Η «άνω τελεία» της Κικής Δημουλά (της Δέσποινας Παπαστάθη)

1
1624

Δέσποινα Παπαστάθη (*)

 

 

«Όσο οι λέξεις θα με αφήνουν ακόμα να μιλώ…» Κικής Δημουλά, Άνω τελεία, Ίκαρος, Αθήνα 2016

 «Ναι, το έχω ξαναπεί// κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν/ ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω/ φωναχτά ότι οι λέξεις φταίνε/ αν όχι για όλα/ πάντως για τ’ αξεπέραστα», γράφει η Κική Δημουλά στο ποίημα με τίτλο «Άνω τελεία» από την ομώνυμη συλλογή –που κυκλοφόρησε λίγο καιρό πριν αποχαιρετίσουμε το 2016 από τις εκδόσεις Ίκαρος– αναγνωρίζοντας την αξία των λέξεων στη γραφή ενός ποιήματος. Οι λέξεις αυτόνομες, δυναμικές, ατίθασες συλλαμβάνουν και σε αυτήν τη συλλογή μόνιμες αλλά και φευγαλέες ψυχικές στιγμές, δίνοντας μορφή στην υπαρξιακή αγωνία που διακρίνει το υποκείμενο του έργου της στο σύνολο της ποιητικής της παραγωγής.

Η Κική Δημουλά με μισό και πλέον αιώνα διαρκούς παρουσίας στα ελληνικά γράμματα συνιστά μια ιδιαίτερη φωνή εξαιτίας του έντονα ενεργοποιημένου στοχασμού και της ειρωνικής ματιάς πάνω στο εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ήδη, από πολύ νωρίς, ο Άρης Δικταίος δεν διστάζει να τη χαρακτηρίσει το «σημαντικώτατο κέρδος της νεοελληνικής ποιήσεως», επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα γνήσιο ταλέντο που διακρίνεται για την «αποφυγή του τετριμμένου, του εύκολου ή του μελοδραματικού λόγου».[1]

Από την πρώτη της κιόλας ποιητική συλλογή με τίτλο Έρεβος (1956) «ο θρίαμβος και η αποθέωση του κενού»[2] που προκαλείται από την απώλεια, η αίσθηση πως «ο χρόνος εξαντλείται»,[3] πως «η αυλαία δε θα αργήσει να πέσει»,[4] κατέχουν περίοπτη θέση στο έργο της. Η ίδια κάνοντας απολογισμό των θεμάτων που την έχουν απασχολήσει καταλήγει στο ότι δεν στόχευσε ποτέ σε υψηλούς οραματισμούς και ιδέες,[5] αλλά παρέμεινε πιστή στη «χαμηλοτάβανη εσωτερική πατριδογνωσία» της.[6] Η καθημερινότητα με τα μικρά ασήμαντα πράγματα, το σώμα που πονά, υποφέρει, βασανίζεται, ερωτεύεται, στερείται και τελικά αποσυντίθεται, ο χρόνος, η μνήμη και το αντίπαλο δέος η λήθη, η αγωνία των γηρατειών, η θλίψη που μετατρέπεται σε μελαγχολία, ο προβληματισμός για τη σωτηριολογική διάσταση του χριστιανικού μύθου, η φωτογραφία ως μητρώο της θνητότητας είναι κάποια από τα θεματικά μοτίβα που εντοπίζουμε στο έργο της Κικής Δημουλά και που δημιουργικά επανέρχονται στην πρόσφατη συλλογή της.

Ο χρόνος είναι ο μόνιμος αντίπαλος του υποκειμένου της ποιητικής αφήγησης και η εγκόσμια σύλληψη αυτού καθιστά τη σχέση μαζί του ανταγωνιστική. Το παρελθόν απέχει ελάχιστα από το παρόν με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της έννοιας χρόνος να περιορίζεται σε δύο και μόνο επιρρήματα: «Άλλοτε και Τότε./ Και τα δύο χρόνος/ μια αλήθεια σαν ψέμα».[7] Από τα δύο επιλέγει το Τότε γιατί είναι πιο κοντά στα τωρινά «σαν δύο βήματα μόνο ν’ απέχει/ το έχω από το έχασα».[8] Ωστόσο, το πέρασμα από τον Ενεστώτα στον Αόριστο δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι της γραμματικής αλλά μεταφορικά της ίδιας της ζωής και της διάρκειάς της. Κέρδος του χρόνου είναι η πείρα, που όμως «είναι μια γριά ζηλότυπη, ανέραστη».[9] Η ποιήτρια συμβουλεύει τη Νεότητα να την αποφεύγει, μιας και η απόκτησή της σημαίνει την απώλεια της νιότης και την επέλαση των θλιβερών γηρατειών. Ο χρόνος που αδυσώπητα κυλά και πίσω δεν γυρνά αποδίδεται μέσα από τη μεταφορική εικόνα του τρένου που αναχωρεί πάντα υπερπλήρες, αλλά επιστρέφει με τις θέσεις σχεδόν άδειες.[10] Πρόσωπα, τοπία, αισθήματα διαμελίζονται από τη μεγάλη ταχύτητα με την οποία το τρένο/ο χρόνος/η ζωή προσπερνούν όλους τους σημαντικούς σταθμούς της πορείας τους.

Η υπαρξιακή αγωνία που διακρίνει το υποκείμενο της ποιητικής αφήγησης στο έργο της Κικής Δημουλά βρίσκει θαυμαστή έκφραση μέσα από τον διάλογο της ποιήτριας με την υπερβατική μορφή του Χριστού ή του Θεού. Στο έργο της η θρησκεία απεκδύεται από κάθε μεταφυσική χροιά, με κύριο χαρακτηριστικό την απόρριψη της παραμυθίας που μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο η πίστη στην Αιώνια Βασιλεία των Ουρανών και στη μεταθανάτια πραγματικότητα που ευαγγελίζεται η χριστιανική παράδοση, ως αντίδοτο της θλίψης που προκαλεί η συνειδητοποίηση του εφήμερου της ανθρώπινης φύσης. Η ειρωνική απόχρωση της ποιητικής φωνής δημιουργεί την εντύπωση πως αν και «τηρείται το τυπικό της θρησκευόμενης επίκλησης, (…) με ένα ανεπαίσθητο τρυκ μετατρέπεται σε ένα είδος ιερής κοροϊδίας των ένθεων υποσχέσεων»,[11] ενώ στη συνομιλία με τον Θεό υιοθετούνται οικείοι ακόμα και ανευλαβείς τόνοι,[12] για να δηλωθεί με έμφαση η απόγνωση που προκαλείται «από την θεϊκή ορφάνια της φύσης και του ανθρώπου».[13] Κορύφωση της αμφισβήτησης για τη σωτηριολογική διάσταση του χριστιανικού μύθου συνιστά η ειρωνική θέαση των Παθών του Θεανθρώπου, καθώς επισκιάζονται από τα Πάθη του Ανθρώπου, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Ούτως ή άλλως»: «Εσύ, Χριστέ μου, μην τρομάζεις/ δεν πονάς/ άλλη μια σκηνοθέτης επέτειος είναι/ σαδιστικά ντοκιμαντέρ πάλι σε σταυρώνουν/ μόνον η ανάμνηση δέρνεται θρηνεί», ενώ το αίμα στο λευκό σεντόνι που τυλίγει το «άψυχο σώμα» του Κυρίου δεν είναι παρά παπαρούνες που «κεντάνε τις πληγές σου/ αγρός ανοιξιάτικος να μοιάζουν». Το β΄ ενικό πρόσωπο μεταφέρει τον Θεάνθρωπο στο επίπεδο του Ανθρώπου, ενώ το ακάνθινο στεφάνι δεν είναι θεϊκό μονάχα προνόμιο, αφού «όλοι μας το φέρουμε». Η αντίθεση στους δύο καταληκτικούς στίχους του ποιήματος –«εσύ επειδή είσαι υιός του Θεού/ εμείς επειδή δεν είμαστε»– ενισχύει την ειρωνική ματιά της ποιήτριας, η οποία στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι στον παραδεδομένο κόσμο και τις αξίες του θέτοντας νέες, ικανές να εκφράσουν το υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται ο άνθρωπος από την υλική πραγματικότητα του θανάτου.

Στη συλλογή με τίτλο Άνω τελεία ο λόγος της ποιήτριας διακρίνεται από νηφάλια στοχαστικότητα γύρω από το θέμα του θανάτου και του χρόνου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το υποκείμενο της αφήγησης έχει αποδεχθεί αμαχητί το «κουραστικό ταξίδι» του πεπρωμένου για το οποίο παραδέχεται πως «πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις».[14] Άλλωστε, η Κική Δημουλά σε συνέντευξή της δήλωσε πως επέλεξε την «άνω τελεία» και όχι την «τελεία» –όπως εκείνη «την κόκκινη τελεία/ που κλείνει μαύρη φράση./ Κι από τελεία πιο απόλυτη. Δεν θα την ανοίξει/ καμιά αρχή καινούργιας.»[15]– γιατί «θα ήταν σαν να κατέθετα μια ληξιαρχική πράξη. Μελόδραμα δηλαδή. Το πιθανότερο όμως είναι ότι με μαγνήτιζε η λέξη: Άνω. Με τραβούσε κατά πάνω σαν για να με απομακρύνει από το αρπακτικό: Κάτω».[16] Και όταν οι λέξεις «διαμιάς θα φύγουν όλες (…) με πρώτη/ πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω», ακόμα και τότε εμφατικά η ποιήτρια ομολογεί πως «με άρθρωση επίμονη παθιασμένη/ θα εξακολουθήσω όταν/ να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά// κι ας μη μου έχει μείνει τότε/ καμία συλλαβή της.»[17]

 

(*) Η Δέσποινα Παπαστάθη είναι Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στοΤμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Άρης Δικταίος, «Εγεννήθη ημίν ποιήτρια…(Η Κική Δημουλά)», στον τόμο: Αναζητητές προσώπου, Εκδοτικός Οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1963, σ. 109.

[2] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Κική Δημουλά: Το χρονικό μιας ποιητικής διαδρομής», Διαβάζω, τχ. 435, Δεκέμβριος 2002, σ. 119.

[3] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Ο ανορθόγραφος κόσμος. Κικής Δημουλά, «Χαίρε ποτέ», Αθήνα, Στιγμή 1988», Εντευκτήριο, τχ. 6, Απρίλιος 1989, σ. 119.

[4] Στο ίδιο, σ. 119.

[5] Κική Δημουλά, Ο φιλοπαίγμων μύθος, Ίκαρος, Αθήνα 20042, σ. 16-17.

[6] Κική Δημουλά, «Διδακτική ύλη», Χλόη θερμοκηπίου, Ίκαρος, Αθήνα 20062, σ. 7.

[7] Κική Δημουλά, «Σχολαστικότητες», Άνω τελεία, Ίκαρος, Αθήνα 2016, σ. 14.

[8] Στο ίδιο, σ. 14.

[9] Κική Δημουλά, «Εξακριβωμένα», στο ίδιο, σ. 22.

[10] Κική Δημουλά, «Στο τρένο», στο ίδιο, σ. 9.

[11] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Ο ανορθόγραφος κόσμος. Κικής Δημουλά, «Χαίρε ποτέ», ο.π., σ. 120.

[12] Χ. Δάλκος, «Ο μεταιχμιακός χαρακτήρας της ποίησης της Κικής Δημουλά», Αντί, τχ. 867, Απρίλιος 2008, σ. 53.

[13] Πέννυ Αποστολίδη, «Το ανεξήγητο: αίνιγμα, γνώση και φως στην ποίηση της Κικής Δημουλά και της Emily Dickinson», Γράμματα και τέχνες, τχ. 83, Φεβρουάριος – Μάιος 1998, σ. 14.

[14] Κική Δημουλά, «άτιτλο», Άνω τελεία, ο.π., σ. 33.

[15] Κική Δημουλά, «Σημειολογία», Χαίρε ποτέ, στον τόμο: Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 20097, σ. 366.

[16] Μανώλης Πιμπλής, «Κική Δημουλά: Το πρώτο νόμπελ το δικαιούται ο Χρόνος», εφημ. Τα Νέα, Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016.

[17] Κική Δημουλά, «Άνω τελεία», Άνω τελεία, ο.π., σ. 44.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Και στη νέα της συλλογή η πολυαγαπημένη μας Κική Δημουλά αποδεικνύεται η ποιήτρια της σύγχρονης Ελλάδας και γέφυρα του παρελθόντος με το σήμερα. Ευχαριστούμε τον Αναγνώστη και την κ. Δέσποινα Παπαστάθη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ