«Η γραφή ως εστία ή το ‘τετράδιο των αναλογισμών’» (της Άννας Κατσιγιάννη)

0
265

Άννα Κατσιγιάννη [1]

Το μυθιστόρημα, με τίτλο Ανέστιος. Ημερολόγια, το οποίο συνέθεσε η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, συγγραφέας με πολύπτυχη δραστηριότητα, δημοσιεύτηκε, στις εκδόσεις Άγρα, το 2014.

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε πρώτο πρόσωπο και αρθρώνεται σε πέντε τετράδια. Χωροχρονικά τοποθετείται στην Ελλάδα της κρίσης, από το 2010 και εξής. Το συγγραφικό τέχνασμα, το οποίο χρησιμοποιείται, είναι ότι, στο τέλος της αφήγησης, ο αναγνώστης ενημερώνεται, με σημείωμα του επιμελητή, πως το ημερολόγιο είναι πραγματικό και ανήκει στον αποθανόντα Η. Κ., ηλεκτρολόγο – μηχανικό. Το ημερολόγιο ή καλύτερα το «τετράδιο των αναλογισμών»[2] του ανέστιου Η. Κ. αποτελεί μια γέφυρα που ενώνει το mal du siècle του 19ου με την κρίση του 21ου αι., καθώς, όπως αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τόπος της αφήγησης τοποθετείται στην Ελλάδα της κρίσης, μετά το 2010. Το πλασματικό τούτο ημερολόγιο διευρύνει σημαντικά τον ορίζοντα του είδους, το οποίο ως γνωστόν καλλιεργήθηκε συστηματικά από μείζονες Ευρωπαίους και Έλληνες συγγραφείς.

Πρόκειται, στην ουσία, για μια λογοτεχνική χρήση της ιστορίας, στην οποία η ιστορία της προσωπικής πτώσης προβάλλεται στους εννοιολογικούς άξονες άτομο και πατρίδα και αφορά συλλογικές κατηγορίες, όπου εντάσσεται αβίαστα η ιστορική και η πολιτική συλλογική μνήμη. Στο κέντρο της αφήγησης ο ανθρώπινος πόνος και η κατοχύρωσή του, το ζήτημα της αναγνώρισης του απεχθούς, το νείκος και η φιλότης, οι μεθοδεύσεις και οι πρακτικές της ακαδημαϊκής κοινότητας, εξαιτίας των οποίων ο πανεπιστημιακός Ηλίας Κυριακούλης τίθεται εκτός πανεπιστημίου.

Η ανίχνευση της ταυτότητας  του ανέστιου συγκροτείται μέσα από τη  διαλεκτική σχέση ταυτότητας και διαφοράς· η ετερότητα, η υπονόμευση κάθε τύπου βεβαιοτήτων, κοινωνικών μύθων, οικογενειακών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών συμβάσεων, η εσωτερική σχέση με τον εαυτό, ο διάλογος με τον ίδιο τον εαυτό, καταλήγει στον εσωτερικό μετασχηματισμό του Ηλία Κ., σε μιαν άλλου, δηλαδή, τύπου καφκική εσωτερική μεταμόρφωση. Ο Ανέστιος αναδεικνύεται σε φιλοσοφικοπολιτικό αναστοχαστικό αφήγημα, με στοιχεία αυτοβιογραφίας, το οποίο διαλέγεται επάξια με μείζονα έργα, τα ημερολόγια του Ντοστογιέφσκι, του Γκόγκολ, τον «Ξεπεσμένο δερβίση» του Παπαδιαμάντη, τον Κάφκα, και άλλες ομοιόθεμες αφηγήσεις.

Μέσα από τη σημειολογία της οικονομικής πτώσης, τίθενται διαχρονικά ζητήματα, όπως, λ.χ., το ζήτημα της απώλειας του αισθήματος της ιστορικότητας και της επανασύνδεσης της τέχνης με τις κοινωνικές δομές. Η αφήγηση μετατρέπεται σε ανθρωπολογική, οντο-γνωσιολογική μελέτη, χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα ως όργανο σκιαγράφησης μιας οντολογίας του όντος,  καταρρίπτοντας τους δυισμούς που επιβάλλει η αξιωματική λογική. Η πανεπιστημιακή ιδιότητα του χαρακτήρα γίνεται η αφορμή για να τεθούν επίκαιρα ζητήματα, τα οποία αφορούν την αποπνευματοποίηση της επιστήμης και την εργαλειοποίηση της σκέψης. Ο Ηλίας Κ. καταστρέφεται, γιατί εναντιώνεται στον χρησιμοθηρικό πραγματισμό της θετικιστικής σκέψης.

«Όπως όμως οι μαθηματικές αποδείξεις με την τελειότητά τους έχουν σαφή αισθητική διάσταση, έτσι και ο έντεχνος λόγος με την αποκαλυπτική δύναμή του έχει σαφή γνωστική διάσταση», γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη,  στο βιβλίο της Το κόκκινο της φωτιάς.[3]

Το έργο έχει χαρακτηριστεί από την κριτική μυθιστόρημα της κρίσης.[4] Κατ’ουσίαν, όμως, απεικονίζει την  ηθική, την οντολογική κρίση και πτώση. Στην αφήγηση κυριαρχεί ο εσωτερισμός, η λεπτή ρεαλιστική ψυχογραφική βιογραφία, η επανάληψη· το κέντρο βάρους, μέσα από τη χρήση του εσωτερικού μονολόγου, μετατοπίζεται «στην περιπέτεια της γραφής και όχι στη γραφή της περιπέτειας» του ανέστιου. Η μόνη πραγματική εστία, το μόνο ίαμα για τον Ηλία Κ., είναι η γραφή και μέσα στον βυθό του καθρέφτη ενδοσκοπείται, αυτοαναλύεται, αναγνωρίζοντας το κακό και αποκτώντας τη γνώση του εαυτού. Αν η συναναστροφή με τον εαυτό θεωρείται συχνά το ισοδύναμο της τρέλας,[5] η επιλογή της ανεστιότητας αποτελεί, ωστόσο, το δομικό χαρακτηριστικό της συγγραφικής του συνείδησης. Μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο μαθαίνουμε για τη ζωή του, τη διάρρηξη των οικογενειακών σχέσεων, την ενοχή, την αποξένωση, τη στοχαστική ενατένιση. Η αργή αυτοεξόντωση, η φυγή, η οντολογική πτώση αποτελούν δομικά στοιχεία της αφήγησης. Ο στοχασμός γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής μεταμόρφωσης και  του αργού θανάτου, το ον, ωστόσο, δεν διαλύεται στο σχολείο του δρόμου.

Ο Ανέστιος αποτελεί περσόνα με πολυπρισματική μεταφορικότητα, καθώς οι εκδοχές της ανεστιότητας, σε συνάρτηση με τον χρόνο της  αφήγησης, απηχούν την πτώση της πατρίδας, την ηθική, οικονομική, επικοινωνιακή και ανθρώπινη κρίση. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της ρευστότητας, της μετάβασης, ο χαρακτήρας αποκτά αναστοχαστικά την αυτογνωσία. Εμφανής είναι, άλλωστε, η αντιπαράθεση της κοινωνικής βίας με τη στοχαστική εκφορά του λόγου. Το έργο, όπως προανέφερα, υπονομεύει όλες τις βασικές αλήθειες, εστιάζοντας στη βία των σχέσεων και του θεσμοθετημένου λόγου.

Η ετερογλωσσική αφήγηση και η ρητορική του ανέστιου αναδεικνύουν τον φιλοσοφικό προσανατολισμό του χαρακτήρα,  ο οποίος θεματοποιεί τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία και της τέχνης με την ηθική. Η δραστηριοποίηση της βιωματικής μνήμης και της φαντασίας, η γλώσσα ως καθρέφτης της αναστοχαστικής σκέψης και της αυτοσυνειδησίας, επιτονίζουν τις «υπόρρητες διασταυρώσεις και διασυνδέσεις της ύπαρξης και της έκφρασης».[6] Το λεπτό χιούμορ («άπαγε οπίσω μου φλυαρία»,[7] λέει, λ.χ. ο αφηγητής), ο αισθητικός προσανατολισμός της γραφής, η αποδόμηση της εύκολης, εμπορευματοποιημένης ψυχανάλυσης, συμβάλλουν στην ενάργεια της αναπαράστασης, προσδίδοντας θεατρικότητα στον εσωτερικό μονόλογο, ο οποίος απηχεί τα γενεσιουργά αίτια της ανεστιότητας, ερμηνεύοντας την κοινωνία και τη σύγχρονή μας ιστορική πραγματικότητα.

Η γλωσσική εκφορά του λόγου, όπως γράφει ο Κάφκα στα ημερολόγιά του, αποτελεί εξ ορισμού πολιτικό γεγονός.[8] Η λόγια σκευή του Ηλία Κ. και η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απόρροια της στοχαστικής πορείας ενός διανοούμενου τεχνοκράτη, ο οποίος χάνει τη θέση του, αρνείται την εργαλειοποίηση της επιστήμης και την κανονιστική αντιμετώπιση των σχέσεων. Ως συγγραφέας ο ανέστιος Ηλίας Κ. μετακινεί με τρυφερότητα το βλέμμα του στο βάθος, στην ουσία, την αλήθεια των πραγμάτων. Σε όλη την έκταση των ημερολογιακών εγγραφών είναι διάχυτο το αίσθημα της ορφάνιας και της ερήμωσης που προκάλεσε η διάρρηξη των δεσμών με το πανεπιστήμιο και την οικογένεια, η αντίσταση στις συμβάσεις. Μέσα από την εξομολόγηση του ανέστιου τίθεται επιτακτικά  το ζήτημα της έννοιας του κακού, της σχέσης της γνώσης με την εξουσία, της τέχνης με την ηθική, που περνά μέσα από το μονοπάτι της βαθύτητας.

Σε ό,τι αφορά στις τεχνικές της ημερολογιακής αφήγησης, θα αναφέρω ενδεικτικά τον επιτυχημένο εγκιβωτισμό μιας αφήγησης μπονζάι στο ημερολόγιο. Η συγγραφέας, με τον τρόπο αυτό, διευρύνει το παιχνίδι με τον καθρέφτη στον διάλογο ή στο καθρέπτισμα των ειδών. Πολλά θα είχε να πει κανείς για τη χρήση και την ανατροπή του αρχαίου μύθου. Η παρουσία της Αριάδνης, λ.χ., συμβολοποιεί εδώ την απώλεια, τη μη ύπαρξη μίτου, καταλύοντας το αρχαϊκό έρεισμα. Ο αφηγητής, alter ego της Δεληγιώργη, παραμένει, λοιπόν, χαμένος στον Λαβύρινθο της  πραγματικότητας και των σκέψεών του. «Σκοτείνιασε ο καθρέφτης, δεν έχω τι άλλο να πω»,[9] δηλώνει στο τέλος ο ανέστιος, δίνοντας πάλι έμφαση στη σημασία και στους μηχανισμούς της γραφής. Εμείς βρήκαμε ένα σημαντικό μέρος του εαυτού μας στο διάβασμα του Ανέστιου και περιμένουμε τη δημοσίευση του έκτου τετραδίου.

Απόσπασμα από το τρίτο τετράδιο του Ανέστιου (σ. 68-69):

Οκτώβρ. 201..

Ο καιρός δρόσισε. Έχει μέρες να βρέξει και περιφέρομαι με το καινούργιο τετράδιο αφημένο στη θήκη του σάκου. Μετά την πείνα του Αυγούστου, με προβληματίζει τι θέλω και γράφω για τα αθλητικά που μου χάλασαν, το γυράδικο και άλλα τέτοια τετριμμένα και καθημερινά. Ποιος θέλει να γράφει κοινοτοπίες σ’ ένα ημερολόγιο; Κατ’ ευφημισμόν το ονόμασαν ημερολόγιο, ενώ είναι τετράδιο των αναλογισμών που κάνεις όχι κατ’ ανάγκην, στη διάρκεια της μέρας, αλλά και τη νύχτα, για να μην πω κυρίως, τη νύχτα. Αν βέβαια έχεις φως. Γιατί με φακό δεν έχει γούστο, δεν μπορείς να συγκεντρωθείς.

Τετράδια, κατά κανόνα, ανθρώπων δυστυχισμένων ή όσων, ενώ πολύ το ήθελαν, δεν κατάφεραν να ευτυχούν. Κι άλλων που παρανόησαν. Δεν θέλει πολύ! Μια κακή στιγμή που ο νους στρέφεται και αναστρέφεται και χωρίς κάποιον από δίπλα να μετατρέψει την αναστροφή σε συναναστροφή, ο άνθρωπος το νιώθει πως πάει, έχασε τα μυαλά του. Πολλοί τέτοιοι, συναναστρεφόμενοι τους εαυτούς τους, κρατούν ημερολόγια σε μια προσπάθεια να κρατηθούν από τη λογική που έχει και η τρέλα, γιατί κάθε πράγμα είναι φτιαγμένο  με μια λογική, είτε μιαν έτοιμη που ισχύει για όλους και τη μαθαίνουν από παιδιά, ώστε να τη συνηθίσουν και να μη δυσφορούν, ή με μιαν ιδιότυπη, εντελώς δική τους λογική, που αρχικά μας ξενίζει, αλλά σιγά σιγά, τη συνηθίζουμε, δεν μας είναι ακατανόητη.

Οκτ. 201..

Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ορθολογιστές κάνουν λόγο για καθαρό παραλογισμό που αντιβαίνει στα αξιώματα της τυπικής λογικής. Καημένε Ιονέσκο! Αληθινός δημιουργός, τον θαυμάζω· μπόρεσε να δείξει το μέγεθος της τρέλας που κρύβει ο λόγος, όχι μόνον ο παραλογισμένος, αλλά και ο ορθολογικός. Σωστά το έπιασε· όσον αφορά την πηγή τους, διαφορά δεν υπάρχει. Απλώς, ο ορθολογισμένος λόγος, με το πρόσχημα της υλικής ευημερίας που υπηρετεί και το αποστομωτικό επιχείρημα της ανεπτυγμένης τεχνολογίας που επικαλείται για να το αποδείξει, έπεισε πολλούς –τι λέω! τους περισσότερους- που τον έχουν ασπαστεί και τον επιβάλλουν με νομοθεσίες, θεσμούς, προγραμματισμούς, διαφημίζοντάς τον με κάθε ευκαιρία, μη διστάζοντας, μάλιστα, ακόμη και να του πλέξουν εγκώμια, σαν να κατόρθωσαν με τους εξορθολογισμούς που εξαπολύουν επί δικαίων και αδίκων, να δώσουν υπόσταση σε ανυπόστατα πράγματα. Έφτασαν έτσι να διατυμπανίζουν τη δύναμη του ορθολογισμού να εξανθρωπίσει θεούς και αγρίους. Γι’ αυτό και ο παραλογισμένος λόγος το βάζει στα πόδια για να εξακοντιστεί όσο γίνεται πιο μακριά· τόσο μακριά που να προσκρούει όχι μόνον στις εναντιώσεις των φανατικών ορθολογιστών, αλλά και στις αντιστάσεις εκείνων  των μετριοπαθών που χωρίς να είναι δογματικοί ή φανατισμένοι, και μάλλον διστακτικοί από τη φύση τους παρά σκεπτικοί, δεν παίρνουν όρκο ούτε για τις υποστασιώσεις ούτε για τις εξανθρωπίσεις και τα μυθεύματα με τα οποία τις διασυνδέουν, παρασυρμένοι από τη θηριώδη δύναμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Αντίθετα με τους ορθολογιστές, οι παραλογισμένοι μόνο την απόλυτη βεβαιότητα των μαθηματικών αποδείξεων αφήνουν στην ησυχία της. Το πρόβλημα, λένε, δεν είναι στις μαθηματικές αλήθειες, αλλά στις αλήθειες των γεγονότων. Μ’ αυτές τι γίνεται; Απορούν και εξίστανται.

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση, την οποία οργάνωσε το βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα, στις 24. 5. 2017.

[2] Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ανέστιος. Ημερολόγια, Μυθιστόρημα, Άγρα, 2014, σ. 68.

[3] «Η ποιητική του έντεχνου πεζού λόγου», Το κόκκινο της φωτιάς, Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015, σ. 49. Ο Ανέστιος μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με τα θεωρητικά δοκίμια, στο βιβλίο Το κόκκινο της φωτιάς, ώστε να ανιχνεύσει κανείς τις υπόγειες συνδέσεις θεωρίας και λογοτεχνίας στο έργο της Δεληγιώργη.

[4]

[5] Ανέστιος. Ημερολόγια, ό.π., σ. 69.

[6] «Ο τρίπτυχος λόγος (σκέψη-γλώσσα-είναι)», Το κόκκινο της φωτιάς, ό.π., σ. 76-77.

[7]Ανέστιος. Ημερολόγια , ό.π., σ. 77.

[8] The diaries of Franz Kafka 1910-1923, εκδ. Max Bod, Penguin Books, 1964, 25 Δεκ. 1911, σ. 148-150. Πρβλ. Το κόκκινο της φωτιάς, ό.π., σ. 141.

[9] Ανέστιος. Ημερολόγια , ό.π., σ. 137.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here