Η μπλε σταύρωση (του Σταύρου Σταυρόπουλου)

0
123
Έργο του Γιώργου Χατζημιχάλη

 

 

Του Σταύρου Σταυρόπουλου(*)

Ο έρωτας είναι ανθρωποφαγικός. Ένα αιμοδυναμικό, κανιβαλικό υπερθέαμα για την κοινωνία των ματιών.  Μια περιδίνηση στο δέρμα, που έχει ένα αναπόφευκτο και αναπόδραστο πρόταγμα: Την εισφορά σε κόκαλα που τρίβονται – πολλές φορές χωρίς λόγο – αφήνοντας ελάχιστα ίχνη σάρκας πάνω τους. Αυτά τα υπολείμματα ένωσης ήταν κάποτε τα σώματα – πλήρη – των δύο εραστών που ηττήθηκαν. Όλοι οι εραστές ηττώνται: από την ολιγωρία του μετά, τον αήττητο λόγο της επιθυμίας: «Σ’ έχω φριχτά επιθυμήσει. Σκέφτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή πάνω μου και όλα τα άλλα χάνονται, όπου κι αν βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν υπνοβάτη ή σαν τον τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες του απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος και δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατελείωτα για μια ολόκληρη νύχτα. Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς.» Αυτές οι γραμμές βρίσκονται σε μια επιστολή του Γιώργου Σεφέρη γραμμένη στις 29 Σεπτεμβρίου του 1940 και απευθύνονται στην Μάρω Ζάννου, που συνάντησε παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών και αφού εκείνη χώρισε, την παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο, διατηρώντας μαζί της μια βαθιά σχέση έως το τέλος της ζωής του.  Έχει κεντρική σημασία η φράση του Σεφέρη «σαν τον τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες του απλωμένες και με τα μάτια κλειστά». Δίνει, νομίζω, το απόλυτο στίγμα της υπνοβασίας του έρωτα, και υπερθεματίζει, αναγορεύοντας το βασικό ένστικτο σε βασιλιά του νου .

Δεν ξέρω πόση σημασία έχουν αυτά στην αναψηλάφηση μιας ποιητικής συλλογής ή στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε – όπως ίσως δεν θα οφείλαμε να κάνουμε – κάποια περιφερειακά, αλλά ομόκεντρα νοήματα που εκτίθενται στο βιβλίο. Ή, μάλλον, ξέρω: Το ποίημα, το κάθε ποίημα, είναι μια πράξη έρωτα, που ο ποιητής στρέφει εναντίον του. Και βέβαια, όπως το έχει σωστά διατυπώσει ο Καναβούρης, το ποίημα δεν χρειάζεται αναγνώστες, χρειάζεται αυτόπτες μάρτυρες. Μία τόσο έντονη παρουσία (ή άλλως απουσία που μεταλλάσσεται σε πανίσχυρη παρουσία) στο κέντρο των γεγονότων, που να μην μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν. Αυτό άλλοι το ερμηνεύουν ως βίωμα, άλλοι ως στάση, άλλοι ως προϋπόθεση γραφής. Ό, τι και αν ισχύει, το ποίημα για να μπορέσει να γραφεί αυτοτελώς χρειάζεται την αδιάκριτη και έως το τέλος υπερπληθωρική συμμετοχή αυτού που το γράφει, στο κέντρο της ουσίας του, που δεν είναι άλλο από την εντός πληγή.

Τα Μυστικά λημέρια,  ο τίτλος αυτής της συλλογής της Ισμήνης Λιόση, είναι ο τόπος που καταφεύγεις προκειμένου να ξύσεις βασανιστικά την κρούστα του αίματος για να τρέξει ξανά. Το πρώτο επίπεδο αυτού του συμπεράσματος καταδεικνύει έναν μαζοχισμό. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, όμως, αποδεικνύει αυτό που ισχυρίζεται ο Μπατάιγ στο εμβληματικό του μελέτημα Περί ερωτισμού ότι, δηλαδή, «μέσω του θανάτου και δη του βίαιου θανάτου αντικαθρεφτίζεται η προσπάθεια απελευθέρωσης του όντος, έτσι όπως έχει εκφραστεί από τις απαρχές της ανθρώπινης δραστηριότητας».  Γιατί, βεβαίως, ο έρωτας είναι πρωτίστως θάνατος. Ένας τερατώδης, σχηματικά τουλάχιστον, θάνατος, που πάντως απελευθερώνει μέσα στην επίγνωση της ατελέσφορης σημασίας του. Το κορμί ενδύεται το κορμί και το αίμα ρέει σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου. Ένα πραγματικό Νεκροταφείο φορεμάτων που σ’ αυτή την συλλογή επιθυμιών της Ισμήνης Λιόση αποκτούν μαύρες, γκρι και μωβ αλλοιώσεις, αλλά παραμένουν αθεράπευτα και αμετακίνητα κόκκινες – μέχρι τον τελευταίο βαθμό μιας ιερής αιμομιξίας.

φαίνεται δεν χρειάζεται

πέπλα φορέματα σάρπες

αν και πάντα ντυμένη με γούνες και

αρχαία μυστικά μαγγανείας

με την καλύτερη στύση της νυκτός συνευρισκόταν

Η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ σε μια αναπάντεχη ανάλυσή της για τον Σαντ προχωρά στην ακόλουθη κρίση: « Το ιδιάζον που τον χαρακτηρίζει είναι η τάση μιας βούλησης να πραγματώσει τη σάρκα χωρίς να χαθεί μέσα σ’ αυτήν.» Η εντύπωσή μου από αυτή την συλλογή ποιημάτων της Ισμήνης Λιόση είναι ότι κινούνται προς την αντίστροφη κατεύθυνση:   Η ποιήτρια θέλει – και επιτυγχάνει – να πραγματώσει τη σάρκα και να χαθεί η ίδια μέσα σ’ αυτήν, να μην αφήσει τίποτα απ’ τον εαυτό της να υπάρξει, εκτός από ένα κενό φόρεμα, διαφορετικών κάθε φορά αποχρώσεων, που στερείται δέρματος, γιατί, απλώς, το δέρμα έχει εξαφανιστεί. Η σάρκα έχει λιώσει. Τα ποιήματά της λειτουργούν ως ιερά κόκκαλα,  ως ό, τι μένει, δηλαδή,  να υπάρχει μετά την σκανδαλώδη και πολυποίκιλη ανθρωποφαγία μεταξύ δύο σωμάτων που ανθίστανται αλλά και προκαλούν συγχρόνως την πράξη του θανάτου, «γραμμένη σαν μοίρα στο δέρμα.»  Το ρήμαγμα ή το ρήγμα αυτό οδηγεί κάποτε στην φαντασιακή του αναδίπλωση, στην ανάπλαση των νεκρών κυττάρων της μνήμης, και έτσι  προκύπτουν τα ποιήματα. Εστίες που ταλανίζονται αιωρούμενες ως γάντζοι, με όλες τις τρυπημένες κούκλες τους, με όλες τις πλανημένες καρδιές τους, με όλα τα βότανα του έρωτα, ενισχύοντας μια παράξενη ανθοφορία από περασμένους κήπους και ωραία πένθη.

Όπως το λέει η ίδια:

Εκεί εγώ.

Εγώ τετέλεσται.

Το καθημαγμένο σώμα, λησμονημένο, βουλιάζει τελικά με μεγαλοπρέπεια κάτω από το βάρος της απώλειας του άλλου. Το  Arcana Lustra είναι ένα ποιητικό corpus αναρριχημένο από τα έγκατα του παρελθόντος, με τουλάχιστον τρία χέρια και με αποκλειστικό στόχο να ζήσει τον θάνατό του. Να τον σκοτώσει για να σκοτωθεί ξανά.

Αυτός όμως είναι και ο σκοπός της ποίησης.

(*) Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ποιητής και ραδιοφωνικός παραγωγός

(**) Ο τίτλος «μπλε σταύρωση» είναι παράφραση της τριλογίας του Χένρι Μίλλερ, Η ρόδινη σταύρωση (Sexus, Nexus, Plexus)

 

info: Ισμήνη Γ. Λιόση, ARCANA LUSTRA (Νεκροταφείο φορεμάτων), Εκδ. Τύρφη 2016

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ