Κ.Γ. Παπαγεωργίου: «Έκτακτο Δελτίο Καιρού» (του Γιάννη Παπακώστα)

0
188

 

του Γιάννη Παπακώστα (*)

 

Ο Κώστας Παπαγεωργίου ανήκει στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της δεκαετίας του ΄70. Είναι κριτικός, εκδότης περιοδικών, ποιητής. Στην παρούσα συλλογή τα  ποιήματά του  δίνουν την εντύπωση μιας σειράς ελεγειακών εκφράσεων, ενός πένθους εν προόδω, το οποίο όμως το διαχειρίζεται προσδίδοντάς του ποικίλες  παραλλαγές. Αφομοιώνοντας κάθε εξωτερική εικόνα, καταφέρει να μεταποιεί το πένθος του σε φιγούρα, σε πίνακα, σε μουσική. Να μεταλλάσσει την πίκρα, που τον φαρμακώνει, σε αισθητική έκφραση, επιδιώκοντας έτσι την αυταπάτη ως εάν αυτή του παρέχει την καλύτερη μάσκα του  τραγικού προσωπείου για να κρυφτεί ή για να πει τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα του, γδέρνοντας την ψυχή.

Το Έκτακτο Δελτίο καιρού (Μελάνι) εκπέμπει θραύσματα λόγου παραληρηματικά, ξεκάρφωτες λέξεις, ασύνδετες σκέψεις, ειρμό διακεκομμένο κι όλα τούτα  για να εκφραστούν  το πένθος, ο πόνος, τα πάθη της ψυχής. Ο ποιητής επιχειρεί να περιγράψει κάτι που δεν περιγράφεται,  να το χειριστεί με την παραδοσιακή νοηματική αλληλουχία δεν γίνεται, γιατί αλληλουχία δεν έχει-δεν μπορεί να έχει.  Περιγράφει χωρίς να τολμά να αγγίζει καθαρά το τραύμα. Ενίοτε μονολογεί.

Έχουμε, με άλλα λόγια, το «άδηλον» αλλά και «άρρητον» στα χέρια μας, μια συλλογή κρυφών ποιημάτων, δύσκολων και δύσβατων σκέψεων, παραληρηματικών, όπως είπα, κειμένων συνεχούς ροής, χωρίς στίξη, σαν μια  ακατάσχετη ορμητική δύναμη, νερά του καταρράκτη, σε συνεχή αφήγηση ενός ταραγμένου ψυχισμού, που δεν μπορεί, αλλά και δεν θέλει, να βάλει σε τάξη τη διαταραγμένη ψυχή που σαλεύει από τον πόνο. Και όμως από το φαινομενικό χάος αναδύεται μια αρμονία, έστω και πένθιμη. Ο ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να μιλήσει παρά διασχίζοντας το δάσος του πόνου, περνάει μέσα από την κόλαση, αυτοτιμωρούμενος και αυτομαστιγωνόμενος. Η αναλογία είναι ο τρόπος που η σοφή φύση τον διδάσκει και τον προτρέπει να μιλήσει. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του και με τους αγγέλους του.  Έτσι η ποιητική συλλογή αναπτύσσεται σαν μια ελεγεία, μια ανάκουστη μουσική αρμονία, η οποία χρησιμοποιεί τα φυσικά στοιχεία για να δώσει τις ποικιλίες των εκδοχών της άλλοτε σαν «Δέντρο πεσμένο τυλιγμένο / Με έκτακτο δελτίο καιρού» (Α΄) άλλοτε με «νοτιάδες δριμείς» (Β΄), κι άλλοτε με εικόνες του δρόμου «σκουριά σε μάντρες που χάσκουν αδιάντροπα στις παρυφές της πόλης» (Γ΄) .

Με τέτοιες παραλλαγές ο Παπαγεωργίου διαχειρίζεται το ψυχικό του φορτίο· με οικείες, οπτικοακουστικές εικόνες, από τα φυσικά φαινόμενα προερχόμενες. Το χιόνι, το χιόνι έγκαυμα, οι δριμείς νοτιάδες, ο άηχος καλπασμός του αλόγου, τα σώματα στον ήλιο, ο κόσμος κάτω από το χώμα, το βασίλειο των τυφλών (των νεκρών), το μαστίγωμα, το γδάρσιμο και γενικώς κάθε τι, που με την ενέργειά του ματώνει το δέρμα, χρησιμοποιεί για να αποδώσει συναισθήματα και διαθέσεις της ψυχής. Για να κάνει να φανεί το άδηλο και αόρατο και αθέατο.

Στίχοι,  όπως: «Καθημερινός διανομέας της λύπης ο ήλιος, αν και κανείς τώρα πια δεν θυμάται το φοβερό ράμφος της δικαιοσύνης» με προφανή τη διακειμενική αναφορά, όπως προφανής είναι ο καρυωτακικός «ήλιος θάνατος μέσα στους θανάτους», παραδομένος από τον ποιητή εκατό χρόνια πριν, δείχνουν την άλλη όψη του ζωοδότη, αλλά και την έσω σκέψη. Σαν τον Καβάφη θα μπορούσε ο καθένας να ισχυριστεί πως ο ποιητής δεν έδωσε σημασία στα σημάδια που «όλα τα προμηνούσε το κλάμα σκύλου αθέατου» (ΙΑ΄). Οι παλιοί δίνοντας σημασία στην ψυχολογία ή έστω στη συμπεριφορά των ζώων προϊδεάζονταν για τα δύσκολα ενδεχόμενα του βίου. Ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται αφοπλισμένος από εκείνα που η φύση τον έχει αρματωμένο. Έτσι η συμφορά χτυπά κατά μέτωπο και ξαφνικό φαίνεται εκείνο που  ερχόταν κι εκείνος δεν το αντιλαμβανόταν.

Για τούτο και παρουσιάζει ενδιαφέρον εκείνο το ξεκρέμαστο, ασύνδετο  αιτιολογικό, το καταληκτικό  επειδή, στο πρώτο μέρος του ποιήματος, ένα δεύτερο  μέσα στην παρένθεση: «Επειδή ποιος ορίζει το ύψος…»  κι ένα τρίτο ακόμη στην κατακλείδα: «Και όλ’ αυτά επειδή τα λερωμένα γάντια της φωτιάς» (ΙΓ΄). Τρία επειδή αφήνουν ξεκρέμαστο και αδικαιολόγητο το εναγώνιο και μη υποδηλούμενο ερωτηματικό «γιατί».

Το εικαστικό μέρος των στίχων παραπέμπει συχνά σε γνωστά έργα, όπως «αχτένιστη έμοιαζες φυκιών σχεδίασμα πρόχειρο»,  το οποίο συνδέεται με το γνωστό αρχαίο γοργόνειο, προσδίδοντας την καλλιτεχνική εκδοχή εκείνου του φριχτού συνυποδηλούμενου  τέρατος, σαν το τέρας που λυμαίνεται  την ψυχή του ποιητή, αλλά και ένα telle quelle, με το οποίο ταυτίζεται το πρόσωπο μιας χαμένης πλέον κόρης στα νερά.

Η εκδοχή  εξάλλου της παραλλαγής, η οποία παίζει και στα δύο τάσια της ζυγαριάς, και με δύο χρώματα σαν σκάκι συμφοράς, άσπρα και μαύρα ταυτοχρόνως, για να ισορροπούν οι αντιθέσεις. Είναι οι «άγγελοι [της] οδύνης» και το  «γλυκό δηλητήριο» . Αλλά και απρόσμενα σχήματα: «αγωνίας γαμψής», «το ρευστό μέταλλο της σιωπής», «το βάρος ίσκιου», «αλαφροΐσκιωτο φως»,  «χνούδι… τρίμμα γυαλιού», «Ενός φιλιού το άγριο φύλλωμα». Και αναπάντεχες  απεικονίσεις: «Απλώνω παλάμη ανοιχτή κατά τη μεριά που χέρι αόρατο κραδαίνει χάρακα τιμωρίας».

Στο ποίημα ΚΣΤ΄ διαφαίνεται μια αρπαγή Περσεφόνης και ακούγεται ορμητική η αντήχηση «τετρακύλιδρων ίππων και μαστίγιου», μόνο που η αρπασθείσα ήταν έτοιμη από καιρό – « υπ’ ατμόν» – να ανταποκριθεί «στο πρώτο κάλεσμα φτερών» και ως άπειρη αντάλλαξε «τη διορία της ηλικίας ως το μηδέν».

Τι είναι αυτό που δυναστικά προκύπτει; Η αθωότητα, η απειρία, η μικρή διορία; Όμως ο Παπαγεωργίου, ποίημα το ποίημα,  μεταποιώντας εικόνες αντλημένες από το θησαυρό της μνήμης, από την κοινή πολιτισμική παρακαταθήκη, μεταποιεί και το οικείο πάθος. Και φυσικά, δεν συμβιβάζεται με καμία οριστική διευθέτηση. Δεν δείχνει ότι είναι αποφασισμένος να αποδεχτεί γεγονότα, με τα οποία ούτε η λογική ούτε  το συναίσθημα  συμφωνούν, όπως φαίνεται ρητά στο ΛΑ΄ ποίημα: «και ούτε να πεις ότι έσβησε το φως τα βλέμματα έγειραν την όραση αχρηστεύοντας» σαν  αυτό το κάτι,  παρ’ όλο  είναι χαμένο,  να αντιστέκεται στην πραγματικότητα,  ξορκίζοντας το γενόμενο κακό με την αυθαίρετη ιδέα.

Εξάλλου το συχνά παρένθετο δεύτερο μέρος του ποιήματος  κι ακόμα το απότομο, βίαιο σταμάτημα του στίχου στη σελίδα και η συνέχισή του στην επόμενη, έρνει την  κυριολεξία να ταυτίζεται με την αναφορά.

Τέλος, «σχήμα κλαδιού θ’ απλωθεί στο άλλοτε συνοφρυωμένο μέτωπο»  (δάφνινο ή αγκάθινο στεφάνι;)  και το έσχατο: «Έλα να σου δείξω πώς η μέρα διδάσκει τους αρχάριους του πένθους… να περπατούν στους κήπους του εφιάλτη». Είναι  η αιώνια τιμωρία.

Εδώ το ποιητικό εγώ απευθύνεται στο εσύ. Όμως ποιος το εγώ και ποιος το εσύ;

Το πράγμα δείχνει να παίζει σε δύο επίπεδα, όπου ο ποιητής συνδιαλέγεται με το alter ego του, με το εγώ του μπροστά και πίσω από έναν νοερό καθρέφτη με το εγώ και το χαμένο εσύ στην ανυπαρξία,  του οποίου στήνει τον σκιώδη χώρο για να υπάρξει. Χώρο που εκτείνεται, όσο εκτείνεται η ψυχή  μέσα του, πιεσμένη σκληρά από την εξωτερική και  αβάσταχτη πραγματικότητα του  έξω του.

Η συλλογή τελείωσε, αλλά τίποτα δεν δείχνει ότι έπεσε η αυλαία του τέλους. Η ελεγεία μοιάζει να συνεχίζεται. Και ο Παπαγεωργίου φέρει το πένθος ενσωματωμένο κατάσαρκα στο είναι του, σαν να είναι ο επιλεγμένος, ο εκλεκτός εκείνος που του έπεσε ο κλήρος να αντέχει να σηκώνει του ασήκωτου πόνου.

 

Ο Γιάννης Παπακώστας είναι Ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

info:Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Έκτακτο Δελτίο  καιρού, Μελάνι

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ