Η Μάτα Χάρι πεθαίνει (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
105

Φίλιππος Φιλίππου.

Η Μάρα Χάρι, η διασημότερη κατάσκοπος όλων εποχών, όνομα θρυλικό χάρη στα βιβλία και τις ταινίες για τη ζωή της, γίνεται πάλι επίκαιρη. Γι’ αυτό φρόντισε ο Πάουλο Κοέλο (Ρίο ντε Ζανέιρο, 1947), διάσημος σε όλον τον κόσμο από τα ευπώλητα βιβλία του, με μυριάδες αναγνώστες-φίλους που στηρίζουν τη φιλοσοφία τους για τη ζωή πάνω σε δικά του γνωμικά, αποφθέγματα ή παραινέσεις. Η φράση του «Όταν θέλεις κάτι πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το επιτύχεις» στο βιβλίο Ο αλχημιστής, είναι αυτή που τον ακολουθεί παντού και γίνεται συχνά αντικείμενο θετικών ή αρνητικών σχολιασμών. Ενίοτε και χλευασμού. Τα βιβλία του κυριαρχούνται από ένα είδος προσωπικής φιλοσοφίας που του χαρίζει φήμη και πιστούς ακόλουθους. Το μυθιστόρημά του Η κατάσκοπος που αναφέρεται στη ζωή και το θάνατο της θρυλικής Μάτα Χάρι είναι πλημμυρισμένο από τέτοια αποφθέγματα. Ο ίδιος σημειώνει πως το βιβλίο δεν είναι βιογραφία της συγκεκριμένης γυναίκας, η οποία γεννήθηκε το 1876 στην Ολλανδία ως Μαργαρίτα Ζέλε (Τσέλε). Ο Κοέλο έγραψε ένα μυθιστόρημα που δεν απέχει πολύ από την πραγματική ζωή της ηρωίδας του, που του δίνει όμως τη δυνατότητα να μιλήσει για την απογείωση και την πτώση μιας έξυπνης και δυναμικής γυναίκας.

Η ιστορία αρχίζει με την εκτέλεση της ηρωίδας στο Παρίσι, στις 15 Οκτωβρίου του 1917 (παράδοξη χρονολογία, τότε ακριβώς ξέσπασε στη Ρωσία η Οκτωβριανή επανάσταση των μπολσεβίκων του Λένιν), όταν μια ομάδα ανδρών του γαλλικού στρατού την παρέλαβε από τις φυλακές του Σαν Λαζάρ και την οδήγησε στην πόλη της Βενσέν, όπου οι στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος πήραν την διαταγή να την πυροβολήσουν. «Η γυναίκα απέναντί τους παρέμενε απαθής, χωρίς να δείχνει φόβο», διαβάζουμε.

Ποια ήταν η Μάτα Χάρι; Στο βιβλίο του Κοέλο η ηρωίδα, λογοτεχνική αδεία, γράφει ένα γράμμα –κι ενώ ελπίζει πως θα της δοθεί χάρη–, που απευθύνεται στο δικηγόρο της, τον δόκτορα Κλούνε, εξιστορώντας τα γεγονότα της ζωής της που την έφεραν μπροστά στο γαλλικό δικαστήριο, το Έκτακτο Στρατοδικείο, κατηγορούμενη για κατασκοπεία. Εξομολογείται πως είναι αθώα, πώς ως κατάσκοπος το μόνο που κατάφερε να μάθει ήταν κάποια κουτσομπολιά στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, που αυτή τα μεταμόρφωσε σε «μυστικά», επειδή ήθελε χρήματα και δύναμη, πως το χειρότερο έγκλημα που διέπραξε ήταν το ότι υπήρξε μια χειραφετημένη και ανεξάρτητη γυναίκα σε έναν κόσμο που τον κυβερνούσαν άνδρες.

Σύμφωνα με την ίδια, η Μάτα Χάρι γεννήθηκε σε λάθος εποχή, εκφράζει όμως την επιθυμία να μην τη θυμούνται ως θύμα αυτής της εποχής αλλά ως κάποια που πορεύτηκε με θάρρος και πλήρωσε ακριβά γι’ αυτό.

Στην εξιστόρησή της, η ηρωίδα μιλάει για τους γονείς της που της πρόσφεραν τα πάντα (σπούδασε σε ιδιωτικό σχολείο, έμαθε χορό και ιππασία), κι αργότερα λάτρεψε την εύκολη ζωή και τις ηδονές, σε βαθμό που την χαρακτήριζαν πόρνη και ψεύτρα –το 1889 ο πατέρας της πτώχευσε και η μητέρα της αρρώστησε και σύντονα πέθανε, άρα ήταν επόμενο να αναζητήσει κάποιον πλούσιο άντρα να τη φροντίσει. Φεύγοντας από το σπίτι για να βρει την τύχη της, η μητέρα της τής έδωσε σπόρους από ηλιοτρόπιο σαν φυλαχτό με τα λόγια «Όλα περνούν, γερνούν, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται» –άλλη μία από τις «φιλοσοφικές» φράσεις που πλάθει ο Κοέλο. Επίσης, της είπε και κάτι ακόμα: «Ακόμα και τα πιο ψηλά δέντρα φυτρώνουν από μικρούτσικους σπόρους  σαν κι αυτούς εδώ».

Τη σωτηρία της η Μάτα Χάρι τη βρήκε στο πρόσωπο ενός αξιωματικού του ολλανδικού στρατού με τον οποίο παντρεύτηκαν. Ο σύζυγός της ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, ο πιο κατάλληλος να παίξει το ρόλο του πατέρα για μια κοπέλα που σε ηλικία δεκαέξι χρονών βιάστηκε από τον διευθυντή του σχολείου της. Ύστερα όμως, κι αφού έγινε μητέρα, βαρέθηκε τον έγγαμο βίο κι ένα σύζυγο που τη χτυπούσε. Πήγε στο Παρίσι ως χορεύτρια εξωτικών ινδονησιακών χορών με το όνομα Μάτα Χάρι και κατάφερε σε σύντομο διάστημα να μεγαλουργήσει, καθώς στην πόλη της ισότητας και της ελευθερίας μπορούσε να υποδύεται την απελευθερωμένη γυναίκα –που ήταν–, κολάζοντας τους άνδρες με το χορό, προσποιούνταν οργασμό.

Κι ύστερα μπαίνει στους καλλιτεχνικούς κύκλους, γνωρίζει τον Πάμπλο Πικάσο και τον Αμεντέο Μοντιλιάνι, ενώ την πλησιάζουν πράκτορες, Γάλλοι και Γερμανοί, που την πείθουν να δουλέψει γι’ αυτούς ως κατάσκοπος με αντάλλαγμα τα χρήματα. Είναι πλέον διπλή πράκτορας κι αυτό ενέχει μεγάλους κινδύνους. «Άφησα να με συναρπάσει η ομορφιά των τριαντάφυλλων και δεν πρόσεχα τα αγκάθια», εξομολογείται –μια ακόμα «φιλοσοφική» φράση του συγγραφέα.

Η κατάσκοπος θα μπορούσε να είναι  κατασκοπική περιπέτεια (ο βασικότερος κατήγορος της ηρωίδας, ο επιθεωρητής Λαντού, φυλακίστηκε με την κατηγορία της κατασκοπείας για λογαριασμό των Γερμανών), ή δικαστικό δράμα. Δεν είναι. Ο Πάουλο Κοέλο παίρνει την ιστορία της Μάτα Χάρι και την κάνει φιλοσοφικό μυθιστόρημα, κατά πώς το συνηθίζει. Σε αυτό μιλάει για μια γυναίκα που τόλμησε να αψηφήσει τα χρηστά ήθη, πράγμα που δεν της συγχωρέθηκε. Μιλάει επίσης και για την αγάπη με τη φράση «Γιατί όταν αγαπάμε αληθινά, γνωρίζουμε καλύτερα τους άλλους και τον εαυτό μας. Δεν έχουμε πια ανάγκη λέξεις, έγγραφα, πράξεις…»

 

info: Paulo Coelho, Η κατάσκοπος, Μετάφραση Μάτα Σαλογιάννη,Εκδόσεις Λιβάνη, 2016, σελ. 220, τιμή 15,50 ευρώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ