριακή ζωή που ομολογεί τη ζωτικότητα της ελληνικής φυλής που είναι και βαθύτατα λαϊκή. Το κορμί του λαού μας που φτάνει από την αγριότητα ως τον ανατριχιαστικό πρωτογονισμό. Θα βαφτίζαμε κάποιους ήρωές του – και δίκαια – απολίτιστους. Μα και αυτοί πέρα από τη ζωική βουλιμία τους έχουνε τη δική τους ηθική. Ο άλλος τρόπος είναι η τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει το μυστήριο που κρύβεται σε κάθε άνθρωπο και τον πιο ασήμαντο. Το μυστήριο και το δράμα μαζί. Το αιώνιο μάθημα του ανθρώπου «εξαγνισμένου άγιου και  κτήνους», που ξαναγυρίζει με τους αιώνες, χωρίς να μας κάνει καλύτερους. Ο Ν.Σ. με την αυθόρμητη τρυφερότητα που τον διακρίνει, πιστεύει σ’ αυτό το «καλύτερο», το εύχεται, και το διδάσκει.

Αυτό το κήρυγμα, που δίνει βέβαια τον τίτλο του ανθρωπιστή  συγγραφέα.  Με το μυθιστόρημα αυτό, ο Ν.Σ. είναι φανερό ότι θέλησε να συνθέσει ένα διαφορετικό από τους συνηθισμένους πίνακες της εποχής του 1900 και κατόρθωσε πράγματι να δώσει ένα σύνολο, μια περιεκτική και αληθινή εικόνα της ανεξέλικτης και αδιαμόρφωτης κοινωνίας εκείνων των χρόνων και να συνθέσει  ένα όχι μόνο ηθογραφικό αλλά και ευρύτερα κοινωνικό μυθιστόρημα με ιστορική βάση δεδομένων που διακρίνεται για την αφηγηματική του ευχέρεια και την αδρή περιγραφή των χαρακτήρων. Μας δώσατε κύριε Σακελλαρόπουλε ένα μυθιστόρημα προσφορά στον άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα μιας ολοκληρωμένης τριλογίας ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ που γράφεται στις επάλξεις των αξιών της κοινωνίας.

info: Ν. Σακελλαρόπουλος, Το βραχολούλουδο», εκδ. Μ. Σιδέρη

(*) Ο  Φώτης Δημητρόπουλος είναι φιλόλογος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ