Ημερολογιακή γραφή και ο σωσίας/«φάσμα» του εξομολογούμενου εαυτού: Μαύρος φάκελος του Μπεράτη (του Π. Ροϊλού)

0
251

Παναγιώτης Ροϊλός

 

Για την πρόσφατη έκδοση του Μαύρου Φακέλου του Γιάννη Μπεράτη*

 

«Κάθε γράψιμο είναι ένας Σωσίας που του περνάς το βάρος σου», γράφει στην αρχή των Στιγμών του ο Γιάννης Μπεράτης. Κάθε γράψιμο, θα συμπλήρωνα, είναι ωστόσο και μία παράσταση, μία πόζα, μπροστά στον καθρέπτη που είναι αυτος ο σωσίας, το βλέμμα του οποίου δυνάμει διαθλάται στα βλέμματα των αναμενόμενων αναγνωστών, που εν τέλει αντανακλούν την διαμεσολαβημένη οπτική του συγγραφέα. Ειδικά η οπτική του συγγραφέα ημερολογιακών καταγραφών υποτίθεται ότι αντικατοπτρίζεται κατά το δυνατόν αδιαμεσολάβητη στον σωσία/«φάσμα» της γραφής, αφού στην περίπτωση αυτή το γράφον υποκείμενο αναμένεται ότι καταθέτει τα μύχιά του, απεκδυμένα από την πολυπλοκότητα και τα παραπλανητικά άλλοθι του πλασματικού λόγου.

Αλλά και έτσι, πιστεύω, ο συγγραφέας ενός ημερολογίου, κυρίως εάν πρόκειται για διανοούμενο ή τεχνίτη του λόγου, ο οποίος έχει ήδη «εκτεθεί» στα βλέμματα αναγνωστών ή πρόκειται να «εκτεθεί» με την δημοσίευση άλλων κειμένων του, διαλέγεται όχι μόνο με τον εαυτό του αλλά και με τους πιθανούς μελλοντικούς αποδέκτες των γραφομένων του. Το «φάσμα» όχι μόνο του εαυτού (σωσίας) αλλά και του άλλου, που ενδέχεται, τυχαία ή όχι, να αποκτήσει πρόσβαση στις συγκεκριμένες καταγραφές του καθ’ ημέραν βίου του, ή του ετέρου εννοούμενου υπερβατικά, ως κοινωνική ή ηθική αρχή αυθεντία ή ψυχαναλυτική λειτουργία (βλ. Λακάν), δεν μπορεί παρά να επιδρά στον τρόπο, τις τεχνικές, ίσως και τον βαθμό ειλικρίνειας ή πληρότητας των ιδεών, συναισθημάτων, γεγονότων που τελικά αποτυπώνονται στο χαρτί. Απ’ αυτήν την άποψη, δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η άποψη της Julie Rak, η οποία στην εισαγωγή της στην αγγλική έκδοση του On Diary (2009) του Philippe Lejeune τονίζει ότι τα ημερολόγια “ξεφεύγουν από όποια μορφή αυθεντίας”, αν και, απεναντίας, προσυπογράφω την έμφαση του ίδιου του Lejeune στην λειτουργία του μέλλοντος ως χρόνου προληπτικής προβολής της σημασίας των ημερολογιακών καταγραφών. Το μέλλον, διατείνεται ο Lejeune, είναι ο τελικός αποδέκτης/συνδιαλεγόμενος των ημερολογίων.

Ενδεικτικά, προς επίρρωσιν της δικής μου προσέγγισης, η οποία αφορά κυρίως ημερολόγια ανθρώπων που έχουν επικοινωνήσει ήδη ή φιλοδοξούν να επικοινωνήσουν με άλλα τους εργα (καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά) με το αναγνωστικό κοινό, είναι, για παράδειγμα, οι αποσιωπήσεις, παραλείψεις, συντομογραφίες, απαλοιφές ονομάτων ή αντωνυμιών, και πράξεων στα προσωπικά σημειώματα του Καβάφη ή και στις σημειώσεις του Μαύρου Φακέλου του Μπεράτη. Δεδομένων των επιφυλάξεων και προφυλάξεων αυτών, θα ισχυριζόμουν ότι όχι σπάνια τα ημερολόγια των λεγόμενων ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης, ανθρώπων δηλαδή οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με την διαδικασία επικοινωνίας εξ ολοκλήρου φανταστικών ή άλλων μορφών έκφρασης σε ένα ευρύ κοινό, φανερώνουν όχι μόνον ή όχι απαραίτητα τον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς προσλαμβάνουν εαυτούς και τον κόσμο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελαν η προσωπικότητά τους να προσληφθεί από άλλους αναγνώστες. Οι τελευταίοι, πραγματικοί ή φανταστικοί, απροσδιόριστοι αλλά πιθανοί, κάποτε ακόμη και υπερβατικοί, λειτουργούν συχνά σαν ένα είδος λογοκρίνοντος υπερεγώ, το «φάσμα» του οποίου πλανάται στον νου και την αφήγηση του «εκτιθεμένου» συγγραφέα ημερολογίου. Το διαπιστώνει αυτό κανείς και στο παλαιότερο παράδειγμα ημερολογιακής ή οιωνεί ημερολογιακής γραφής στην ιστορία των Ευρωπαϊκών γραμμάτων, τους Ιερούς Λόγους του ταλαίπωρου, αλλά εξεχόντως δημιουργικού, υπερευαίσθητου και ευάλωτου σε διάφορα ψυχοσωματικά σύνδρομα, Αίλιου Αριστείδη (2ος μ.Χ. αιώνας), όπου οι μελλοντικοί (κατά βάσιν ομότεχνοι) αναγνώστες του και κυρίως η επιβλητική μορφή του εκλεκτού του Ασκληπιού, παρεισφρύουν επίμονα.

Εν πάσει περιπτώσει, το ημερολόγιο, όπως κάθε μορφή ενδιάθετου ή εκφερόμενου λόγου, και εν αντιθέσει με τον μονολογικό του αφηγηματικό χαρακτήρα, δεν μπορεί παρά εν τέλει να είναι ένας διάλογος, είτε με τον εαυτό εν τω εξομολογητικώ του γίγνεσθαι ή υπό την μορφή μελλοντικού αποδέκτη των εν τω παρόντι καταγραφόμενων (είναι χαρακτηριστικό ότι στον Μαύρο Φάκελο ο συγγραφέας απευθύνεται προφανώς στον εαυτό του σε ολα τα γραμματικά πρόσωπα) είτε είτε με κάποιους άλλους αναμενόμενους αναγνώστες. Στον Σωσία του ο Μπεράτης γράφει κάπου: «η ζωή μου είναι ένα πείραμα του Θεού… Γι’ αυτό βρίσκω τόσο εδιαφέρον να την παρακολουθώ. Παρακολουθήστε την κι εσείς. Θα σας κάνει καλό. Κι όλ’ αυτά σχεδόν δωρεάν.» Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν κατά την γνώμη μου να περιγράψουν ως ένα βαθμό και την διαδικασία αυτοσυνειδησίας του υποκειμένου κατά την διάρκεια συγγραφής του ημερολογίου του αλλά και την πιθανότητα έκθεσής του στα λιγότερο ή περισσότερο αδιάκριτα μάτια των εν δυνάμει αναγνωστών/θεατών του θεάματος της εκτυλισσόμενης εσώτερης ζωής του.

Μία τέτοια διαδικασία αυτοσυνειδησίας και παράλληλης έκθεσης του συγγραφέα ημερολογιακών σημειώσεων διαγράφεται και στον Μαύρο Φάκελο. Εδώ ας μου επιτραπεί μία παρενθετική παράθεση ορισμένων σκέψεων σχετικά με την ηθική της εκδοτικής κειμένων που δημοσιεύονται μετά τον θάνατο των συγγραφέων τους. Σχεδόν πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις ανακύπτει το δίλημμα κατά πόσον ο μελετητής έχει το ηθικό δικαίωμα να εκθέσει στο κοινό τα κατάλοιπα, προσχέδια, ατελείς εκδοχές έργων, επιστολές, προσωπικά σημειώματα, ημερολογιακές καταγραφές ανθρώπων που οι ίδιοι επέλεξαν να μην (ή δεν πρόλαβαν να) εκδώσουν. Και το επιστημονικό/ερευνητικό/ερμηνευτικό δίλημμα ακολουθεί σχετικά με το κατά πόσο νομιμοποιούμασθε ή είμαστε υποχρεωμένοι ως ερευνητές να λαμβάνουμε συστηματικά υπόψιν μας τέτοιου είδους σκόρπιες, ανολοκλήρωτες, αποσιωπημένες ή και αποκηρυγμένες πηγές. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, του Καβάφη, ο μελετητής πρέπει να περιορίσει την ερμηνευτική του απόπειρα στα ποιήματα του κανόνα ή να μελετήσει διαξοδικά και τα αποκηρυγμένα, τα ατελή, τα ανέκδοτα, αλλά και τα προσωπικά του σημειώματα; Ομολογώ ότι όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο μου για τον Καβάφη, βίωσα έντονα, αλλά πολύ παροδικά, το εν λόγω δίλημμα. Και πιστεύω ότι η απόφασή μου να μελετησω το σύνολο της γνωστής μέχρι τώρα καβαφικης παραγωγής, ακραιφνώς λογοτεχνικής ή άλλης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που είδε το φως της δημοσιότητας ερήμην του ποιητή, αποδείχθηκε, πιστεύω, γόνιμη.

Άλλωστε, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας: στην περίπτωση συγγραφέων των οποίων η ζωή δεν διεκόπη βίαια, η διατήρηση κειμένων οποιασδήποτε κατηγορίας στα αρχεία τους κατά κανόνα φαίνεται να είναι συνειδητή και ναρκισσιστικά, αυτάρεσκα να κλείνει το μάτι στον μελλοντικό μελετητή και να διεγείρει τον ερευνητικό του πόθο—κάτι αντίστοιχο με την ναρκισσιστική έκθεση της εσώτερης ζωής ενός συγγραφέα ημερολογίου στους πιθανούς επιθυμητούς ή ανεπιθύμητους, αλλά πάντοτε φασματικά παρόντες στον νου του αναγνώστες.

Στην περίπτωση του Μπεράτη, τέτοια διλήμματα φαίνεται μάλλον ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ανέλαβε, μεγαλόψυχα, να αποτρέψει: όπως επισημαίνει η Έρη Σταυροπούλου στην εισαγωγή της, ο Μπεράτης αναφερόταν στο ημερολόγιό του σε διάφορες συνεντεύξεις και μάλιστα λίγο πριν τον θάνατό του το εμπιστεύθηκε στον Γιώργο Σαββιδη, με την οδηγία να «το χρησιμοποιήσει κατά την κρίση του», ακόμη και να το εκδώσει στο σύνολό του ή εν μέρει. Τελικά, ο Μαύρος Φάκελος εξεδόθη μόλις πριν λίγους μήνες με την υποδειγματικήν επιμέλεια της Έρης Σταυροπούλου από τις εκδόσεις Ερμή, που συνεχίζουν την πολύτιμη υπηρεσία τους στα ελληνικά γράμματα με την δημιουργική καθοδήγηση της Λένας Σαββίδη και του Γιώργου Χριστοφορίδη. Δεινή μελετήτρια της ιστορίας της ελληνικης γραμματολογίας του 19ου και του 20ου αιώνα, άξια επίγονος αλλά και ανανεώτρια μίας σημαντικής φιλολογικής παράδοσης που εδραιώθηκε υποδειγματικά από ερευνητές όπως οι Κ. Θ. Δημαράς, Άλκης Αγγέλου, Μάριο Βίττι και Γιώργος Σαββίδης, η Έρη Σταυροπούλου έκανε πάλι το αξιοθαύμαστο Μπερατικό της…θαύμα.  Μετά την έκδοσή της του σωζόμενου μέρους του Σωσία, που συμπλήρωσε ένα μεγάλο κενό στην γνώση μας της λογοτεχνικής παραγωγής και φιλοδοξίας του Γιάννη Μπεράτη, η Έρη Σταυροπούλου επιτέλεσε πάλι έναν δύσκολο φιλολογικό άθλο: έφερε στην επιφάνεια το σύνολο του εκτενέστατου ημερολογίου (περί τις 450 τυπωμένες σελίδες) του συγγραφέα της Διασποράς και του Πλατιού Ποταμιού, με προσήλωση στην λεπτομέρεια, ανασύνθεση διακειμένων και άκρως διαφωτιστικές επεξηγηματικές σημειώσεις για διάφορες πραγματολογικές αναφορές. Στην εισαγωγή της διαγράφει την πορεία της εκδοτικής ανασύνθεσης του φακέλλου, την σημασία του για το σύνολο του έργου του Μπεράτη, αλλά και με την χαρακτηριστική της οξυδέρκεια συζητεί θέματα ευρύτερου μεθοδολογικού ενδιαφέροντος σχετικά με το είδος της ημερολογιακής γραφής.

Θα ήθελα να μου επιτραπεί η επιμονή μου στο έργο της Έρης Σταυροπούλου, επιμελήτριας/εκδότριας του τόμου, για λόγους επιστημονικής ουσίας και πνευματικής δικαιοσύνης. Είναι δεδομένη η αξία μεγάλων συγγραφέων και ποιητών, και δεν περιμένει απαραίτητα ή πάντοτε την συμβολή ερευνητών για να κατακτήσει τελικά και οριστικά τον κόσμο. Ωστόσο, η πληρότητα και ποιότητα της γνώσης μας του έργου τους δεν θα ήταν η ίδια χωρίς το σημαντικό έργο σοβαρών και αφοσιωμένων μελετητών. Σκεφθείτε, τι θα γνωρίζαμε για και από τον Σολωμό χωρίς την έρευνα του Λίνου Πολίτη, για και από τον Καβάφη χωρίς την έρευνα του Γιώργου Σαββίδη και του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, για και από τον Τέλλο Άγρα χωρίς τον Κώστα Στεργιόπουλο, για και από τον Ησίοδο χωρίς την έρευνα του Martin West, για και από την Σαπφώ χωρίς την έρευνα του Δημήτρη Γιατρομανωλάκη, για και από τον Μπεράτη (και διάφορους άλλους, τον Πανά, τον Χατζόπουλο, την Διδώ Σωτηρίου) χωρίς την έρευνα της Έρης Σταυροπούλου; Δεν είναι λίγο πράγμα, ιδίως σε μία εποχή διάχυτης πληθωριστικής και υλιστικά προσανατολισμένης εγωπάθειας, ένας άκρως χαρισματικός άνθρωπος να βάζει κατά μέρος το δικό του δημιουργικό, διανοητικό εγώ, για να προαγάγει, να μελετήσει, ανασυνθέσει, αναστήσει, εξυψώσει την προσωπικότητα κάποιου άλλου, και μάλιστα κάποιου λίγο πολύ συγκαιρινού του ή όχι πολύ μακριά από την εποχή στην οποία ο ίδιος ζει. Γράφει κάπου ο Bataille, αναλύοντας την περί γενικής οικονομίας θεωρία του, ότι η ποίηση συνιστά την ακραιφνέστερη μορφή αυτοθυσίας. Μάλλον αιρετικά αλλά με κάθε ειλικρίνεια θα αντέτεινα ότι ανώτερη μορφή πνευματικής αυτοθυσίας και υπό την έννοια του Bataille είναι η κοπιώδης, σοβαρή και μεθοδική φιλολογική εκδοτική έρευνα—και αυτό το αναγνωρίζει κάποιος ο οποίος μέχρι τώρα έχει επιλέξει να καταπιαστεί με άλλες μορφές έρευνας.

Αναλογίζομαι βέβαια ότι μεγάλη θα είναι η ικανοποίηση του ερευνητή, όταν επιτυγχάνει να ανασύρει από την αφάνεια και γενναιόδωρα να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τα γραπτά ενός τόσο δημιουργικά πολυεπίπεδου πνευματικού ανθρώπου, όπως ο Μπεράτης. Στις σχεδόν 450 σελίδες του ημερολογίου του, ο Μπεράτης διερευνά έναν αριθμό θεμάτων ιδιαιτέρως σημαντικών για την καλύτερη κατανόηση όχι μόνο της δικής του συγγραφικής  δραστηριότητας αλλά και των αναζητήσεων της ευρύτερης μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας και πτυχών του ιστορικού της περικειμένου. Από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του θεωρώ εκείνες σχετικά με την φαντασία (π.χ. σσ. 78, 80, 159, 256, 271), την παραγωγή και επεξεργασία του πεζογραφικού του λόγου (σσ. 138-139, 54), την εντοπιότητα και την σχέση της με τις διεθνείς ιστορικές/πολιτικές συγκυρίες (σσ. 55-56). Το ημερολόγιό του από την αρχή μέχρι το τέλος διατρέχεται από μία επίμονη αγωνία του πνευματικού υποκειμένου στην αναμέτρησή του με τον απαιτητικό του εαυτό (σωσία), τον υπονομευτικό κόσμο, και τον απαγορευτικό, αλλά εν τέλει συνεργό στην δημιουργική πράξη, υπαρξιακά προβιωθέντα και πάντοτε επέρχόμενο θάνατο. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις πρώτες δύο καταγραφές στον Μαύρο Φάκελο:

 

1). 4-9-40: …αν σήμερα γρεμίστηκε η Γαλλία είναι γιατί ξέχασε το «Πνεύμα του Τραγικού» (που εμπεριέχει την έννοια της Θυσίας)—επειδή το αρνήθηκε και θέλησε να το ξεχάσει…

2). …9-40: …ας μη θελήσει ο Θεός να πεθάνουμε—Ας μας δίνει και άχθος και αγωνία και τη δύναμη να πολεμάμε ενάντιά τους.

 

Και τα δύο τελευταία ημερολογιακά του αποτυπώματα:

 

1). 8-12-68: Δεν ξέρω από πού να αφουγκραστώ τα μουλωχτά βήματα του Θανάτου. Από πού έρχεται, από ποιο δρόμο;

2). 9-12-68: Γιατί θέλεις να σηκωθείς, αγάπη; Θέλω να σηκωθώ για να διώξω το συναίσθημα του ανάπηρου που με καταπιέζει. Η πίεση είναι πεσμένη στο 7. Γενική Κλινική Αθηνών.

 

Ο Μπεράτης έκλεισε τον κύκλο της ζωής του μία ημέρα μετά την τελευταία ημερολογιακή του σημείωση: στις 10 Δεκεμβρίου 1968. Ξεκίνησε τον Μαύρο Φάκελο με μία αναφορά στις έννοιες του τραγικού, της θυσίας, της αγωνίας, του θανάτου, όπως τις βίωνε στις παραμονές του πολέμου στην Ελλάδα. Ολοκλήρωσε τις ημερολογιακές του καταγραφές με μία απορία για την πορεία έλευσης του θανάτου και μία αποδοχή του συναισθήματος αναπηρίας, δηλαδή αποσπασματικότητας, κατακερματισμού του εαυτού—εν σχέσει με τον ίδιον τον εαυτό/«σωσία», πρωταγωνιστή στην ζωή και δημιουργό τέχνης λόγου—και εν σχέσει με ό,τι αμετάκλητα υπερβαίνει και καταργεί τον εαυτό, ακόμη και αν, στην περίπτωση του Μπεράτη, τον καθορίζει καθ’ όλη την διάρκεια της πνευματικής ύπαρξής του: μιλώ για τον θάνατο, η μελέτη του οποίου, στην πλατωνική και όχι μόνο θέασή του, συνιστά φιλοσοφία ζωής.

 

 


 

 

 

 

* Παρουσίαση σε εκδήλωση για την δημοσίευση του βιβλίου που οργάνωσαν οι εκδόσεις «Ερμής» στην Στοά του Βιβλίου στις 13 Ιανουαρίου 2016. Το κείμενό μου διατηρεί την προφορική του μορφή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here