Η Άχνα του λόγου και της γραφής

1
442

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Στο εξώφυλλο του βιβλίου, μια γυναικεία μορφή φέρνει το δάχτυλο κάθετα στα χείλη συνιστώντας σιωπή, αλλά αυτήν ακριβώς τη σιωπή μοιάζει να ξορκίζει ο Στρατής Χαβιαράς (γεννημένος το 1935 στη Νέα Κίο της  Αργολίδας, μετανάστης στην Αμερική και  καθηγητής συγγραφικής τέχνης  μέχρι το 2000 στο Χάρβαρντ) με την «Άχνα», πρώτο βιβλίο του γραμμένο κατευθείαν στα ελληνικά. Μια Άχνα  που έρχεται να σπάσει τη σιωπή προσπαθώντας να διερμηνεύσει και να αρθρώσει το άρρητο, κι όχι μόνο το άρρητο αλλά και το μηδέποτε κατορθωμένο, το διαφεύγον, το διαλάθον ή φαινομενικά ασήμαντο, εκείνο που δε θέλησε ή δεν μπόρεσε να κρυσταλλωθεί και που τώρα επείγει να λεκτικοποιηθεί  και να κοινοποιηθεί παντού. Μέσα από μια πυκνή ροή αναμνήσεων πραγματικών ή και φανταστικών με κέντρο την παιδική ηλικία σε συνθήκες φτώχιας αλλά και την εποχή μιας σκληρής βιοπάλης, αναδύονται και σταδιακά συγκεκριμενοποιούνται τα κεντρικά πρόσωπα και, μαζί μ’ αυτά, ένα δίκτυο σύμμαχων και αντίμαχων που συμμετέχουν θετικά ή αρνητικά στα τεκταινόμενα  βοηθώντας ή παρεμποδίζοντας την προσπάθεια για χειραφέτηση και ολοκλήρωση.

Μια αδιευκρίνιστη  γυναικεία παρουσία στοιχειώνει το κείμενο. Έρχεται και φεύγει, επανακάμπτει με άλλα ονόματα, είναι συγχρόνως γήινη και χθόνια, του κόσμου τούτου αλλά και του πέραν. Είναι η Άχνα, η Ελένη ,η Ευρυδίκη, η αιώνια γυναίκα, είναι αυτή που συνέχει και συγκρατεί τον κόσμο αλλά και το κείμενο ως κόσμο και κόσμημα, που δίνει το νόημα ή το στερεί, συνθέτοντας και ανασυνθέτοντας την αλήθεια και τη ζωή. «Δοκιμάζει δεκάδες ονόματα να θυμηθεί ποιο ήταν το πρώτο της ή ποιο της πάει καλύτερα για τελευταίο. Δεν της πηγαίνει κανένα… Κάθε όνομα που δοκιμάζει γλιστράει στα πόδια της αφήνοντάς την γυμνή κάθε όνομα μια πινακίδα δρόμου χωρίς δρόμο…».  Η Άχνα γίνεται  το αντικείμενο μίας αέναης  επιθυμίας και ενός έρωτα που δε σβήνει ποτέ, ανεξιχνίαστη αλλά και κρυστάλλινη, ποθητή και  φεύγουσα, ιέρεια μίας αρχέγονης τελετουργίας που διαρκεί εις το διηνεκές.  Είναι η πρώτη αγάπη και παντοτινή, που επανέρχεται με άλλα πρόσωπα και διαφορετικά ονόματα αλλά είναι πάντα αυτή, αναγνωρίσιμη πίσω από τις μάσκες και τα προσωπεία.

Αφηγείται σε δεύτερο πρόσωπο ο Νίκος εξομολογούμενος εις εαυτόν τον διαρκή του έρωτα για την άπιαστη  Άχνα: «Με λεπίδι σουγιά χαράζεις το όνομά της στον πρώτο ευκάλυπτο που περνάει απ’ τον πεζόδρομο αλλαγμένο σε πάρκινγκ αλλά έρχεται Αύγουστος ο φλοιός του δέντρου ξεραίνεται πέφτει- απ’ τα’ όνομά της σώζεται μόνο το αχ.»  Το όνομα σβήνεται όπως περίπου είχε σβηστεί κι ένα άλλο ομοούσιο, στην «Άρνηση» του Σεφέρη «…ωραία που φύσηξεν ο μπάτης, κι εσβήστηκε η γραφή». Πόθος και πάθος για μία γυναίκα ή για κάτι περισσότερο, όπως ελευθερία, δημοκρατία, πατρίδα;

Είναι  λοιπόν η Άχνα  και κάτι ακόμα, είναι ίσως η γλώσσα ή η πατρίδα  και όσα αυτή συνεπάγεται. Ενσαρκώνει την πιο υλική υπόσταση της γλώσσας, τη λαϊκή  προφορική παράδοση με όλα εκείνα τα στοιχεία σοφίας και θυμοσοφίας που απηχούν τα βιώματα, τις προσδοκίες και τις λαχτάρες ενός κόσμου κατά βάση λαϊκού, της ρωμιοσύνης θα λέγαμε. Η Άχνα μιλά με αποφθέγματα ή και γρίφους  και, μολονότι η ίδια δε γράφει παρά σπανίως , προτρέπει ρητά κι  επίμονα τον πρωταγωνιστή να γράψει. Αυτή είναι η μόνιμη επωδός της «γράψε», που αρθρώνεται ξεκάθαρα σαν παράγγελμα και κινητοποιεί τον αφηγητή να ιστορήσει τη ζωή του και τα καθέκαστά της μέσα στο χρόνο και το χώρο. Χρόνος είναι η ιστορία του τόπου στη διαχρονία της, κυρίως η νεότερη και σύγχρονη,  ενώ ο χώρος εμφανίζεται τρίπτυχος : η φύση, το εργοτάξιο στις ποικίλες  παραλλαγές του και οι μαγεμένοι τόποι των ερωτικών μυστηρίων.

Μέσα στον πολλαπλά φορτισμένο χώρο των κρίσιμων αυτών περιοχών που διαπλέκονται κι επηρεάζονται μεταξύ τους, υφαίνεται και συγκροτείται μέσα από μυητικές διαδικασίες η σύνθετη ταυτότητα του πρωταγωνιστή. Η καθοριστική αλληλεπίδρασή του με το περιβάλλον, το φυσικό και το ανθρωπογενές, εγγράφει πάνω του τα αναγνωρίσιμα σημάδια μιας προαιώνιας μοίρας, που τον συνδέει άρρηκτα με τη φυλή, την ιστορία και τον κόσμο. Πατώντας πάνω στα χνάρια προγονικών διαδρομών που χάνονται μέσα στο χρόνο και τη μυθολογία, ο (ψευδώνυμος) Νίκος ανακαλύπτει σταδιακά  τον εαυτό του και αποκτά αυτοσυνείδηση καθώς καταδύεται μέσ’ στην ιστορική περιπέτεια του λαού του, πράγμα  που για τον ίδιο ισοδυναμεί με υπαρξιακό αγώνισμα και ηθική δοκιμασία αντοχής. Σε μικροκλίμακα, ο Νίκος αναπαράγει και περικλείει ολόκληρο τον ελληνισμό άλλοτε σαν Οδυσσέας που νοσταλγεί και άλλοτε σαν Ορφέας που προσπαθεί απεγνωσμένα να αναστήσει παμπάλαιες ή υπονομευμένες αξίες.

Η Άχνα διαφεντεύει το σκληρό τοπίο της ελληνικής γης και μαζί την καρδιά και το σώμα του πρωταγωνιστή. Γίνεται θάλασσα αβυθομέτρητη, τόπος αχαρτογράφητος και προσκαλεί, γητεύει ή απορρίπτει. Εν τω μεταξύ, μέσα σ’ αυτό το τοπίο, άλλοτε καταυγασμένο  από το φως κι άλλοτε βουτηγμένο στο σκοτάδι,  λαμβάνουν χώρα τα παντοειδή μυστήρια μιας ζωής πυρετικής και ανεξάντλητης, ιερής αλλά και μολυσμένης από πάθη και πόθους που δεν καταλαγιάζουν ποτέ.  Άνθρωποι αργασμένοι από φτώχια και αθλιότητα ξημεροβραδιάζονται στη δουλειά  ή αναζητούν μια πιο ευνοϊκή μοίρα σε άλλες πατρίδες ενώ κάποιοι άλλοι, ντόπιοι και ξένοι,  ξεπουλούν και ξεπουλιούνται σ’ένα αδιάκοπο αλισβερίσι αιώνιας αγοραπωλησίας ιδεών, πραγμάτων και σωμάτων. Και μέσα σε όλα αυτά, ο νόμος μιας τελεσίδικης φθοράς που κατατρώει εξίσου τη σάρκα και την ψυχή, προτού ξεκινήσουν όλα πάλι από την αρχή υπακούοντας σε μιαν αδήριτη, λες, αναγκαιότητα.

Άστικτο πέρα ως πέρα το κείμενο, γραμμένο με υψηλή ποιητική πνοή και υπακούοντας σ’ έναν εσωτερικό και αδιατάρακτο ρυθμό, συντίθεται από 485 αριθμημένες ψηφίδες-εικόνες που όλες μαζί απαρτίζουν ένα μεγαλόπνοο μωσαϊκό ή μια μεγαλεπήβολη τοιχογραφία. Κάθε επιμέρους εικόνα, που ανήκει και εντάσσεται οργανικά στη σύνολη σύνθεση, έχει να μεταφέρει κάτι από την ελληνική ιδιοπροσωπία, την οποία άλλωστε και εικονογραφεί με τρόπο εξόχως καλλιτεχνικό. Ο αναγνώστης καλείται να δημιουργήσει τη σημασία τοποθετώντας τη στίξη όπως αυτός νομίζει, ώστε να αναδυθεί το νόημα. Καθώς παρόν και παρελθόν εμφιλοχωρούν αξεδιάλυτα στις επιμέρους ψηφίδες καταργώντας τη γραμμικότητα, μπορούμε να μιλάμε για πολλαπλές εισόδους στην πλοκή, αφού έτσι κι αλλιώς αρχή και τέλος μοιάζουν έννοιες πολύ συμβατικές και μάλλον αχρείαστες για τέτοιου είδους αφήγηση. Η ένταση και η  λιτότητα της έκφρασης, το ψυχικό φορτίο που εκτονώνεται σε κάθε σπάραγμα, συγκροτούν ένα ύφος δουλεμένο πάνω στον τρόπο και την πυκνότητα του δημοτικού τραγουδιού, ενώ πάνω σ’ αυτόν τον καμβά ενοφθαλμίζονται σουρεαλιστικά στοιχεία και δάνεια, που χωνεύονται αρμονικά φτιάχνοντας μιαν ανεξάντλητα  μαγική, ονειρική-γκροτέσκα ατμόσφαιρα. Μοντερνιστική, υποβλητική, ριζοσπαστικά  αρμολογημένη, η «Άχνα»  διαθέτει συγχρόνως τη λιτή αυστηρότητα  που διακρίνει τις «παραλογές» και μαζί την εξαίσια παραφορά της υπερεαλιστικής ποίησης.

INFO: Στρατής Χαβιαράς: Άχνα, σελ. 240, εκδ. Κέδρος, 2014

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here