Θέσπιδος και Σέλλεϋ…

0
65

Του Αλέξη Πανσέληνου.

«Η πιο κρυφή πληγή» είναι το 22ο πεζογράφημα του Βαγγέλη Ραπτοπουλου. Τον παρακολουθώ από τα πρώτα του βιβλία, γιατί στις αρχές της δεκαετίας του 80, έχοντας αποφασίσει να εκδόσω πρώτη φορά, είχα κάνει μια στροφή στην πυξίδα των αναγνώσεών μου για να ενημερωθώ – τι περίπου έλεγαν τα ελληνικά βιβλία που ακούγονταν τότε. Στην πορεία δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω όλα του τα βιβλία. Από τα σχετικά πιο πρόσφατα, το «Απέραντα άδειο σπίτι» του ήρθε και με βρήκε την εποχή που το δικό μου ήταν απέραντα άδειο και έκρουσε χορδές συμπαθητικές και οδυνηρές.

 

Και τώρα, από μια σύμπτωση, βρέθηκε μπρος μου «Η πιο κρυφή πληγή», το τελευταίο του μυθιστόρημα που – πρέπει να το πω – με βρήκε απρόθυμον να καταπιαστώ μαζί του. Κάτι όμως μου έλεγε να επιμείνω. Στο εξώφυλλο η φωτογραφία «Θέσπιδος και Σέλλεϋ» συνδυασμένη με τον τίτλο του μυθιστορήματος, έλεγε πως εδώ κάτι διαφορετικό συμβαίνει, που άξιζε να επιμείνω να δω αν και πώς διεκπεραιώνει το ακανθώδες θέμα του Εμφύλιου ένας άνθρωπος της δικιάς του γενιάς, χωρίς άμεση εμπειρία και γνώση των πραγμάτων. Οι πρώτες 80 σελίδες μου έλεγαν πως ματαιοπονώ. Όμως λίγο μετά από την 80η συμβαίνει ένα κλικ (ή ένα μπουμ! για να είμαστε ακριβέστεροι) και το μυθιστόρημα αρχίζει να απογειώνεται προς την επίτευξη μιας γεφύρωσης που σε πρώτο κοίταγμα φάνταζε αδύνατο να πραγματοποιηθεί.

 

Ο πρωτοπρόσωπος ήρωας του Ραπτόπουλου είναι κι αυτός γεννημένος δεκαετίες μετά τα γεγονότα και η σχέση του με αυτά είναι η ίδια με του συγγραφέα. Αναστημένος (ο αφηγητής του μυθιστορήματος) όπως και ο συγγραφέας στο Περιστέρι, μία από τις κόκκινες γειτονιές της Αθήνας, έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον γεμάτο με τις μνήμες του Εμφύλιου, τις αγριότητες, τους ηρωϊσμούς και κυρίως την παράνοιά του. Παρακινημένος από τον έρωτά του για ένα κορίτσι της γειτονιάς, και χάρη σ’ ένα τελείως προσχηματικό δόλωμα από την πλευρά του κοριτσιού, της Νίκης, ο Μιχάλης Αναστασόγλου ξεκινά να μάθει όσο μπορεί περισσότερα για τα Δεκεμβριανά – μια εποχή χαμένη στις ομίχλες του παρελθόντος, σε μια γειτονιά που και αυτή έχει πια χάσει τον λαϊκό της χαρακτήρα, όπως και οι κάτοικοί της.

 

Ακόμα κι όταν αντιλαμβάνεται ότι η ιδέα της μικρής του φίλης ήταν ένα χαζό πρόσχημα, ίσως και μια παγίδα, χωρίς πραγματικό περιεχόμενο και χωρίς την δυνατότητα να έχει τις συνέπειες που εκείνη δηλώνει πως προσδοκά από αυτήν την έρευνα, η υπόθεση του έχει πια γίνει πάθος. Έχει – απ’ ό,τι φαίνεται – και άλλους λόγους, ο Μιχάλης Αναστάσογλου – πέρα από τον έρωτά του για τη Νίκη. Ο παππούς του, ο κυρ Μιχάλης, έχει αφήσει ιστορία με την ένταξή του στην πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ένας παππούς που είναι η ισχυρότερη επίδραση πάνω στον εγγονό του και αφηγητή μας, αφού ο πατέρας του Μιχάλη δεν είναι παρά ένας χλωμός, ουδέτερος άνθρωπος, μόνιμα απών από την ζωή.

 

Κι εκεί επάνω, με ήρωες τη Νίκη και τους γονείς της και τον Μιχάλη με την δική του οικογένεια αρχίζει το παιχνίδι ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν – και μάλιστα το παρόν όχι μόνο της παιδικής ηλικίας και του νεανικού τους έρωτα, αλλά και της μεταγενέστερης ωριμότητας και των δύο, που θα τους φέρει ξανά κοντά, ζευγαρωμένους και πάλι χωρίζοντας, σε ένα διαρκές παιχνίδι έλξης και απώθησης, πλήρωσης και απογοήτευσης, κατάκτησης και απώλειας, που εξακολουθεί ανάμεσα στους δυο.

 

Η ίδια η Νίκη μοιάζει με την ξυπόλυτη αντάρτισσα της φωτογραφίας «Θέσπιδος και Σέλλεϋ» (που βλέπουμε στο εξώφυλλο του βιβλίου), ο παππούς Μιχάλης και ο εγγονός Μιχάλης, ο κύριος Μίμης και η εγκαταλειμένη σύζυγός του και τα ονόματα των σκοτωμένων στα Δεκεμβριανά, όσα ακούγονταν ακόμα ανάμεσα στους  παλιότερους και όσα αλιεύει ο ήρωάς μας από τις πηγές (έντυπες και μη) που ανασύρει όπου τις βρει, μπλέκουν σε ένα περιδινούμενο γαϊτανάκι αντικρυστών κατόπτρων που επιτρέπουν στους σύγχρονούς ήρωες του βιβλίου να συμμετέχουν αυτοπροσώπως στις μάχες και στα επεισόδια του ματωμένου Δεκέμβρη, αλλά και του μετέπειτα Εμφύλιου, ίσαμε το τέλος του, το 1949 – ωσάν το παρελθόν ποτέ να μην έχει πεθάνει και το παρόν να μην είναι παρά η συνέχεια, η συνέπεια, το επακόλουθο μιας εποχής που ως χθες τα δυο παιδιά της ιστορίας μας ουσιαστικά την αγνοούσαν.

 

Ο Ραπτόπουλος δεν αρκείται όμως μόνο σ’ αυτό το παιχνίδι της χρονικής εναλλαγής των εποχών γύρω από τους πρωταγωνιστές του. Ο Μιχάλης Αναστασόγλου είναι ηθοποιός το επάγγελμα, από εκείνους που διαβάζουν λογοτεχνία, με το μυαλό διαρκώς στο σανίδι, που όλα τα βιώνει σαν ρόλους, και στήνει ένα θεατρικό εμπνευσμένο από επεισόδιο που συνέβη στο Περιστέρι στη διάρκεια εκείνου του μαύρου Δεκέμβρη. «Η εξαφάνιση» του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, ένα σπουδαίο και δύσβατο μυθιστόρημα της δεκαετίας του 70, που ο Ραπτόπουλος το θαυμάζει ιδιαίτερα, δανείζει στον «Σκελετό», το πρωτότυπο θεατρικό που σκαρώνει ο Αναστασόγλου, όχι μόνο τμήματα της πλοκής του αλλά και αποσπάσματα βγαλμένα από το ίδιο το βιβλίο του Νικολαΐδη. Ήρωες του «Σκελετού» και πάλι ο ίδιος και τα πρόσωπα του άμεσου ενδιαφέροντός του – ο πατέρας της Νίκης, ο παππούς Μιχάλης, ο απών και άχρωμος πατέρας του αφηγητή. Και η Νίκη. Πάντα, ξανά, διαρκώς η Νίκη. Αλλά και ο αντεραστής του Αναστασόγλου – ο κακάσχημος και βλαξ Λευτέρης, ο παλιός τους φίλος από τα χρόνια των παιχνιδιών στην Παιδική Χαρά της γειτονιάς τους.

 

Τα συχνά (κάποτε υπερβολικά συχνά) τσιτάτα στην πρωτοπρόσωπή του αφήγηση  ολοκληρώνουν την εικόνα του ηθοποιού Μιχάλη Αναστασόγλου, που συνηθίζει να μιλά με λόγια «διαβασμένα» κάπου αλλού. Είτε είναι ελάττωμα της γραφής του Β.Ρ., είτε εύρημα ηθελημένο, για την ολοκλήρωση του χαρακτήρα ενός ηθοποιού (τείνω να πιστεύω πως μάλλον το πρώτο είναι παρά το δεύτερο) καταφέρνει στην περίπτωση της «Πιο κρυφής πλήγής» να λειτουργήσει θετικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γλώσσα του, που ναι μεν την θέλει, ασφαλώς, απλή και ανεπιτήδευτη, αλλά καμιά φορά γίνεται πολύ πιο ανεπιτήδευτη απ’ όσο θα ήθελε κανείς σε ένα μυθιστόρημα – στα όρια δηλαδή του πρόχειρου.

 

Όλα, όμως, στο μυθιστόρημα αυτό λες και λειτουργούν συντονισμένα για να δημιουργήσουν έναν απόλυτα πειστικό κόσμο και να μας παρασύρουν στην γοητεία της αμεσότητάς του. Ο Ραπτόπουλος –επειδή συναισθάνεται εξαρχής το δύσκολο στοίχημα αυτής της ιστορίας– μοιάζει κυριολεκτικά να πασχίζει, με μπουνιές και με κλωτσιές, με μια μανιακή εμμονή και με πάθος να συνταιριάξει, να εναρμονίσει και να συγχρονίσει (κυριολεκτικά να συγχρονίσει) τις δυο αυτές απομακρυσμένες εποχές, τη σημερινή και του 1944, τις δυο αυτές απομακρυσμένες γενιές (τη δική του, τη γενιά του Μιχάλη και της Νίκης – με τη γενιά του παππού και του πατέρα του), τις δυο αυτές διαφορετικές γειτονιές που ήταν το τότε και το σημερινό Περιστέρι. Και με τρόπο θαυμαστό τα καταφέρνει.

 

Σαν να μην έφτανε αυτό, και σαν ο συγγραφέας να μην έχει πεισθεί πως έχει εισχωρήσει τέλεια και απόλυτα στην καρδιά εκείνης της σκοτεινής εποχής, από τη μέση σχεδόν του μυθιστορήματος ορθώνει ένα ακόμα τείχος δυσκολίας, για να το ξεπεράσει, ένα ακόμα στοίχημα με τον εαυτό του και με το θέμα που το κερδίζει εξίσου απρόσμενα – κόντρα σε κάθε πρόβλεψη. Είναι το θεατρικό του Αναστασόγλου, «Ο σκελετός», που παίρνει τα πρόσωπα και τα πράγματα της ιστορίας του από το ρεαλιστικό και τα μεταθέτει στο συμβολικό. Το θεατρικό αυτό μας περιγράφεται σαν σχέδιο και καθώς ο αφηγητής μας αναπτύσσει και αναλύει το περιεχόμενο και τους συμβολισμούς του δράματος, για άλλη μια φορά η ισχυρή του φαντασία και η ίδια βίαιη επεμβατικότητα του θεληματικού του προστάγματος, ανακατεύει διαφορετικά τώρα τους ρόλους των γνωστών μας προσώπων στο casting του έργου. Μέσα από τον «Σκελετό» του Μιχάλη Αναστάσογλου περνούν δυο κυρίως ιστορίες. Εκείνη του αντάρτη που κρύβεται κάτω από τις σανίδες του πατώματος για να φαγωθεί από τα ποντίκια, ενώ ο σωτήρας του χωρίς να φταίει – καθυστερεί μοιραία να επιστρέψει να τον ανασύρει. Μια ιστορία φρίκης και αγωνίας. Και μια δεύτερη – μια ιστορία αηδίας και καταισχύνης – με ήρωες ακόμα μια φορά τη Νίκη, τον Μιχάλη και τον Λευτέρη-Άβερελ Ντάλτον, τον παλιό του αντεραστή, που καλύπτει την περίοδο προς το τέλος του 2ου Γύρου του Εμφύλιου, στα βουνά και τις πόλεις της μακεδονικής υπαίθρου.

 

Ο επίλογος του θεατρικού οδηγεί τον Ραπτόπουλο ένα ακόμα σκαλοπάτι πιο ψηλά. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι το μυθιστόρημα πρέπει να φτάσει ως το τέλος, και το τέλος είναι η σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν. Και πάλι εφευρίσκει, για το κλείσιμο του θεατρικού του «Σκελετού» και του μυθιστορήματος, τον ρόλο τουΤρελού της Πλατείας Συντάγματος, της πλατείας των Αγανακτισμένων του 2011. Εκεί όπου όλα ξεκίνησαν τον Δεκέμριο του 1944. Εκεί, σύγχρονοι πια με τα γεγονότα, ο Μιχάλης και η Νίκη βιώνουν άμεσα την εξέγερση, στο σημείο της πόλης απ’ όπου όλα ξεκίνησαν. Ο κύκλος έκλεισε. Το θεώρημα αποδείχτηκε.

 

Τι προκύπτει από αυτό το πάντρεμα; Πολύ συχνά τελευταία συγγραφείς σαν τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο και άλλοι ακόμα νεότεροί του, στρέφουν τα θέματά τους στον Εμφύλιο και στην Κατοχή. Ασφαλώς δεν είναι από νοσταλγία. Τι είναι λοιπόν; Είναι απλούστατα η συνειδητοποίηση πως εκεί, στις δυο αυτές μαύρες εποχές της νεοελληνικής ιστορίας, που διαδέχτηκαν άμεσα, χωρίς ειρηνικό διάλειμμα η μία την άλλη, βρίσκονται οι περισσότερες από τις απαντήσεις που ψάχνουμε όλοι να βρούμε για να εξηγήσουμε την σημερινή μας κατάσταση. Αν η πιο κρυφή πληγή του Μιχάλη Αναστασόγλου είναι ο έρωτάς του, φευγαλέος, διακοπτόμενος και εσαεί επαναλαμβανόμενος στη διάρκεια δεκαετιών, με τη Νίκη, η πιο κρυφή πληγή του τόπου μας, λέει ο συγγραφέας, είναι εκείνα τα μαύρα Δεκεμβριανά που εξαπέλυσαν στο καθημαγμένο σώμα της Ελλάδας τον αιματηρό Εμφύλιο. Η πληγή αυτή –επιμένει ο Ραπτόπουλος– έχοντας κακοφορμίσει μπορεί  να μας εξηγήσει το γιατί και το πώς φτάσαμε εδώ. Και ενώ η Κατοχή αφορά τα δεινά που οι άλλοι προκάλεσαν σε αυτόν τον τόπο, όμως ο Εμφύλιος, αφορά τα δεινά που οι ίδιοι προκαλέσαμε στον εαυτό μας, για τα οποία δεν μπορούμε να αναζητήσουμε το φταίξιμο αλλού.

*ομιλία του Αλέξη Πανσέληνου στην εκδήλωση της Γενναδείου, με αφορμή τη δωρεά του αρχείου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ