Η πανσιόν Βωκέ

1
236

Της Λίλας Κονομάρα.

Πανσιόν ΒωκέΤα πανδοχεία, προσωρινά καταλύματα, χτισμένα ως επί το πλείστον κοντά σε δρόμο ή πέρασμα, έχουν εμπνεύσει μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες σε αρκετούς συγγραφείς. Στην πλειοψηφία, πρόκειται για ιστορίες αλλόκοτες, γεμάτες μυστήριο ή τρομακτικές, που δανείζονται πολλά στοιχεία από τη λογοτεχνία του φανταστικού. Το πανδοχείο του Γκι του Ντίκενς, Το Πανδοχείο του Μωπασάν, Το Πανδοχείο των δύο Μαγισσών του Κόνραντ, Η ταβέρνα της Τζαμάικα της Δάφνης ντι Μωριέ που γυρίστηκε ταινία από τον Χίτσκοκ είναι από τα πιο διάσημα.

Σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ τοποθετεί επίσης τη δράση ενός από τα γνωστότερα έργα του, του Μπάρμπα-Γκοριό σε ένα πανδοχείο, την περιβόητη pension Vauquier που μεταφράστηκε στα ελληνικά ως πανδοχείο, προφανώς ελλείψει ελληνικής λέξης για το pension που ωστόσο δεν είναι ακριβώς συνώνυμο του πανδοχείου ή του ξενώνα καθώς δεν βρίσκεται υποχρεωτικά σε κάποιο πέρασμα, μπορεί δε να αποτελέσει μόνιμο κατάλυμα για κάποιον.

Μετά τους Σουάνους και το Μαγικό Δέρμα, ο Μπαλζάκ συλλαμβάνει την ιδέα να γράψει μια σειρά μυθιστορημάτων όπου θα εμφανίζονται οι ίδιοι χαρακτήρες και οι οποίοι θα απεικονίζουν το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας. Όπως λέει στον πρόλογο της Ανθρώπινης Κωμωδίας – έργο που περιλαμβάνει 100 περίπου τόμους και του οποίου ο τίτλος παραπέμπει στη Θεία Κωμωδία του Δάντη – ο στόχος του ήταν «να κάνει την απογραφή της γαλλικής κοινωνίας» του πρώτου μισού του 19ου  αιώνα «αναπαράγοντας και ταυτόχρονα εξηγώντας» τα ήθη της εποχής.                                               Το 1834 σ’ ένα γράμμα του στην κόμισα Εύα Χάνσκα – ερωμένη του για είκοσι περίπου χρόνια και μετέπειτα γυναίκα του – διευκρινίζει: «Τα ήθη αποτελούν το θέαμα, τα αίτια τα παρασκήνια και τους μηχανισμούς».

Μετά την πρώτη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει με την Ευγενία Γκραντέ το 1833, ο Μπαλζάκ γράφει δύο χρόνια αργότερα τον Μπαρμπα-Γκοριό, έργο το οποίο αρχικά δημοσιεύεται σε δύο μέρη στην επιθεώρηση “La Revue de Paris” και όπου εφαρμόζει για πρώτη φορά την ιδέα του: 23 πρόσωπα του μυθιστορήματος αυτού θα επανεμφανιστούν στα επόμενα έργα του. Πρόκειται για πραγματικό θρίαμβο και την ίδια κιόλας χρονιά γίνονται διασκευές του βιβλίου για το θέατρο.

Μεταφέροντας τις ιδέες του φυσιοδίφη Geoffroy Saint-Hilaire στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ θέλησε να δείξει πώς ο χαρακτήρας, η ύπαρξη ολόκληρη των ανθρώπων, συνδέονται άμεσα με το περιβάλλον. Γι’ αυτό το λόγο κυρίαρχο ρόλο παίζει στο έργο του η ακριβής αναπαράσταση της εξωτερικής πραγματικότητας, οι σχοινοτενείς περιγραφές των χώρων και των αντικειμένων, η έμφαση στην πιστότητα, στη λεπτομέρεια, στην αληθοφάνεια.

Οι πρώτες σελίδες του Μπαρμπα-Γκοριό είναι αφιερωμένες στην περιγραφή της πανσιόν Βωκέ, της ιδιοκτήτριάς της και των ενοίκων. Η περιγραφή αυτή αποτελεί το αρχέτυπο της μεθόδου που ακολουθούσε ο Μπαλζάκ: η αναπαράσταση των χώρων προετοιμάζει την είσοδο των προσώπων, εξηγεί κάποιες από τις αντιδράσεις τους, μαρτυρά έναν τρόπο ζωής και σκέψης. Η ίδια η διαμόρφωση της πανσιόν αντανακλά την οικονομική κατάσταση των ενοίκων: όσο ανεβαίνεις τους ορόφους, τόσο μεγαλύτερη φτώχεια συναντάς. Σαν ένας φακός που κάνει ζουμ, ο συγγραφέας περνάει από ένα γενικό πλάνο της συνοικίας για να εστιάσει στο στενό δρομάκι και στο συγκεκριμένο κτίριο, πριν χωθεί στο εσωτερικό του. Η πανσιόν αυτή, που κρύβει όλες τις φιλοδοξίες, τις πικρίες και τα όνειρα μιας λαϊκής συνοικίας του Παρισιού, θα είναι και ο χώρος του δράματος. Δια μέσου της περιγραφής των δωματίων, των φθαρμένων επίπλων και των κάθε λογής αντικειμένων, αλλά και των οσμών και των χρωμάτων, ο Μπαλζάκ πλάθει χαρακτήρες προσιτούς και οικείους συσχετίζοντάς τους πάντα με το περιβάλλον από το οποίο προέρχονται και στο οποίο ζουν, δημιουργώντας συχνά «τύπους» που παίρνουν τη διάσταση συμβόλου μέσα στο έργο και ταυτόχρονα μοναδικούς. Ο δρόμος, το σπίτι, τα ρούχα, ακόμα και το σχήμα των χεριών ή η στάση του σώματος μιλούν για την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του ήρωα – τις φιλοδοξίες για κοινωνική ανέλιξη, τη δίψα των απολαύσεων, τη διαφθορά, τη μοναξιά, τα πάθη και τις αρετές –  και μοιάζουν να υπάρχουν μέσω αυτού και χάρη σ’ αυτόν, λες και άνθρωποι και χώροι προϋποθέτουν και συνεπάγονται ο ένας τον άλλο.

 

   «Το οίκημα που στεγάζει το αστικό πανδοχείο ανήκει στην κυρα-Βωκέ. Βρίσκεται χαμηλά στην οδό Νεβ-Σαιντ-Ζενεβιέβ, εκεί που ο δρόμος κατηφορίζει προς την οδό ντε λ’ Αρμπαλέτ σε μια τόσο απότομη και κακοτράχαλη κλίση που τα άλογα σπάνια ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν. Αυτή η συνθήκη ευνοεί την ηρεμία που βασιλεύει σ’ αυτούς τους στενούς δρόμους, ανάμεσα στους θόλους του Βαλ-ντε-Γκρας και του Παντεόν, δυο μνημεία που διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα ρίχνοντας κιτρινωπές αποχρώσεις και σκιάζοντας τα πάντα με την επιβλητική χροιά που αντανακλούν οι τρούλοι τους. Εδώ, τα λιθόστρωτα είναι στεγνά, τα ρείθρα δεν έχουν ούτε λάσπη ούτε νερό, χορτάρια φυτρώνουν κατά μήκος των τοίχων. Ακόμη και ο πιο ανέμελος διαβάτης εδώ νιώθει θλίψη σαν όλους τους περαστικούς, ο θόρυβος μιας άμαξας αποτελεί γεγονός, τα σπίτια είναι γκρίζα, οι τοίχοι μυρίζουν φυλακή. Ένας ξεστρατισμένος Παριζιάνος θα έβλεπε εδώ μόνο αστικά πανδοχεία ή σχολεία, αθλιότητα ή πλήξη, γηρατειά που πεθαίνουν, χαρούμενα νιάτα αναγκασμένα να δουλεύουν. Καμιά συνοικία του Παρισιού δεν είναι πιο φρικτή ούτε πιο, κατά κάποιο τρόπο άγνωστη….

   Καθώς προορίζεται για να καλύπτει τις ανάγκες του αστικού πανδοχείου, το ισόγειο αποτελείται καταρχήν από ένα δωμάτιο που φωτίζεται από τα δύο παράθυρα του δρόμου και έχει για είσοδο μια μπαλκονόπορτα. Αυτό το σαλόνι συνδέεται με μια τραπεζαρία που χωρίζεται από την κουζίνα με μια σκάλα, της οποίας τα σκαλοπάτια είναι φτιαγμένα από ξύλο και γυαλιστερά, χρωματιστά πλακάκια. Δεν υπάρχει κάτι πιο θλιβερό από τη θέα αυτού του σαλονιού, του επιπλωμένου με πολυθρόνες και καρέκλες που καλύπτονται από τρίχινα υφάσματα με ρίγες λείες και τραχιές εναλλάξ. Στο κέντρο του βρίσκεται ένα στρογγυλό τραπέζι από γκρίζο μάρμαρο με λευκές κηλίδες, διακοσμημένο με εκείνο το συνηθισμένο σερβίτσιο από λευκή πορσελάνη στολισμένη με μισοσβησμένα χρυσά σχέδια. Αυτό το δωμάτιο με το φθαρμένο ξύλινο πάτωμα είναι σοβατισμένο χαμηλά, σε ύψος ενός μέτρου. Η υπόλοιπη επιφάνεια του τοίχου είναι καλυμμένη με μια παλιά ταπετσαρία που απεικονίζει τις βασικές σκηνές του «Τηλέμαχου» με τους κλασικούς πρωταγωνιστές έγχρωμους. Στο διάστημα ανάμεσα στα παράθυρα με τα σιδερένια κάγκελα οι ένοικοι απολαμβάνουν τον πίνακα που απεικονίζει το γεύμα που προσέφερε η Καλυψώ στο γιο του Οδυσσέα. Για σαράντα χρόνια αυτός ο πίνακας προκαλεί τα πειράγματα των νεαρών ενοίκων που θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους και περιφρονούν το δείπνο που η άθλια ζωή τους μπορεί να τους προσφέρει. Το πέτρινο τζάκι του οποίου η πάντα καθαρή εστία μαρτυρά ότι η φωτιά ανάβει μόνο σε σημαντικές περιστάσεις, έχει για στολίδι δυο ανθοδοχεία γεμάτα ψεύτικα λουλούδια, παλιά και φθαρμένα που πλαισιώνουν το πιο κακόγουστο γαλάζιο, μαρμάρινο εκκρεμές. Αυτό το δωμάτιο αναδίνει μια μυρωδιά που δεν υπάρχουν λέξεις για να την περιγράψουν και που θα έπρεπε να αποκαλείται «η μυρωδιά του πανδοχείου». Μυρίζει κλεισούρα, μούχλα, ξινίλα. Είναι υγρή, προκαλεί ρίγη, διαπερνά τα ρούχα. Σαν αίθουσα μετά από δείπνο, βρωμάει αποφάγια, ιδρώτα, φτώχεια. Ίσως να μπορούσε να περιγραφεί αν εφευρίσκαμε μια μέθοδο αξιολόγησης των εμετικών στοιχείων που αναδίνει το συνάχι και ο ιδρώτας του κάθε ενοίκου, νέου ή γέρου. Ε λοιπόν, παρά τις τόσες αρμονικές εκφάνσεις ασχήμιας, αν το συγκρίνατε με την τραπεζαρία  με την οποία συνδέεται, θα βρίσκατε αυτό το σαλόνι κομψό και ευωδιαστό όπως ένα ιδιαίτερο δωμάτιο κυρίας. Εκείνη η αίθουσα, εξ ολοκλήρου επενδυμένη με ξύλο, ήταν κάποτε βαμμένη με ένα χρώμα που δεν διακρίνεται πια, και το οποίο αποτελεί ένα φόντο πάνω στο οποίο τα στρώματα της βρωμιάς έχουν αποτυπώσει λεκέδες που μοιάζουν με παράξενες φιγούρες. Είναι γεμάτη με λιγδιασμένους μπουφέδες που πάνω τους έχουν τοποθετήσει θαμπωμένες κανάτες, μεταλλικούς δίσκους, στίβες πιάτων από χοντρή πορσελάνη με γαλάζια σχέδια, φτιαγμένα στην Τουρνέ. Σε μια γωνιά είναι τοποθετημένο ένα κουτί με αριθμημένα χωρίσματα που χρησιμεύει για να τακτοποιούν τις λερωμένες ή λεκιασμένες πετσέτες του κάθε ένοικου. Υπάρχουν τέτοια έπιπλα, άφθαρτα, που κανείς δεν τα θέλει πια, αλλά που εκεί έχουν βρει τη θέση τους σαν απομεινάρια των Ανιάτων. Θα μπορούσατε να δείτε ένα βαρόμετρο μ’ ένα σπουργίτι που βγαίνει  όταν βρέχει. Απωθητικές γκραβούρες που διώχνουν την όρεξη σε μαύρα ξύλινα κάδρα με χρυσές ρίγες. Ένα εκκρεμές από ταρταρούγα με επένδυση χαλκού. Μια πράσινη θερμάστρα, λάμπες του Αργκάν όπου η σκόνη αναμιγνύεται με το λάδι, ένα μακρύ τραπέζι καλυμμένο με ύφασμα τόσο λιγδιασμένο όπου κάποιος αστείος πελάτης μπορεί να γράψει το όνομά του χρησιμοποιώντας το δάχτυλό του, ακρωτηριασμένες καρέκλες, άσχημα ψάθινα χαλάκια που συνεχώς αλλάζουν θέση αλλά ποτέ δεν χάνονται, κι έπειτα, άθλιες σόμπες τρύπιες και σπασμένες, με χαλασμένους μεντεσέδες, έτοιμες να γίνουν στάχτη. Για να εξηγήσω πόσο αυτά τα έπιπλα είναι παλιά, ραγισμένα, φθαρμένα, ξεχαρβαλωμένα, διαβρωμένα, κουτσά, στραβά, άχρηστα, πεθαμένα, θα έπρεπε να κάνω μια περιγραφή που θα εξαντλούσε το ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιστορία και που οι βιαστικοί αναγνώστες δεν θα συγχωρούσαν. Τα κόκκινα πλακάκια του πατώματος είναι γεμάτα ατέλειες είτε από φθορά είτε από βαψίματα. Τέλος, εδώ κυριαρχεί η αθλιότητα χωρίς γοητεία, μια τσιγκούνικη μιζέρια, συμπυκνωμένη, φθαρμένη. Αν και ακόμη δεν έχει βούρκο, έχει λεκέδες. Αν και δεν έχει τρύπες ούτε κουρέλια, θα υποστεί τη σήψη.

   Αυτό το δωμάτιο βρίσκεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια τη στιγμή που, κατά τις επτά το πρωί, ο γάτος της κυρα-Βωκέ προπορεύεται της αφεντικίνας του, πηδά πάνω στους μπουφέδες, μυρίζει το γάλα από τα φλιτζάνια τα καλυμμένα με τα πιατάκια τους και αφήνει να ακουστεί το πρωινό του γουργούρισμα. Αμέσως εμφανίζεται η χήρα, φορώντας με αδέξιο τρόπο το τούλινο σκουφί της απ’ όπου κρέμονται ολόγυρα μια σειρά από ψεύτικες τούφες και περπατά σέρνοντας τις τσακισμένες παντόφλες της. Το γέρικο, στρουμπουλό πρόσωπό της, που στο κέντρο του εξέχει μια μύτη σαν ράμφος παπαγάλου, τα κοντά και παχουλά της χέρια, η χοντρή της κοψιά σαν ποντικού της εκκλησίας, το παραφουσκωμένο στήθος της που τρέμει, εναρμονίζονται με αυτή την αίθουσα όπου ρέει η δυστυχία, όπου κουρνιάζει η κερδοσκοπία, και της οποίας το ζεστό και δύσοσμο αέρα η κυρά-Βωκέ ανασαίνει χωρίς να αηδιάζει. Το πρόσωπό της φρέσκο από την πρωινή φθινοπωρινή δροσιά, τα μάτια της ρυτιδιασμένα με μια έκφραση που περνά από το χαμόγελο της χορεύτριας στην πικρή γκριμάτσα του πιστωτή, όλος ο εαυτός της ερμηνεύει το πανδοχείο, όπως το πανδοχείο περικλείει τον εαυτό της. Δεν γίνεται φυλακή χωρίς δεσμοφύλακα, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί το ένα χωρίς το άλλο. Η χλωμή ευσαρκία αυτής της κοντής γυναίκας είναι προϊόν αυτής της ζωής, όπως ο τύφος είναι συνέπεια των αναθυμιάσεων ενός νοσοκομείου. Το μάλλινο πλεκτό της μεσοφόρι που φαίνεται κάτω από μια φούστα από παλιό μεταποιημένο φόρεμα και που προβάλλει μέσα από τα σχισίματα του φθαρμένου υφάσματος, αποτελεί τη σύνοψη του σαλονιού, της τραπεζαρίας, του κήπου, φανερώνει την κουζίνα και προϊδεάζει για τους ενοίκους της. Όταν εκείνη βρίσκεται εκεί, αυτό το θέαμα ολοκληρώνεται.»

μπαρμπα Γκοριο

Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ο Μπαρμπα-Γκοριό (μεταφρ. Δέσποινα Μαντοπούλου, εκδ. Bookstars)

 

 

Η οδός Νεβ-Σαιντ-Ζενεβιέβ έχει μετονομαστεί σε οδό Τουρνεφόρ. Βρίσκεται στο Quartier Latin κοντά στην Place de la Contrescarpe, όπου για κάποιο διάστημα έμεινε αργότερα ο Χεμινγουέι, και στην οδό Μουφτάρ, δρόμο γνωστό για τη ζωντάνια του και τα πολυάριθμα εστιατόρια και μπιστρό του. Στη θέση όπου πιθανόν βρισκόταν η πανσιόν Βωκέ υπάρχει σήμερα ένα σύγχρονο κτίριο.

Είναι γνωστό ότι η μετάφραση ενός έργου του Μπαλζάκ αποτελεί άθλο λόγω των διεξοδικών περιγραφών και των εξαιρετικά σύνθετων προτάσεών του. Αυτό ακριβώς όμως είναι και μέρος της μαγείας του την οποία δυστυχώς δεν λίγες φορές έχουμε μπορέσει  να απολαύσουμε στα ελληνικά.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. «Πολλοί επαγγελματίες μεταφραστές, αλλά και μια πλειάδα συγγραφέων και λογίων (Ν. Βρεττάκος, Γ. Βλαστός, Α. Μοσχοβάκης, Αρης Αλεξάνδρου, Ανδρέας Φραγκιάς, Γιάννης Αγγέλου, Τίτος Πατρίκιος…) απέδωσαν στη γλώσσα μας την Ανθρώπινη Κωμωδία, σημαδεύοντας το πρωτότυπο έργο τους.

    Μολαταύτα, η συνθετική της πληρότητα παραδίδεται στο σύγχρονο κοινό ελλιπής, αν όχι ακρωτηριασμένη. Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ανασυνθέσει τις διάφορες εκδόσεις και μάλιστα σε ένα σύνολο με συμβατή μεταφραστική και αναγνωστική ποιότητα: εκδόσεις παιδικές, βιβλιοθήκη του πνευματισμού ή του σινεμά (για όσα έργα δάνεισαν το θέμα τους σε σενάρια εμπορικών ταινιών), οι αξιόλογες μεταφραστικές προσπάθειες κρύβονται συχνά πίσω από παλιομοδίτικες εκδόσεις και παρωχημένη γλώσσα, φτηνά ριμέικ κρύβουν κάτω από γυαλιστερά εξώφυλλα μια επιπόλαιη προσέγγιση σοβαρών παλαιοτέρων εγχειρημάτων.» http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=111369

    Οι Γάλλοι έχουν την Pléiade κι εμείς μία πλειάδα εκδόσεων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ