Η Νίκη του Χωμενίδη

0
2161

 

Της Έλενας Χουζούρη.

 

 

Όταν, το 1993, κυκλοφόρησε το «Σοφό Παιδί» ο Χρήστος Χωμενίδης ήταν 27 χρονών. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό όλων μας, μεγαλύτερων και νεότερων κριτικών ή δημοσιογράφων περί το βιβλίο. Επιτέλους μια αιρετική, ρηξικέλευθη νεότατη φωνή που τολμάει να δει λοξά,  σχεδόν κυνικά  και με ένα υπόγειο μαύρο χιούμορ την εποχή της   δικτατορίας των συνταγματαρχών. Κάναμε τις ηλικιακές προσθαφαιρέσεις  και βρήκαμε ότι ο νεαρότατος συγγραφέας  δεν είχε συμπληρώσει ούτε τον ένα του χρόνο ζωής τον Απρίλιο του 1967, κοινώς μπουσουλούσε ακόμα. Ως μη φέρων λοιπόν παρά τις παιδικές σοφές αναμνήσεις που συνήθως απέχουν κατά πολύ από εκείνες των μεγάλων, είτε είναι χαρούμενες είτε μαύρες κι άραχλες – σύνηθες για την εν λόγω εποχή- ο Χωμενίδης δεν δίστασε να κάνει με προκλητικό πλην λίαν εντυπωσιακό, θεματικά  και υφολογικά, τρόπο το  λογοτεχνικό του ντεμπούτο. Δύο πράγματα συνέβησαν από κει και πέρα. Ή ο θαυμαστικός τρόπος που υποδεχθήκαμε απαξάπαντες «Το Σοφό Παιδί» του κατέβασε το μέτρο και τον έκανε να νοιώσει υπέρμετρα ικανοποιημένος άρα τον εφησύχασε ή επέλεξε συνειδητά  έναν άλλον δρόμο από εκείνον που περιμέναμε να ακολουθήσει. Εκείνον δηλαδή που δεν είχε σχέση με μια πιο κλειστή και για πιο απαιτητικούς και υποψιασμένους αναγνώστες «δύσκολη» λογοτεχνία, βασιζόμενη κυρίως στις υφολογικές της ανατροπές και ευρηματικότητες, αλλά σε μια περισσότερο  κατανοητή και ανοιχτή  σε ευρύτερα αναγνωστικά κοινά λογοτεχνία που βασίζεται  κυρίως στη  γραμμική αφήγηση και την χρονική παράθεση των επεισοδίων. Νομίζω ότι συνέβη το δεύτερο. Φτάνω σ αυτό το, εκ των υστέρων, συμπέρασμα, από τα στοιχεία που μου δίνει η εικοσάχρονη πλέον διαδρομή του Χωμενίδη,   άμεσα συνυφασμένη με τον δημόσιο χώρο και την δημόσια περσόνα που έχει καλλιεργήσει και συνεχίζει να καλλιεργεί μέσα σ αυτόν. Θέλω επίσης να προσθέσω ότι η επιλογή αυτή του Χωμενίδη δεν έχει να κάνει με τυχόν συγγραφικές του ελλείψεις η δυνατότητες αλλά-πιστεύω επίσης- με μια ανάγκη του να διαβάζεται,  ακούγεται,  βλέπεται από ευρύτερα κοινά. Και η λογοτεχνία του; Τι απέμεινε από «Το Σοφό Παιδί»; Τρία –κατά τη γνώμη μου- σημαντικά πράγματα: Η αναμφισβήτητη αφηγηματική του ικανότητα,, το ανατρεπτικό του χιούμορ, και ο υπόγειος κυνισμός του. Συν το ότι στα περισσότερα μυθιστορήματά του καταγίνεται με φαινόμενα ή πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας με την ίδια οπτική, φαινομενικά ανάλαφρη, στην ουσία της έντονα γελοιογραφική και σχεδόν απορριπτική. Μερικές φορές μάλιστα μπορεί να σου δίνει την εντύπωση ενός μεγάλου παιδιού-όχι τόσο σοφού- που του αρέσει  να προκαλεί περιπαίζοντας  τα όσα εντοπίζει και καταγράφει.

Στη «Νίκη» το πρώην σοφό παιδί, φαίνεται ότι έχει πια εισέλθει σε ωριμότερη φάση, από κάθε άποψη. Στα 48 του πια ο Χρήστος Χωμενίδης, είναι φανερό ότι διαθέτει και  την ψυχική δύναμη και την δυνατότητα να έρθει αντιμέτωπος με τη μνήμη και τις ιστορίες που ξεπηδούν μέσα από αυτήν, καλές και κακές. Σε πρώτο πλάνο, με την οικογενειακή μνήμη, αυτή που δημιουργεί την μικρή Ιστορία. Σε δεύτερο, τη συλλογική, αυτήν που δημιουργείται από την  μεγάλη Ιστορία. Σε τρίτο πλάνο, με  την μακρόσυρτη, πολυκύμαντη, και πολύπονη Ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, στον  Αιώνα των Άκρων, κατά την περίφημη ρήση του Χόμπσμπάουμ, δηλαδή τον εικοστό. Αφετηρία όλων των παραπάνω ένα μοναδικό, κομβικό για τον καθένα μας   γεγονός , φυσικά  και για τον συγγραφέα: Ο θάνατος της μητέρας του, Νίκης, το 2008.  Ήταν η Νίκη μια οποιαδήποτε μητέρα; Τα βιογραφικά της στοιχεία βοούν πως όχι. Διότι η Νίκη  ήταν η κόρη του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς, Βασίλη Νεφελούδη και η ζωή της από τη γέννησή της έως την πρώτη νεότητά της ταυτίστηκε με την ιστορία του πατέρα της, την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς. Ωστόσο, όπως πολύ ορθά επισημαίνει σε παρένθεση ο συγγραφέας το γεγονός ότι η Νίκη ήταν μητέρα του δεν έχει σημασία. Δεν έχει επίσης σημασία το ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας  ακουμπάει σ εκείνη την οραματική αλλά και διαψευσμένη γενιά, εννοώ του παππού του. Πιθανότατα να είχε  σημασία όταν έγραφε το «Σοφό παιδί» με την έννοια ότι ήθελε- όπως κάθε νέος- να υπερβεί κάποιες οικογενειακές παραδόσεις που τις ένοιωθε ασφυχτικές για κείνον γι αυτό κι εκείνη η έντονη ανάγκη παρωδίας κάποιων σχεδόν ιερών παραμέτρων. Ωστόσο και πάλι τίποτα από αυτά δεν έχουν κατά τη γνώμη μου σημασία. Το μόνο που μένει και ενδιαφέρει τελικά είναι το ίδιο το κάθε φορά μυθιστόρημα που γράφει ένας συγγραφέας. Αν ξεχάσουμε λοιπόν το εξωλογοτεχνικό γεγονός της σχέσης του συγγραφέα με την Νίκη τότε έχουμε ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει την οικογενειακή σάγκα με την Ιστορία της ελληνικής Αριστεράς κυρίως κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και κάποια χρόνια μετά τον εμφύλιο. Εσκεμμένα θα αποφύγω έναν όρο που τελευταία επανέρχεται συχνά σε κριτικά κείμενα: Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Για το τι είναι αυτοβιογραφικό και τι βιωματικό έχει υπάρξει ολόκληρη συζήτηση ήδη από τη δεκαετία του 1970 και το τοπίο έχει σε μεγάλο βαθμό ξεκαθαριστεί, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Ωστόσο, για να επανέρθουμε, το ότι ένας συγγραφέας αφορμάται από οικογενειακές ιστορίες ή γεγονότα, η και πρόσωπα οικογενειακά του, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε «αυτοβιογραφικά» τα μυθιστορήματά του. Πιο κοντά, σε κάποιες περιπτώσεις,  θα μπορούσε να είναι ο όρος «βιωματικά» με την έννοια που του έχει προσδώσει ο Γιώργος Ιωάννου [1927-1985]. Στην περίπτωση ωστόσο της «Νίκης» πιστεύω ότι ελάχιστα μπορεί να ισχύει ο δεύτερος όρος και σε καμιά περίπτωση ο πρώτος. Ο Χωμενίδης όχι μόνον δεν έχει ζήσει τίποτα απ όσα αφηγείται μέσω της ηρωίδας του αλλά, επί πλέον,  ανήκει στην πρώτη γενιά που δεν την άγγιξε ούτε καν η ατμόσφαιρα  των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων της  δεκαετίας του 1970. Το μόνο βιωματικό στοιχείο που ανιχνεύεται- και μάλιστα στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος- είναι η σχέση του με την ετοιμοθάνατη Νίκη. Για να μπορέσει να αποφύγει, εξάλλου,  την οποιαδήποτε «αυτοβιογραφική» νότα ,  αλλά και την συναισθηματική εμπλοκή που  μπορεί να εκθρέψει μια χροιά μελοδραματισμού  στο μυθιστόρημα αφενός, ή να υποκύψει στη γοητεία των πολλών πραγματολογικών στοιχείων που η εποχή στην οποία αναφέρεται προσφέρει αφετέρου, ο Χωμενίδης εφευρίσκει το αφηγηματικό εύρημα της απόστασης που του εξασφαλίζει η μετά θάνατον «ματιά» της Νίκης, η οποία –όπως άλλωστε λέγεται ότι μπορεί να συμβαίνει – αμέσως  μετά τον θάνατό της υπερίπταται και «ξαναβλέπει» ως μια ταινία εποχής την εξαιρετικά ταραγμένη ζωή της, προπαντός την παιδική, εφηβική και την πρώτη νεανική της, η οποία ταυτίζεται με την ακόμη πιο ταραγμένη πορεία της αριστερής οικογένειάς της. Να προσθέσω εδώ ότι, κατά διαβολική λογοτεχνική σύμπτωση, το ίδιο αφηγηματικό εύρημα χρησιμοποίησε και ο νεώτερος του Χωμενίδη, Αύγουστος Κορτώ, στο μυθιστόρημά του –εδώ ισχύει σαφώς ο όρος «βιωματικό»- «Το βιβλίο  της Κατερίνας», δηλαδή της αυτόχειρας μητέρας του.

Μέσω της «ματιάς» της Νίκης, ο Χωμενίδης φτιάχνει, αφενός μια σειρά δυνατές μυθοπλαστικές περσόνες, με κυρίαρχες,   της Νίκης και του ιδεολόγου κομμουνιστή πατέρα της Αντώνη Αρμάου και αφετέρου ανασυστήνει μια ολόκληρη εποχή,  όχι τόσο προβάλλοντας τα πραγματολογικά της δεδομένα ή σχολιάζοντάς τα, όσο τα επεισόδια και τις  εικόνες της καθημερινότητας που την χαρακτηρίζουν. Εκείνο που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι το πώς οι άνθρωποι που «συγκατοικούν» στο μυθιστόρημά του δρουν  και αντιδρούν στις προκλήσεις της μεγάλης Ιστορίας αλλά και αυτής που εκ των πραγμάτων δημιουργεί η  οικογενειακή ή προσωπική τους κατάσταση.  Στην προκειμένη περίπτωση, οι άνθρωποι  που σε χρόνους ιδιαίτερα ταραγμένους, ασαφείς,  μεταιχμιακούς και, εν πολλοίς, εξαιρετικά ζόρικους, είχαν επιλέξει την ένταξη στην Αριστερά, όπως ο Αντώνης Αρμάος και η γυναίκα του Άννα. Το μυθιστόρημα αφηγείται τις πορείες ζωής του Αντώνη Αρμάου και της Άννας, πατέρα και μητέρας της Νίκης, καθώς και των οικογενειών τους. Οι δύο αυτές πορείες ζωής, που η μεν πρώτη ξεκινά  από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας και η δεύτερη από τον κάμπο της Μεσσηνίας, και συγκλίνουν στην χοάνη της Αριστεράς από τη δεκαετία του 1930 και μετά, διασταυρώνονται με  την πιο ταραγμένη και ζόρικη περίοδο της ελληνικής Ιστορίας. Ο ιδεολόγος, οραματιστής Αντώνης Αρμάος θα τα δώσει όλα για να του προσφερθούν τα ελάχιστα. Η Άννα θα τον ακολουθήσει. Περισσότερο απόλυτη αυτή. Γύρω τους, δυο διαφορετικής ιδεολογίας και μαρτυρολόγιου οικογένειες. Και στη μέση ένα παιδί, που δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για τις οποιεσδήποτε επιλογές, ένθεν και ένθεν, που δεν είναι σε θέση να επιλέξει, ούτε και το ρωτάνε, που εκ των πραγμάτων όμως είναι αναγκασμένο από βρέφος, εβδομήντα ημερών ακόμα, να τους ακολουθεί, στην φυλακή, στην εξορία, στην βαθιά παρανομία. Μία κόρη που ηρωοποιεί τον πατέρα της και  εσωτερικοποιεί  τον απέραντο θαυμασμό της για αυτόν, ως όρο μιας ζωής που δεν έχει καμία απολύτως σχέση μ εκείνη των ελεύθερων συνομηλίκων της. Και γύρω η αμείλικτη δράση της Ιστορίας. Η μύηση και η ένταξη του Αρμάου στα κομμουνιστικά ιδεώδη, η αναρρίχησή του στα υψηλότερα αξιώματα του τότε ΚΚΕ, η εκλογή του στη Βουλή, μόλις στα 26 του χρόνια,  οι διώξεις κατά τη δικτατορία του Μεταξά, ο πολυετής εγκλεισμός  του στα κάτεργα της Κέρκυρας και οι ,αποφασιστικής σημασίας , για την  κομματική του πορεία, ιδεολογικές συγκρούσεις με τον σύντροφο Νίκο, δηλαδή τον μετέπειτα πανίσχυρο, ανεξέλεγκτο και μοιραίο, Γενικό Γραμματέα του Κόμματος, η συμμετοχή του στην εξέγερση της Μέσης Ανατολής, τα Δεκεμβριανά, ο εμφύλιος, η διαγραφή του από το ΚΚΕ, η επταετής βαθιά παρανομία, έως το 1955, τα πρώτα βήματα της ΕΔΑ, η κομματική του αποκατάσταση.

Γύρω από τους κυρίως πρωταγωνιστές κινείται μια πληθώρα προσώπων, αφενός των δύο οικογενειών –γιαγιάδες, παππούδες, αδέλφια κλπ- του κομματικού, και ευρύτερα πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος αφετέρου. Δεν υπάρχει κανείς που να λείπει. Από τους ακραιφνείς κομμουνιστές έως τους εθνικόφρονες διαφόρων αποχρώσεων, τους δωσίλογους και τους μαυραγορίτες, αλλά και φιγούρες πάμφτωχων ανθρώπων που – σε αντίθεση απ’ ό,τι φημολογείται- ήταν έτοιμοι να ακολουθήσουν όποιον τους πρόσφερε ένα ξεροκόμματο. Οι μυθοπλαστικοί χαρακτήρες αναδεικνύονται μέσα από τα γεγονότα και το πώς δρουν η αντιδρούν απέναντι σ’ αυτά. Κυρίως όμως από τις σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους και με τους γύρω τους. Έτσι  η αφήγηση της μεγάλης Ιστορίας λειτουργεί ως φόντο, αποκτώντας έναν περισσότερο εύληπτο, αποδραματοποιημένο, σχεδόν καθημερινό τόνο,   ενώ ταυτόχρονα δεν αφήνει ουσιαστικά τίποτα κρυφό η σκοτεινό. Ο εν γένει «ανάλαφρος» αφηγηματικός τρόπος του Χωμενίδη- για τον οποίο έχει επικριθεί για  άλλα του μυθιστορήματα- εδώ, θεωρώ ότι είναι στα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος, διότι καταφέρνει   να εκλαικεύσει – άρα να απευθυνθεί σε ευρύτερα και καχύποπτα  κοινά-   την μεγάλη αφήγηση της Αριστεράς και των πιο δύσκολων ιστορικών περιόδων της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας  χωρίς όμως να αφαιρέσει ούτε ένα ιώτα από την βαρύτητα και την σημασία της. Μπορώ να πω μάλιστα ότι η ματιά του συγγραφέα – που υποδύεται εκείνη της πεθαμένης Νίκης- είναι εξαιρετικά τρυφερή και  σεβαστική απέναντι στην αφήγηση της Αριστεράς.

Όσο για την Νίκη –της οποίας βεβαίως το όνομα οφείλεται στην ακλόνητη πεποίθηση του πατέρα της περί της τελικής νίκης- η «έξοδός» της από την ηρωική αλλά σφόδρα μαρτυρική ζωή των γονιών της, την οποία έχει ως τότε αναγκαστικά ακολουθήσει, γίνεται μέσω –από τι άλλο- τον θεό, όλων των θνητών πλασμάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογιών, τον Έρωτα. Ο Αλέξανδρος είναι το αντίθετο ή ίσως το alter ego του ήρωα πατέρα της. Είναι αυτός που καταφέρνει να ξεπεράσει το δικό του οικογενειακό μαρτυρολόγιο και να προτάξει  ως όραμά του την παρούσα και όχι την μέλλουσα ζωή!

Περιττό να πω ότι το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί και όχι μόνον από τους αριστερούς των διαφόρων αποχρώσεων και τάσεων. Ο Χωμενίδης δεν χρειάζεται, όπως γράφει στον πρόλογό του, να αγωνιά. Δεν αδίκησε κανέναν.

 
INFO :  ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ: ΝΙΚΗ [εκδ. Πατάκη]

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ