Μια έντονη αναγνωστική εμπειρία (της Βενετίας Αποστολίδου)

3
1185
Pieter Btuegel, The Blind Leading the Blind

Της Βενετίας Αποστολίδου.

Οι καλοκαιρινές διακοπές μας επιφυλάσσουν αναγνωστικές εκπλήξεις. Είχα την τύχη,   διαβάζοντας ένα σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα,  να νιώσω όλες εκείνες τις συγκινήσεις που μπορεί να δώσει η ανάγνωση με ασυνήθιστα έντονο και ολοκληρωμένο τρόπο και σκέφτηκα να καταγράψω την εμπειρία όσο είναι ακόμη νωπή η αίσθησή της. Μιλούμε συχνά για την απόλαυση της ανάγνωσης αόριστα αλλά η περιγραφή πραγματικών αναγνωστικών συμβάντων είναι, νομίζω, πολύτιμη.

Γνώριζα και εκτιμούσα τον συγγραφέα από προηγούμενα βιβλία του αλλά ξεκίνησα την ανάγνωση με καχυποψία καθώς ήμουν σχεδόν σίγουρη πως οι 600 σελίδες του μυθιστορήματος θα κρύβουν βαρετά κομμάτια και μια αναπόφευκτη φλυαρία. Η αρχή του με αιχμαλώτισε αμέσως γιατί με έβαλε σε έναν κόσμο ο οποίος σχετίζεται με τις εμπειρίες μου αλλά δεν τον γνωρίζω αρκετά καλά: βρισκόμαστε στο 2011, οι αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις βρίσκονται στο φόρτε τους, στην πλατεία Συντάγματος έχουν εγκατασταθεί οι αγανακτισμένοι  και η αφήγηση επικεντρώνεται σε μια παρέα νεαρών, ανέργων καλλιτεχνών των Εξαρχείων με εξεγερσιακή κουλτούρα. Κι ενώ το μυθιστόρημα ξεκινά από το παρόν ερεθίζοντας τη σκέψη πολιτικά και θέτοντας σε δοκιμασία το προσωπικό μου αξιακό σύστημα, καθώς η αφήγηση προχωρά, κατανοώ ότι ο «πραγματικός» αυτός κόσμος, χωρίς να χάνει τις ιστορικές αναφορές του, εμπλουτίζεται με στοιχεία μυστικιστικά, μυθολογικά και φανταστικά. Στο σημείο αυτό νιώθω την πρώτη κλωτσιά, καθώς δεν είμαι φίλη των φανταστικών αφηγήσεων, αλλά η ανάγνωση με κρατά καλά δεμένη μιας και το νήμα του νοήματος ουδέποτε χάνεται αλλά, αντίθετα, απλώνεται διαρκώς σε νέα πεδία. Τα ερεθίσματα έρχονται κατά ριπές και είναι πολιτικά, ερωτικά, ιστορικά. Λ.χ. η αφήγηση μεταφέρεται στην εποχή της δικτατορίας, μια εποχή που ταυτίζεται με τα παιδικά μου χρόνια και τούτο ενισχύει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον μου. ΄Εχω διαβάσει πολλά γι αυτή την εποχή, λογοτεχνικά και άλλα, ωστόσο με έκπληξη διαπιστώνω πως το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δίνει μια εντελώς καινούρια εικόνα από οπτικές γωνίες πρωτότυπες όπως αυτή των ευζώνων της προεδρικής φρουράς που παίρνουν μέρος σε μια χουντική επετειακή γιορτή στο Παναθηναϊκό στάδιο. Η συνέχεια της αφήγησης στους δαιδάλους  των μυστικών υπηρεσιών μου φέρνει στο μυαλό την Αντιποίηση αρχής του Αλέξανδρου Κοτζιά και νιώθω μια (φιλολογική) χαρά που επιτέλους κάποιος νέος συγγραφέας έχει τροφοδοτηθεί από αυτόν. Άλλα παραδείγματα αφηγηματικών ενοτήτων που μου προκαλούν τρομερό ενδιαφέρον: η διαδικασία ευνουχισμού ενός έλληνα εφήβου από τους Τούρκους στη Μικρά Ασία κατά τη μικρασιατική καταστροφή και η ζωή στα μπουρδέλα στα Βούρλα της Δραπετσώνας στη δεκαετία του ’30.

Καθώς οι κόσμοι και οι χαρακτήρες ολοένα αυξάνονται και η πλοκή διακλαδώνεται σε μονοπάτια λαβυρινθώδη,  αρχίζω να ανησυχώ ότι όλος αυτός ο αφηγηματικός ωκεανός δεν θα καταλήξει πουθενά. Μια τέτοια ανησυχία σε άλλες περιπτώσεις θα με αποθάρρυνε γιατί ομολογώ ότι είμαι από εκείνους τους αναγνώστες που χρειάζονται ένα τέλος αλλά, παραδόξως, το συγκεκριμένο  βιβλίο με έχει κάνει να ξεχάσω αυτόν τον καταναγκασμό και με έχει εθίσει στην αναζήτηση ολοένα και πιο παράξενων μυθοπλαστικών κόσμων στους οποίους ο νοηματικός ιστός μπορεί να μην είναι απόλυτα συνεκτικός αλλά, την ίδια στιγμή, τίποτε δεν είναι χωρίς νόημα. Τα αντικείμενα, οι τόποι, οι χαρακτήρες, τα σύμβολα, όλα έχουν πλούσιες ιστορικές, κειμενικές και ιδεολογικές παραπομπές οι οποίες δεν είναι δύσκολο να ανιχνευθούν ακόμη και από τους λιγότερο έμπειρους αναγνώστες.

Κι εκεί που νόμιζα ότι δεν θα υπάρξει αφηγηματική κορύφωση, αυτή  έρχεται με τη μορφή ενός τελευταίου φανταστικού κόσμου, του τρομακτικότερου όλων (της ίδιας της κόλασης;) και ταυτόχρονα του πιο ολοκληρωμένου συμβολικά, ο οποίος υποτίθεται ότι εγκατοικεί κάτω από την Αθήνα.

Καθώς η ανάγνωση οδεύει προς το τέλος, αρχίζω να συνειδητοποιώ (αρκετά καθυστερημένα μάλλον) τα αφηγηματικά τεχνάσματα με τα οποία φτιάχτηκε όλο αυτό το οικοδόμημα και διατηρήθηκε η αναγνωστική μου περιέργεια και απόλαυση σε τόσο υψηλή ένταση. Προφανώς, παρασυρμένη από την αφήγηση δεν μ΄ενδιέφερε να τα ψάξω. Το βιβλίο αντέχει και ζητά δεύτερη ανάγνωση και σίγουρα είναι η χαρά του αναλυτή.  Σημασία για τη δική μου πρώτη ανάγνωση έχει πως οι αφηγηματικές τεχνικές είναι απόλυτα χωνεμένες και συντελούν στο να δοθεί η ψευδαίσθηση του δεσίματος όλων των στοιχείων.

Όταν τελείωσα το βιβλίο, δεν ήθελα να το αποχωριστώ. Κατέφυγα στο διαδίκτυο, αναζήτησα τις κριτικές που έχουν γραφτεί κι εκεί διαπίστωσα, ακόμη μια φορά, πως τα σπουδαία βιβλία γίνονται αφορμή για άρτια, εμπνευσμένα και αναλυτικά κριτικά κείμενα. Όλες οι κριτικές ανιχνεύουν τις επιδράσεις των ξένων και ελλήνων συγγραφέων στο βιβλίο, αναδεικνύουν τη ρευστότητα του νοήματος, το χαρακτηρίζουν μεταμοντέρνο και το αξιολογούν πολύ θετικά.  Για μένα, το μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη, Οι τυφλοί δοκίμασε τις αναγνωστικές μου βεβαιότητες και συνήθειες και μου θύμισε πόσο μεγάλη χαρά είναι να διαβάζεις ένα σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και να διαπιστώνεις ότι πάει την ελληνική πεζογραφία ένα βήμα μπροστά.

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Σε ποιο βιβλίο αναφέρεται η κ. Αποστολίδου; Όσο κι αν έψαξα στο άρθρο,δεν το βρήκα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ