Κόκκινο φιλί (διήγημα της Βίκυς Κλεφτογιάννη)

0
381

Βίκυ Κλεφτογιάννη.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη και στις αυλές ανέμιζαν κόκκινα πανιά – φούστες, μπλούζες, πουκάμισα, ό,τι υπήρχε σε κάθε σπίτι για να τιμηθεί το έθιμο. Κόκκινα έτρεχαν και τα νερά στα πλακόστρωτα, αίμα οι δρόμοι σ’ όλο το χωριό από τ’ αυγά που κόχλαζαν στα άλικα καζάνια. Σαν θησαυρό τα μάζευαν σαράντα μέρες, να ‘χουν να τσουγκρίσουν τη Λαμπρή.

Το σχέδιο είχε καταστρωθεί μέρες πριν, με βάση την παραγγελιά. Ξύπνησαν νωρίς και συναντήθηκαν στην κάτω πλατεία. Τριάντα αγόρια, των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου. Μοίρασαν τις γειτονιές. Ο καθένας μακριά απ’ τη δική του, μην τυχόν και τον καταλάβαινε καμιά γειτόνισσα. Ένα σπίτι, δύο αυγά. Οι πιο ξύπνιοι ξεμπέρδεψαν αμέσως. Έβαζαν μια φωνή απ΄τη μια μεριά του σπιτιού, πήγαινε η γυναίκα να δει ποιος τη ζητάει, έτρεχαν εκείνοι απ’ την άλλη, άρπαζαν δυο αυγά κι εξαφανίζονταν. Κι έμπαιναν οι νοικοκυρές με τις πιατέλες στα σπίτια κι έβγαιναν λίγο μετά και κοιτούσαν τριγύρω σαν κάτι να ‘χαν χάσει, και βούταγαν την κουτάλα βαθιά στο καζάνι μήπως είχε μείνει κανένα στον πάτο κι έμπαιναν πάλι στα σπίτια και τα ξαναμετρούσαν.

Στον Γιώργη έτυχε η μάνα του Αρίστου, η κυρα-Παγώνα, η πιο άγρια του χωριού με μια φωνή πιο δυνατή κι απ’ την καμπάνα. Την παραφύλαγε στην αυλή για ώρα όπως στεκόταν -αντρογυναίκα- πάνω από το καζάνι με τα χέρια στη μέση και τον έπιανε σύγκρυο. Όταν έβγαλε εκείνη τα πρώτα και τα άπλωσε σ’ ένα ταψί από μπακίρι κάτι μουρμούρισε και πήγε να μπει στο σπίτι. Την είδε ο Γιώργης που απομακρύνθηκε, έτρεξε, άρπαξε από ένα αυγό στην κάθε παλάμη, ζεματάγανε, έκανε να τα πετάξει ψηλά ν’ ανασάνει λίγο το δέρμα από την κάψα, πρόσεξε μην του πέσουν, αλλά δεν πρόσεξε την πέτρα που του ‘κοψε το δρόμο φεύγοντας. Με το πρόσωπο στα χώματα και με τα δυο αυγά κομμάτια στα χαλίκια τον πρόλαβε η κυρά-Παγώνα, ένιωσε τον ίσκιο της να τον σκεπάζει, παραλίγο να κατουρηθεί πάνω του, τον έπιασε εκείνη με το ένα χέρι από το σβέρκο σαν νεογέννητο γατί και τον σήκωσε όρθιο. «Πού πήγαινες βρε χτικιάρικο με τ’ αυγά; Δεν έβαψε η μάνα σου φέτος;», του φώναξε. Τότε ο Γιώργης με μια ανάσα της είπε ότι από τη μάνα του θα τα ‘κλεβε ο Σίμος και από τη μάνα του Σίμου ο Πετρής και πάει λέγοντας, έτσι ήταν η παραγγελιά που τους δόθηκε και πριν καλά-καλά το καταλάβει της είχε μαρτυρήσει τα πάντα. Κοίταξε η γυναίκα το αδύναμο σκαρί απ’ την κορφή ως τα νύχια, του έδωσε ένα αυγό απ’ το ταψί, του είπε να περιμένει, μπήκε στο σπίτι, γύρισε με ένα ακόμη στο χέρι, «πάρτο, αυτό δε θα στο σπάσει κανείς», του είπε.

Το απόγευμα της Λαμπρής μαζεύτηκαν τα αγόρια στο ερειπωμένο σπίτι, έξω απ’ το χωριό, με τα δυο αυγά ο καθένας. Ξεκίνησαν ανά δύο, ύστερα μεταξύ τους όσοι είχαν από ένα άσπαστο κι ύστερα οι νικητές, ώσπου απόμειναν ο Γιώργης με τον Αρίστο ν’ αναμετρηθούν. Στάθηκαν απέναντι – δυο μέτρα μπόι ο Αρίστος, σαν τη μάνα του – χτυπάει πρώτος με τη μύτη, βαθουλώνεται το αυγό του, ύστερα χτυπάει ο Γιώργης με το πίσω μέρος. Το γυρίζει, το κοιτάζει, άθικτο.

Έτσι, με το ξύλινο αυγό της κυρά-Παγώνας, ήταν αυτός απ’ τους τριάντα που φίλησε την Αναστασία, τη μέρα της γιορτής της, όπως τους το είχε ορίσει.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ