Κωνσταντινούπολη 1453, ένα «δύσκολο» αφήγημα(του Τριαντάφυλλου Πετρίδη)

0
398

 

του Τριαντάφυλλου Πετρίδη(*).

 

Θέμα του βιβλίου της Μαρίζας Ντεκάστρο είναι η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τα οθωμανικά στρατεύματα το 1453. Η Πόλη και η μάχη που δίνεται από Βυζαντινούς και Οθωμανούς για την τύχη της βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης.

Το βιβλίο ξεκινάει με την αναφορά στη δημιουργία του πρώτου οικισμού από τους Μεγαρείς αποίκους και συνεχίζει με τη μετατροπή του Βυζαντίου στην Πόλη του Κωνσταντίνου, τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ακολουθούν δύο κεφάλαια που αναφέρονται αντίστοιχα στην κατάσταση του βυζαντινού κράτους κατά τους τελευταίους αιώνες της ύπαρξής του και στους δύο πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, το βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο και τον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β΄. Στη συνέχεια η αφήγηση, οργανωμένη στον άξονα του χρόνου, εστιάζει με τρόπο «ημερολογιακό» στα κύρια συμβάντα που σημάδεψαν την πολιορκία και την άλωση. Από τη μια παρακολουθούμε τις συνεχείς και επίμονες προσπάθειες των Οθωμανών να «πατήσουν» την Πόλη, την τακτική του σουλτάνου, τον τρόπο που οργανώνει κάθε φορά τις επιθέσεις του, τα όπλα που διαθέτει, τον τρόπο που επιτυγχάνει τον ολοκληρωτικό ναυτικό αποκλεισμό της Πόλης. Από την άλλη διαβάζουμε για τις απεγνωσμένες και συντονισμένες προσπάθειες των συντριπτικά λίγων (σε σχέση με το μέγεθος του οθωμανικού στρατού) υπερασπιστών της Πόλης, οι οποίοι καλούνται να δώσουν μια μάχη ζωής και θανάτου. Ακολουθούν τρία ακόμη κεφάλαια που αναφέρονται στο «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο», στον τρόπο που γράφτηκε το βιβλίο και, τέλος, μια παρουσίαση των βασικών πρωτογενών πηγών, στις οποίες βασίστηκε η συγγραφέας. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τις «Σημειώσεις για την εποχή», όπου παρέχονται βασικές ιστορικές πληροφορίες για τους πρωταγωνιστές, τον τρόπο που αποκαλούνταν, το στρατό· επί της ουσίας πρόκειται για μια παρουσίαση των απαραίτητων ιστορικών όρων, η γνώση των οποίων καθιστά την αφήγηση λιγότερο κρυπτική.

Το βιβλίο, πέρα από ένα χρονικό της Άλωσης, επιδιώκει συνειδητά να αναδείξει πώς συγκροτείται μια ιστορική αφήγηση. Ότι ένα ιστορικό αφήγημα πρωτίστως βασίζεται σε συγκεκριμένες πρωτογενείς πηγές, που ο/η συγγραφέας πρέπει να μελετήσει, να κατανοήσει, πριν διαμορφώσει τη δική του/της αφήγηση. Ότι αυτές οι πηγές είναι οι μαρτυρίες από μια άλλη εποχή, από άλλους ανθρώπους που σκέφτονταν και αντιδρούσαν πολύ διαφορετικά από εμάς. Ότι πρώτιστο μέλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι να αποφύγουμε τις όποιες κρίσεις και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι έγινε, πώς και γιατί έγινε, τι σημασία είχε για τους ανθρώπους της εποχής. Φράσεις «όπως αφηγείται το χρονικό» (σ. 22), «φαίνεται να τους είπε τα εξής», «λέγοντας ίσως αυτά τα λόγια» (σ.29), «κάποιοι έγραψαν πως πρόσθεσε» (σ. 45) είναι διάσπαρτες σε όλη την αφήγηση, μια συνεχής υπόμνηση για τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της και μια αναφορά στα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για αυτό. Το όλο εγχείρημα ολοκληρώνεται με τον επίλογο του βιβλίου, που φέρει τον τίτλο «Πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο». Εδώ η συγγραφέας εγκαταλείπει την τριτοπρόσωπη αφήγηση και μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο στον αναγνώστη/στην αναγνώστρια τού/τής εκφράζει τη θέση της για το πώς αντιλαμβάνεται την ιστορική αφήγηση, ως μια κατασκευή, στην οποία υπάρχει το υποκειμενικό στοιχείο, αλλά η οποία βασίζεται στη μελέτη πηγών, και απαιτεί έρευνα γιατί η ουσία βρίσκεται στο να καταλάβεις πώς σκέφτονταν και δρούσαν οι άνθρωποι σε μια άλλη εποχή, διαφορετική από τη δική μας. Σημειώνει η συγγραφέας στο σχετικό κεφάλαιο: «Διάβασα βιβλία για το Βυζάντιο, για να μάθω λεπτομέρειες για την πορείας της αυτοκρατορίας από την ίδρυσή της μέχρι την κατάλυσή της και τους ανθρώπους που ζούσαν μέσα στα σύνορά της τις διάφορες χρονικές περιόδους, προσπάθησα να καταλάβω πώς σκέφτονταν, πώς ήταν η ζωή τους, τι πίστευαν. Τους πλησίασα μέσα απ’ αυτά τα διαβάσματα. Πιο κοντά τους όμως με έφεραν οι μαρτυρίες που κατέγραψαν στα χρονικά τους άνθρωποι που είτε τα έζησαν τα γεγονότα είτε τα άκουσαν από κάποιους που σώθηκαν». (σ. 49). Μια αναφορά όχι μόνο στο πώς γράφτηκε το βιβλίο, αλλά και στο πώς πρέπει να διαβαστεί αυτό.

Μια τέτοια προσέγγιση και οργάνωση των υλικών στα οποία στηρίζεται το βιβλίο επιτρέπει στα παιδιά να αντιληφθούν την αλλαγή μέσα στο χρόνο, την πολυπλοκότητα των φαινομένων, ότι για το ίδιο ζήτημα υπάρχουν πολλές και πολλαπλές προσεγγίσεις. Πώς γνωρίζουμε τις πληροφορίες που περιέχει η ιστορική αφήγηση; Υπάρχουν πράγματα που θα ήθελα να ξέρω; Οι πηγές που διαθέτω μου δίνουν πληροφορίες για αυτά; Μου δίνουν όλες οι πηγές τις ίδιες πληροφορίες για ένα φαινόμενο; Γιατί διαφορετικές πηγές μού δίνουν διαφορετικές πληροφορίες; Υπάρχουν κενά στη γνώση μου; Ερωτήματα που επί της ουσίας τους είναι εκφάνσεις της ιστορικής σκέψης και καλλιεργούν την κριτική ικανότητα των παιδιών. Γιατί η κριτική σκέψη δεν είναι παρά η δομική ολοκλήρωση και ο συνδυασμός νοητικών και ψυχολογικών δεξιοτήτων που είναι δυνατό να καλλιεργηθούν και μέσα από την ιστορία. Και οι δεξιότητες αυτές είναι η αναλυτική και η συνθετική ικανότητα, η επιχειρηματολογία, η τεκμηρίωση, η διακρίβωση της αιτιότητας που συνδέει τα ιστορικά γεγονότα μεταξύ τους, η αποκάλυψη των αξιών και των κινήτρων που καθοδήγησαν τη δράση ατόμων και ομάδων, η κατανόηση της ιστορικότητας των γεγονότων και των φαινομένων, η ιστορική ενσυναίσθηση.

Μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί αυστηρή χρήση των ιστορικών όρων, οι οποίοι στο συγκεκριμένο βιβλίο αποσαφηνίζονται συστηματικά (σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζουν «Οι σημειώσεις για την εποχή») και χρησιμοποιούνται στη σωστή ιστορική τους βάση: οι επιτιθέμενοι είναι οι «Οθωμανοί», η βυζαντινή αυτοκρατορία είναι η «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» και οι βυζαντινοί είναι «Ρωμαίοι», όπως εξάλλου και οι ίδιοι προσδιόριζαν μέχρι τέλος τον εαυτό τους.

Μια τέτοια προσέγγιση λαμβάνει υπόψη της τόσο τις τομές και τις ασυνέχειες όσο και τις συνέχειες. Το κύριο συμβάν είναι η τομή, η ασυνέχεια, η πτώση της Κωνσταντινούπολης και το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η ανάδυση και η εδραίωση μιας άλλης αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής. Όμως η Πόλη είχε μια προϊστορία, τόσο ως ένας οικισμός σε καίριο γεωγραφικό σημείο όσο και ως η νέα πρωτεύουσα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Και σε αυτήν αναφέρεται το εισαγωγικό κεφάλαιο για την ίδρυση της αποικίας, αλλά και την επιλογή του Βυζαντίου, σχεδόν χίλια χρόνια μετά, να γίνει η Κωνσταντινούπολη. Μπορεί η άλωση της Κωνσταντινούπολης να ορίζει το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ο βυζαντινός πολιτισμός συνέχισε μέσα από άλλους δρόμους να υπάρχει και να επηρεάζει τα πράγματα, να γεννά το ενδιαφέρον για τη μελέτη του.

Μια τέτοια προσέγγιση αναδεικνύει τις διαφορές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ότι τότε οι άνθρωποι σκέφτονταν πολύ διαφορετικά, ότι αντιλαμβάνονταν τα πράγματα αλλιώς από ότι σήμερα. Ο αντίπαλος είναι ο άπιστος, καθώς ο θρησκευτικός προσδιορισμός ήταν το κομβικό σημείο στην ταυτότητα των πληθυσμών την εποχή εκείνη. Και αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές, και για το πώς προσδιορίζουν οι Βυζαντινοί τους Οθωμανούς και οι Οθωμανοί τους Βυζαντινούς. Ακόμη, οι άνθρωποι την εποχή εκείνη έδιναν μεγάλη σημασία στους οιωνούς και σε άλλα σημάδια, μέσα από τα οποία επιχειρούσαν να προβλέψουν το μέλλον. Και σε αρκετά σημεία της αφήγησης, όταν οι πηγές προσφέρουν τέτοιου είδους πληροφορίες, έχουν ενσωματωθεί αυτές οι πληροφορίες.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποσιωπά τα «δύσκολα» ιστορικά θέματα, αλλά τα αντιμετωπίζει ορθολογικά, τονίζοντας την ιστορικότητά τους. Οι πρωταγωνιστές στο βιβλίο παρουσιάζονται να εκτιμούν τις καταστάσεις και να προσπαθούν να σταθμίσουν τα δεδομένα κάθε φορά που είναι να πάρουν αποφάσεις. Μπορεί οι αποφάσεις τους να είναι σκληρές, να σημαδεύουν μια άσχημη πλευρά της δράσης τους, ίσως και τα γκρίζα σημεία του χαρακτήρα τους, αλλά, καθώς παρατίθενται τα στοιχεία που διαμόρφωσαν κάθε φορά το πλαίσιο που κλήθηκαν να δράσουν, ακόμη και οι πιο σκληρές από αυτές, τοποθετούνται μέσα στο πλαίσιο της εποχής και τα δεδομένα της συγκυρίας, δηλαδή εξορθολογίζονται. Δύο παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το πρώτο αφορά στις αντιδράσεις του σουλτάνου στην επιτυχημένη ενίσχυση της άμυνας της Πόλης από τα πλοία που, υπό την ηγεσία του Φλαντανελά, κατάφεραν να σπάσουν τον οθωμανικό ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρουν προμήθειες στην πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη: «Ο σουλτάνος λύσσαξε. Όρμησε στη θάλασσα καβάλα στ’ άλογό του. Τα πλούσια ενδύματά του βράχηκαν από το αλμυρό νερό. Έβριζε και φώναζε στους στρατιώτες του. […] Αυτό το γεγονός βύθισε το Μωάμεθ σε μαύρες σκέψεις. Τι κι αν μαστίγωσε το ναύαρχό του, τι και αν τιμώρησε τους καπεταναίους του. Δεν ωφελούσε σε τίποτα. Έπρεπε να σπάσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης» (σ. 28). Το δεύτερο αφορά στην αντίδραση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, όταν οι υπερασπιστές της Πόλης απέτυχαν να κάψουν τον οθωμανικό στόλο, που στο μεταξύ δια ξηράς είχε ναυλοχήσει στον Κεράτιο κόλπο: «Η Πόλη θρήνησε το χαμό των ανθρώπων και των ελπίδων. Κι ο Παλαιολόγος σε αντίποινα εκτέλεσε όλους τους Οθωμανούς αιχμαλώτους -260 άντρες ήταν- πάνω στα τείχη» (σ. 41). Ο πόλεμος είναι μια βίαιη συνθήκη, στον οποίο οι άνθρωποι συμπεριφέρονται βίαια. Όμως σε μια τέτοια προσέγγιση, όπως αυτή που υιοθετείται από το βιβλίο, η βία δεν είναι αυτοσκοπός και η αφήγησή της δεν αποσκοπεί να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη/την αναγνώστρια σε μια μονοδιάστατη οπτική στο δίπολο καλός – κακός. Οι ωμότητες και η σκληρή πραγματικότητα της ήττας και της λεηλασίας που ακολούθησε δεν αποσιωπούνται, αλλά εκλογικεύονται, με την έννοια ότι αιτιολογούνται κάθε φορά με συγκεκριμένες αναφορές σε συμβάντα, γεγονότα, αντιλήψεις.

Έτσι, η αφήγηση (και πολύ περισσότερο η αφήγηση ενός ιδιαίτερα εμβληματικού επεισοδίου της ιστορίας) χάνει το φρονηματιστικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε κατανόηση του παρελθόντος. Και αυτό είναι το βασικό σημείο που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο βιβλίο από πολλά του είδους του. Είναι ένα αφήγημα, μια κατασκευή, η οποία διαπραγματεύεται ένα από τα «μεγάλα» γεγονότα της ιστορίας. Ωστόσο, δεν το αρνείται ούτε το αποσιωπά τον κατασκευασμένο χαρακτήρα του αφηγήματος. Αντίθετα τον υιοθετεί και τον προβάλλει, γιατί ο τρόπος που το επιχειρεί είναι ο τρόπος της ιστορικής επιστήμης. Και αυτό είναι που το κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

(*)Ο Τριαντάφυλλος Πετρίδης είναι ιστορικός και εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

 

INFO

Μαρίζα Ντεκάστρο, Κωνσταντινούπολη 1453, εικ. Σταμάτης Μπονάτσος, εκδ. Κέδρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ