Εκ των προτέρων σημαδεμένη μνήμη

1
101

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

Τι ζητάει ο Έκτορας Λαζαρίδης όταν επιστρέφει σε ώριμη ηλικία στην Ελλάδα (κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί) μετά από δεκαετίες παραμονής στη Γερμανία; Σκοπός του είναι να δώσει τη χειρόγραφη μαρτυρία του πατέρα του για τον Εμφύλιο σ’ έναν εκδότη, πιστεύοντας πως έτσι θα ικανοποιήσει την ύστατη επιθυμία ενός ανθρώπου ο οποίος έζησε όλη τη ζωή του στην πολιτική εξορία της Ανατολικής Ευρώπης, χωρίς να απομακρυνθεί ποτέ από την ιδεολογική του ορθοδοξία – ακόμα κι όταν βρέθηκε για πάντα εκτός Κόμματος. Η επιστροφή, πάντως, στα πατρώα εδάφη θα σημάνει από την πρώτη σχεδόν στιγμή άπειρες περιπλοκές. Ο εκδότης με τον οποίο έχει ραντεβού για τα χειρόγραφα ο Έκτορας θα αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια του, τα χειρόγραφα θα εξαφανιστούν λίγο αργότερα με έναν εντελώς ακατανόητο τρόπο ενώ την ίδια ώρα θα προκύψει κι ένας απροσδόκητος έρωτας: ένας έρωτας στον οποίο όλες τις πρωτοβουλίες θα αναλάβει η κόρη του αυτόχειρα.

Προσπαθώντας να αντιδράσει στην τεράστια αναστάτωση την οποία του προκαλούν αυτές οι σχεδόν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, ο Έκτορας θα αρχίσει να γράφει νοερά ένα μυθιστόρημα-κιβωτό για τη φόρτωση της μνήμης του, η οποία μοιάζει να μπάζει από παντού νερά, μπερδεύοντας το παρόν με το παρελθόν και ανασύροντας στην επιφάνεια τις πιο ετερόκλητα αισθήματα. Το τραύμα του Εμφυλίου έχει χαράξει βαθιά τη μνήμη του Έκτορα, ο οποίος δεν θα εξοικειωθεί ποτέ με τον φόρο αίματος τον οποίο κατέβαλαν οι γονείς του στο θυσιαστήριο της χαμένης επανάστασης: φυλακίσεις, δια βίου εκτόπιση, αναγκαστική εγκατάλειψη των παιδιών τους.

Η θεωρία της λογοτεχνίας έχει κάνει κατ’ επανάληψη λόγο τις τελευταίες δεκαετίες για το είδος της μνήμης του Έκτορα. Πρόκειται για μια διαμεσολαβημένη, δεύτερη μνήμη: μια μνήμη επιγόνων, που αποτυπώνει από απόσταση αλλά όχι χωρίς οδύνη το βιοπολιτικό σοκ το οποίο υπέστη η ιστορική γενιά των γονιών τους (στην περίπτωσή μας η γενιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της εμφύλιας σύρραξης). Με την Άσκηση του Ροτ η Βασιλική Ηλιοπούλου θα κάνει τον ήρωά της να υποφέρει τα πάνδεινα από αυτή τη μεταμνήμη, που θα ριζώσει από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία στον ψυχισμό του και θα προσδιορίσει ολοκληρωτικά τον ενήλικο βίο του. Το ίδιο θα συμβεί και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα. Καμία κάθαρση δεν θα επέλθει και τώρα και ο Έκτορας, θα αφεθεί, παρά τον εκτεταμένο μνημονικό απολογισμό, σε οριστική σύγχυση.

Είμαι βέβαιος πως όλα αυτά θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικά αν δεν υπήρχε το πλεοναστικό εύρημα του νοερού μυθιστορήματος, με την αφήγηση να μοιράζεται σε δύο φωνές, οι οποίες, όμως, εξακολουθούν να μένουν μία εφόσον είτε έτσι είτε αλλιώς εκείνος που βιώνει και ερμηνεύει τα γεγονότα (τόσο τα εξωτερικά όσο και τα εσωτερικά) είναι ένας: ο Έκτορας. Η δραματουργική αδυναμία είναι εμφανής, αλλά περισώζεται στο ακέραιο το μέρος στο οποίο ο πρωταγωνιστής δεν μιλάει ως οιονεί μυθιστοριογράφος: η περιπλάνησή του στο αθηναϊκό τοπίο της κρίσης, η συνεχής  αιώρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις σχεδόν ονειρικές και ποιητικές εικόνες των μνημονικών του αποσπασμάτων και η έκκεντρη θέση του (χωρίς κανένα κραυγαλέο περίγραμμα) στον σκοτεινό κόσμο του 21ου αιώνα αποτελούν ασφαλώς τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου.

 

INFO: Βασιλική Ηλιοπούλου: Η άσκηση του Ροτ. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Πατάκη. Σελ. 221.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. […]             Τσίμπησα πιστεύοντας, από τον τίτλο, ότι το μυθιστόρημα σχετίζεται με το έργο του γερμανού συγγραφέα Joseph Roth, που δημοσίευσε τα έργα του στον μεσοπόλεμο. Κι έτσι φαντάστηκα (επέδρασε σ’ αυτό και το εξώφυλλο και η εμπνευσμένη σύνθεσή-του) πολλά, μπήκα νοερά και στο κλίμα μιας γραφής όπως το προηγούμενο έργο της συγγραφέως, το “Σμιθ”, αλλά στο πιο ευρωπαϊκό-της, δελεάστηκα από αυτό που φανταζόμουν και αγόρασα το βιβλίο. Ως προς την πρώτη πλάνη, έφταιγα εγώ, ως προς τη δεύτερη η αδυναμία της Ηλιοπούλου να αρθεί στο ύψος του πρώτου-της βιβλίου.            Η ιστορία έχει να κάνει με τον Έκτορα Λαζαρίδη και το διπλό ταξίδι της μνήμης. Από τη μία, το χειρόγραφο του αγωνιστή πατέρα-του το οποίο ο γιος πλέον επιχειρεί να εκδώσει, για να διασώσει, για να απαθανατίσει τις μαρτυρίες των αριστερών, κι από την άλλη, η δική-του απώλεια μνήμης την οποία προσπαθεί να αποσοβήσει με ασκήσεις καταγραφής, όπως του συνέστησε ο νευρολόγος-του ονόματι Ροτ. Η μνήμη λοιπόν λειτουργεί διττά: από τη μία ως ανάγκη που επιβάλλει την παρουσία-της ως υποχρέωση του παρόντος να διατηρήσει το παρελθόν κι από την άλλη ως ασύνειδη προσπάθεια του παρόντος να λησμονήσει (αυτό δηλώνει εμμέσως η ελαφρά αμνησία, που επιχειρεί να θεραπεύσει ο Έκτορας).            Ο πιθανός όμως εκδότης αυτοκτονεί κι ο Έκτορας επιδίδεται σε μια αέναη προσπάθεια να πάρει πίσω το χειρόγραφο που του είχε παραδώσει, κάτι σαν υποχρέωση απέναντι στον ήρωα πατέρα του και στη μαρτυρία-του. Φέρνει στο ίδιο επίπεδο το παρόν και τη σχέση-του με τη Σωτηρία, την κόρη του αυτόχειρα εκδότη-του, και το παρελθόν που αφορά την αδελφή-του Έλλη και την οικογένειά-του εν γένει, φίλους και περιστατικά που έρχονται ως άσκηση μνήμης για να του δυναμώσουν τη μνημονική διαδικασία του εγκεφάλου-του.            Για άλλη μια φορά ο Εμφύλιος, παρά τις όποιες εγγενείς επιφυλάξεις του αφηγητή για την αξία της συνεχούς υπενθύμισής-του, αποτελεί το κεντρικό θέμα ενός μυθιστορήματος, όπως συμβαίνει με πολλά ανάλογα τα τελευταία χρόνια. Αυτό καθεαυτό λειτουργεί για τον αναγνώστη ανασταλτικά, αφού ο τελευταίος υφίσταται –με τα τόσα βιβλία που τον κατακλύζουν- έναν ιστορικό κορεσμό, εφόσον η πραγμάτευση του θέματος δεν έχει να προσφέρει κάτι στην εθνική-μας αυτογνωσία.              Το πιο σημαντικό ωστόσο πρόβλημα του βιβλίου είναι η απουσία σχεδίου, έτσι τουλάχιστον δείχνει, καθώς η αρχική ιδέα ξεφουσκώνει και η πλοκή οδηγεί σε ανούσιες κατευθύνσεις. Ο αναγνώστης, χαμένος μεταξύ αφήγησης και ανάμνησης, πείθεται ότι το υλικό μπήκε άτακτα και παρέσυρε τη συγγραφέα σε μια πορεία που δεν είχε νομοτέλεια και σκοπό. Το παρελθόν έρχεται σε θραύσματα και δημιουργεί μια χαοτική κατάσταση βιωμάτων και εμπειριών που ναι μεν διαφοροποιούνται με άλλη γραμματοσειρά αλλά δεν φαίνεται να συγκλίνουν σε μια κεντρική ιδέα.            Είδα πριν από καιρό τη βιβλιοπαρουσίαση στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και έμεινα ενεός με την απουσία γνώμης του συντάκτη-της. Ναι μεν ο Κυθρεώτης εντάσσει το έργο στον γενικότερο προβληματισμό περί Εμφυλίου και αναδεικνύει το ερώτημα ποιον αφορούν όλα αυτά, αλλά δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να περιγράφει το βιβλίο χωρίς καμία αξιολόγηση που να εξηγεί την αξία-του. Εκτός, αν η αξία-του ορίζεται από το βραβείο που πήρε η Ηλιοπούλου για το “Σμιθ” και την πραγμάτευση του θέματος της μνήμης που εξυψώνει παραχρήμα το έργο; Νομίζω και οι άλλοι κριτικοί που ασχολήθηκαν με το έργο είχαν θετική προδιάθεση απέναντί-του έχοντας το πρώτο μυθιστόρημα της συγγραφέως υπόψη. Άλλοι από αυτούς έμειναν με εξίσου θετικές εντυπώσεις (Δημητρούλια) κι άλλοι εξέφρασαν τις επιφυλάξεις που δεν τους άφηναν να δουν το έργο ως υψηλού επιπέδου λογοτεχνία (Χατζηβασιλείου). […]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ