Γκράχαμ Γκρην:Ο οίκτος και η ευθύνη (της Νίκης Κώτσιου)

0
481

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Το θέμα της θρησκευτικής πίστης επανέρχεται συχνά στο έργο του Γκράχαμ Γκρην (1904-1991)αποτελώντας μια από τις αγαπημένες εμμονές του συγγραφέα, καθώς υπήρξε και ο ίδιος πιστός καθολικός, με ιδιαίτερη ευαισθησία σε αυτού του είδους τα ζητήματα.  Η «Καρδιά των Πραγμάτων» (σε ωραία, ανεπίληπτη μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, από τις εκδόσεις Πόλις) εκτυλίσσεται σε κάποια αποικία της δυτικής Αφρικής, στην ταραγμένη εποχή του Β’Παγκόσμιου Πολέμου. Πρωταγωνιστεί ο ευσυνείδητος αστυνομικός Σκόμπι, που αρέσκεται να περιγράφει τον εαυτό του σαν έναν «βαρετό , μεσόκοπο πενηντάρη που απέτυχε να πάρει προαγωγή», αν και στην πραγματικότητα είναι ένα τραγικό πρόσωπο, που βιώνει μια από τις μέγιστες οδύνες.

Τα στοιχεία που καθορίζουν την προσωπικότητα του Σκόμπι και της προσδίδουν ιδιαιτερότητα και υπαρξιακό βάρος είναι το αίσθημα ευθύνης και ο οίκτος που νιώθει, όταν συναντά στο δρόμο του πτυχές της ανθρώπινης δυστυχίας. Αυτά είναι τα πρωταρχικά αισθήματα που χρωματίζουν ανεξίτηλα ακόμα και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την ίδια τη γυναίκα του. Απέναντι στη σύζυγό του Λουίζ, ο Σκόμπι δεν αισθάνεται ακριβώς αγάπη αλλά  κυρίως οίκτο και μαζί την ηθική υποχρέωση να της εξασφαλίσει με κάθε μέσο την ευτυχία. Η Λουίζ έχει πάψει προ πολλού να είναι ελκυστική, γίνεται κατά καιρούς υστερική και μοιάζει όλο και περισσότερο να βυθίζεται σε μια κατάθλιψη, που απορρέει από ένα γενικευμένο αίσθημα αποτυχίας. «Ο Σκόμπι την παρατηρούσε μέσα από την κουνουπιέρα. Το πρόσωπό της είχε τη λευκοκίτρινη απόχρωση της κινακρίνης, τα μαλλιά της, που κάποτε είχαν το χρώμα του μελιού,ήταν σκούρα και κρέμονταν σαν σπάγγοι από τον ιδρώτα. Αυτές τις ώρες της ασκήμιας την αγαπούσε, όταν ο οίκτος και το αίσθημα ευθύνης έφταναν σε ένταση πάθους».

Όταν η Λουίζ εκφράζει την επίμονη επιθυμία να ταξιδέψει στη Νότιο Αφρική για να ξεσκάσει, ο Σκόμπι νιώθει υποχρεωμένος να ικανοποιήσει την επιθυμία της και, επειδή δε διαθέτει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό, αναγκάζεται να προβεί σε μια ριψοκίνδυνη οικονομική δοσοληψία με έναν διεφθαρμένο Σύριο έμπορο, διακινδυνεύοντας την υπόληψη και την καριέρα του. Ωστόσο, προέχει πάντα η ευτυχία της Λουίζ, όποιο και αν είναι το τίμημα. Ο Σκόμπι θεωρεί πως οφείλει να της παράσχει τα πάντα, ακόμα και όταν οι  ανάγκες της υπερβαίνουν τα μέσα και τις δυνατότητές του. Αυτός είναι ο τρόπος του να δηλώνει την αγάπη του, αν και η Λουίζ δεν μοιάζει εν πολλοίς να είναι πάντα άξια μιας τέτοιας αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.

Κατά την απουσία της Λουίζ, ο Σκόμπι θα συνδεθεί ερωτικά με την Έλεν, μια νεαρή χήρα που επέζησε ωε εκ θαύματος μετά από ναυάγιο και προσπαθεί να ορθοποδήσει και να αναρρώσει σε ένα ξένο περιβάλλον. Και πάλι το κίνητρο του Σκόμπι είναι ο οίκτος και όχι τόσο η λαγνεία. Μπροστά στη νεαρή αναξιοπαθούσα που παραπαίει, ο Σκόμπι νιώθει την ηθική υποχρέωση να τη βοηθήσει και να την προστατέψει. Ο έρωτας ακολουθεί σα μία δευτερεύουσα παρενέργεια, που εκδηλώνεται κυρίως από την πλευρά της Έλεν ενώ ο Σκόμπι απλώς υποτάσσεται στην τροπή των πραγμάτων και στην επιθυμία της Έλεν. Στο μεταξύ, η σύζυγος Λουίζ επιστρέφει και μοιραία τα πράγματα περιπλέκονται καθώς ο Σκόμπι αδυνατεί να λάβει μια οριστική απόφαση, που θα λυτρώσει και τον ίδιο αλλά και τις δυο γυναίκες.

Φορέας μιας σπάνιας ψυχικής γενναιοδωρίας, ο Σκόμπι σπεύδει να ανακουφίζει τον πόνο των άλλων, χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Το κάνει απλόχερα και χωρίς δισταγμό παραμένοντας πάντα ταπεινός, παρά το μέγεθος της προσφοράς του  τόσο σε όσους αγαπά όσο και σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη. Κίνητρό του, η αγάπη. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η αίσθηση του ελέους που καθοδηγεί απαρέγκλιτα τις πράξεις του, γίνεται αιτία της δικής του κακοδαιμονίας. Ο οίκτος που αναπόδραστα νιώθει για τους κάθε λογής αναξιοπαθούντες είναι η βασική του αδυναμία και η αχίλλειος πτέρνα του. Εξαιτίας του οίκτου, οδηγείται σε βεβιασμένες  ενέργειες και εσφαλμένες αποφάσεις που προκαλούν βαθιά σύγχυση και παραζάλη. Άνθρωπος με καλές προθέσεις, ο Σκόμπι συντρίβεται εντέλει από την εμμονική έγνοια του για την ευτυχία των άλλων, που πρέπει πάντα να περνά μέσα από τη δική του δυστυχία. «Ο οίκτος άχνιζε στην καρδιά του σα ζωική ύλη σε αποσύνθεση. Ποτέ δεν θα τον ξεφορτωνόταν. Ήξερε εκ πείρας πώς σβήνει το πάθος και πώς ο έρωτας χάνεται, ο οίκτος όμως παρέμενε για πάντα. Τίποτε δεν μπορούσε να τον λιγοστέψει. Τον έτρεφαν τα δεδομένα της ζωής. Μόνο ένας άνθρωπος στον κόσμο ήταν ανάξιος οίκτου-ο ίδιος.»

Η βαθιά θρησκευτική του πίστη  σε συνδυασμό με την αυστηρότητα του καθολικισμού στο θέμα της μοιχείας εισάγει τον Σκόμπι σε μια βασανιστική  και επώδυνη κρίση συνείδησης, που θα τον οδηγήσει σε ένα τραγικό αποτέλεσμα. Ο Σκόμπι νιώθει υπόλογος έναντι των δύο γυναικών γιατί θεωρεί ότι, με την αναποφασιστικότητά του τις προδίδει αμφότερες, αλλά κυρίως νιώθει υπόλογος έναντι του θεού γιατί, με τη συμπεριφορά του, πέφτει κατ’εξακολούθηση στην αμαρτία. «Είπε χαμηλόφωνα: Θεέ μου, εγώ σε εγκατέλειψα. Μη με εγκαταλείψεις κι εσύ.» Ο τρόπος που ο Σκόμπι μεταβολίζει τη θρησκευτική απαγόρευση και τα επακόλουθα αισθήματα απαξίωσης που βιώνει για τον εκπεσόντα εαυτό του τον οδηγούν σε μια οδυνηρή, μη αναστρέψιμη απόφαση, που δε διστάζει να πραγματοποιήσει. Από τη στιγμή που εξωκείλει και παραβαίνει τον κανόνα, η πίστη μοιάζει να γίνεται για τον Σκόμπι ένα δυσβάσταχτο φορτίο που, αντί να τον απελευθερώνει, τον καταποντίζει στα τάρταρα και τον βυθίζει στην απελπισία. Ο Σκόμπι καταλήγει να προδίδει αυτούς ακριβώς που αγαπά: τη Λουίζ, την Έλεν, τον ίδιο το θεό. Αδυνατεί να ζήσει σε αρμονία με όσα υπαγορεύει η θρησκεία του, αν και επιθυμεί διακαώς να παραμείνει μέχρι το τέλος ένας καλός χριστιανός.

Μέσα στο πλαίσιο της απόλυτα προσωπικής σχέσης που έχει οικοδομήσει με το θεό, ο Σκόμπι μοιάζει να έχει περιέλθει σε αδιέξοδο. Η λύση που προτείνει ο εντεταλμένος ιερέας και η επιφανειακή διαχείριση της αμαρτίας από την επίσημη εκκλησία δεν δίνει ουσιαστική λύση στο πρόβλημα και ο Σκόμπι καλείται μόνος να επινοήσει τον πρέποντα τρόπο διευθέτησης και επανόρθωσης ώστε να ηρεμήσει η συνείδησή του και να επανέλθει η ειρήνη στην ψυχή του. « Το Πάτερ Ημών είχε στη γλώσσα του την ίδια νεκρή γεύση όσο κι ένα νομικό έγγραφο: δεν ήταν ο άρτος ο επιούσιος αυτό που ήθελε , αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ήθελε ευτυχία για τους άλλους και μοναξιά και ειρήνη για τον εαυτό του». Στην «Καρδιά των Πραγμάτων», ο θεός εμπλέκεται με τόση σφοδρότητα και ένταση στις πράξεις και τους πυρετικούς συλλογισμούς του Σκόμπι ώστε, από ένα σημείο και μετά, μοιάζει να γίνεται και Αυτός ένα ακόμη πρόσωπο του μυθιστορήματος και μοχλός της  δράσης.

Θέατρο του δράματος σε αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα είναι η σκονισμένη κι αποπνικτική αφρικάνικη πόλη, που μαστίζεται από παρακμή και διαφθορά. Πάνω της ο Σκόμπι βλέπει όλη την αχρειότητα της γυμνής ανθρώπινης φύσης, έτσι όπως εκδηλώνεται απροκάλυπτα στα αλλεπάλληλα κρούσματα εγκληματικότητας που, λόγω επαγγέλματος, είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί. Μέσα σε αυτό το πανόραμα της ωμής φαυλότητας, το μαρτύριο του Σκόμπι και οι όροι κάτω από τους οποίους διεξάγεται, τον καθιστούν  περίπου άγιο. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι πολλές φορές στο κείμενο ο Σκόμπι παρουσιάζεται με τρόπο ανάγλυφο σαν ένας αλλόκοτος Χριστός, που, εξαιτίας της ευαίσθητης  ψυχοσυναισθηματικής του συγκρότησης, θέλει να άρει μόνος αυτός τις αμαρτίες όλου του κόσμου, μέσα από τον ολοδικό του προσωπικό  Γολγοθά. Με τη συχνή χρήση της ροής συνείδησης και των αλλεπάλληλων εσωτερικών μονόλογων, γινόμαστε κοινωνοί των σκέψεων του Σκόμπι  αλλά και των υπόλοιπων προσώπων και  αποκτούμε πλήρη εποπτεία των κινήτρων που οδηγούν πότε στο μεγαλείο και πότε στην πτώση.

 

info: Γκράχαμ Γκρην : Η Καρδιά των Πραγμάτων, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ.384, εκδ. Πόλις, 2017

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here