Για τον Άντονι Τάπιες

0
712

 

της Κατερίνας Σχινά.

Στο κέντρο της Βαρκελώνης, στην άκρη του Πάρκου ντελα Σιουταντέγια, περιμένει τον επισκέπτη μια μυστηριώδης, υποβλητική κατασκευή. Ένα κουτί από γυαλί, τέσσερα επί τέσσερα, μέσα σε μια λιμνούλα με νερό. Στο εσωτερικό του μοιάζει να έχει συμβεί μια έκρηξη: έπιπλα ανάκατα, ένας μπουφές, μερικές κλασικές καρέκλες. Μεταλλικές ράβδοι διατρυπούν τη σύνθεση· γύρω, σκόρπια παλιά σεντόνια φέρουν φράσεις που δεν είναι εύκολο να αποκρυπτογραφηθούν – αλλά είναι λόγια του Πικάσο: “Ένας πίνακας δεν δημιουργείται με πρόθεση να διακοσμήσει ένα δωμάτιο είναι επίθεση και αμυντικό όπλο ταυτόχρονα ενάντια στον εχθρό”.

Πρόκειται για το μνημείο για τον Πικάσο, που φιλοτέχνησε ο Άντονι Τάπιες, ο γλύπτης που  κατά δήλωσή του απεχθανόταν “παραδοσιακά υλικά όπως το μάρμαρο και τον μπρούντζο”, αλλά αναζητούσε στο υλικό του την εγγενή του δύναμη, απελευθερώνοντας την ενέργεια “από μια πηγή που ως τότε την φυλάκιζε, την συγκρατούσε”. Υπέρμαχος των ταπεινών υλικών, των «αποβλήτων του πολιτισμού», όπως τα έλεγε, δούλεψε με σπάγκους, σύρματα, κουρέλια, χαρτιά, άχυρα, χώμα, δημιουργώντας ένα σύστημα ζωγραφικής και αντι-ζωγραφικής ολότελα δικό του. Τον είπαν «ποιητή της ύλης» -και ήταν.  Στην στέγη του Ιδρύματος που φέρει το όνομά του, μια απείθαρχη, βίαιη μάζα από συρματόπλεγμα εκπέμπει μια μεταφυσική, σχεδόν θρησκευτική αύρα. Ο ίδιος έλεγε ότι επιζητούσε να μεταμορφώσει το υλικό του σε μαγικό αντικείμενο με θεραπευτικές δυνάμεις, υιοθετώντας τον ρόλο του μάγου, ενός δύστροπου σαμάνου της τέχνης. Οι βίαιες, υπερβατικές και εσωτερικές εικόνες του, απότοκα μιας ερμητικής ιδιοσυγκρασίας και πολυδιάστατης εμπειρίας, αποτελούσαν ταυτόχρονα μια σαρκαστική απάντηση στην τέχνη που παραγόταν τις σκοτεινές εποχές της Καταλωνίας, την περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο.

Πρόσφατα, με αφορμή τη συμπλήρωση δύο χρόνων από τον θάνατό του Ισπανού δημιουργού, αλλά και την μετάφραση στα αγγλικά των βιβλίων του «Θραύσματα αυτοβιογραφίας» (A Personal Memoir: Fragments for an Autobiography,  εκδ. Indiana) και «Άπαντα τα γραπτά» (Complete Writings Volume II: Collected Essays) ο συγγραφέας Colm Toibin επιχείρησε, στο περιοδικό London Review of Books, μιαν ανάγνωση του Τάπιες ως προσώπου, πρωτοπόρου καλλιτέχνη, συμβόλου της αντίστασης στον φρανκικό ζόφο και καταλανού πατριώτη, δημιουργού που βγήκε από τα σπλάχνα της μεγαλοαστικής, συντηρητικής, εθνικιστικής τάξης της Καταλωνίας για να καταστρέψει, με μια μεγαλειώδη εικονοκλαστική χειρονομία, όλα όσα του κληροδότησαν οι ισχυροί, πολιτικά και οικονομικά πρόγονοί του. «Η οικογένειά του μετακόμιζε συχνά, από την μία αριστοκρατική γειτονιά της Βαρκελώνης στην άλλη», γράφει  ο Τοϊμπίν, «και ίσως αυτή να είναι η αιτία της εμμονής του με τα παλιά έπιπλα, με την ποίηση που αποπνέουν τα άχρηστα πια ντουλάπια, τραπέζια, καρέκλες. Τα μνημειώδη έργα του βασίζονται σε οικιακά αντικείμενα – και τα ευτελή, καθημερινά πραγματάκια γίνονται γι’ αυτόν ό, τι ήταν τα αστέρια για τον Μιρό, τα ρολόγια για τον Νταλί και οι γυναίκες για τον Πικάσο». Πράγματι, στα «Θραύσματα αυτοβιογραφίας», που πρωτοκυκλοφόρησαν στα καταλανικά το 1977, γράφει για μερικές πολυθρόνες που ανήκαν στην οικογένειά του:
Εκείνες οι πολυθρόνες, ταπετσαρισμένες με διαφορετικό ύφασμα, βρίσκονται ακόμη στο σπίτι της μητέρας μου, παρ’ όλο που δεν της αρέσουν τα παλιά έπιπλα. Έχουν παίξει σημαντικό ρόλο. Ήταν η σκηνή των παιχνιδιών και των καβγάδων μου με τον αδελφών μου, κι έτσι απέκτησαν παράξενη ζωή, αργότερα έγιναν το προφιλές κάθισμα για ανάγνωση και μελέτη, ώρες και ώρες ατέλειωτες. Γνωρίζω κάθε εκατοστό απ’ αυτές τις πολυθρόνες. Γνωρίζω την μυρωδιά τους, όμοια μ’ εκείνη ενός βρώμικου, αλλόκοτου οργανισμού, γνωρίζω τους θορύβους τους και οι υπόκωφες στριγκλιές των παλιών τους ελατηρίων έχουν βγάλει ρίζες στη μνήμη μου.

Το ενδιαφέρον, στην περίπτωση του Τάπιες, είναι ότι δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο στο σχέδιο. “Στο σχολείο”, γράφει, “ήμουν αδέξιος με το μολύβι και ζήλευα την χάρη και την άνεση μερικών φίλων μου”. Τίποτα δεν ήρθε φυσικά. Έπρεπε να επινοήσει ένα σύστημα, γιατί δεν αισθανόταν κληρονόμος κανενός. Στα 18 του, άρρωστος με φυματίωση και καθηλωμένος στο κρεβάτι επί ένα χρόνο, θα ταυτιστεί με τον Χανς Κάστορπ, τον ήρωα από το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, και θα γράψει: “Όπως κι εκείνος, έβλεπα τα πράγματα από απόσταση, αποφασισμένος να μη συνδεθώ με τίποτα και με κανέναν…” Το μόνο που απέμενε, μέσα στην απομόνωσή του, ήταν να σχεδιάζει κακότεχνα με κάρβουνο, να ξεφυλλίζει τα σπάνια βιβλία τέχνης που έφταναν στην Βαρκελώνη εκείνου του καιρού, να μελετάει τον Μιρό και τον Πικάσο, και αργότερα, στα 1946 πια, σε ένα στούντιο νοικιασμένο από τον πατέρα του, να αρχίσει τις κατασκευές. “Έφτιαξα”, γράφει στα απομνημονεύματά του, “μια σειρά από κολάζ σε βρώμικο χαρτί, σε κομμένο χαρτόνι, κολλώντας πάνω ότι άχρηστο έβρισκα, καμένα ξύλα, αποκόμματα εφημερίδων, πεταμένα αντικείμενα”. Άρχισε να θεωρεί την αφηρημένη τέχνη υπερβολικά τεχνική και ορθολογική. «Ένιωθα την παρόρμηση να ακολουθήσω ορισμένες από τις πρώιμες ‘μαγικές ενοράσεις’ μου, όπου το πραγματικό αναμειγνυόταν με το εξωπραγματικό, καθώς προσπαθούσα να προσδώσω στους πίνακές μου την ατμόσφαιρα πρωτόγονων ή απόκρυφων αντικειμένων… Ήθελα να είναι μια ροχάλα στο πρόσωπο της ορθοδοξίας».

Ορθοδοξίας καλλιτεχνικής, κοινωνικής, πολιτικής. Όμως, ενώ ο Τάπιες ενδιαφερόταν ολοένα και περισσότερο για τον μαρξισμό, τον υπαρξισμό και τον ανατολικό μυστικισμό, παρέμενε φλογερός καταλανός εθνικιστής, όπως ο πατέρας και ο παππούς του, συνδέοντας μάλιστα το έργο του με «το θαμμένο αίμα του λαού του», καθώς γράφει στα Απομνημονεύματά του. Ο Τοϊμπίν σχολιάζει: «Η περιγραφή της διαφοράς ανάμεσα στα κτίρια της Βαρκελώνης και εκείνα της Μαδρίτης μοιάζει να βγαίνει από εγχειρίδιο καταλανικών στερεοτύπων: ‘Στη Μαδρίτη υπάρχει μια υπερβολή μεγαλοστομίας και σε πολλές περιπτώσεις ένα πνεύμα νεόπλουτου κομπασμού. Στην Καταλωνία τα κτίρια είναι πιο δημοκρατικά, φτιαγμένα στην ανθρώπινη κλίμακα. Τα ίδια χαρακτηριστικά διαπίστωσα και στους ανθρώπους. Ο μέσος άνθρωπος στη Μαδρίτη μου δίνει την αίσθηση ενός φτωχού, συνηθισμένου στην δουλοπρέπεια’».

Στα χρόνια που θα έρθουν, ο Τάπιες, πολέμιος του φρανκισμού, της υποκρισίας, του ψεύδους και του συντηρητισμού, θα πρωτοστατήσει σε διαδηλώσεις εναντίον του φασιστικού καθεστώτος, θα εκφραστεί με τη μεγαλύτερη βιαιότητα εναντίον των στρατηγών, θα υπερασπιστεί εμφατικά τη δημοκρατία, πολίτευμα που, κατ’ αυτόν, προσιδιάζει απολύτως στην Καταλωνία σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ισπανία, και θα αναγορευτεί, ανεπίσημα έστω, εθνικός καλλιτέχνης της Βαρκελώνης. «Παράξενη ιδέα», σχολιάζει ο Τοϊμπίν. «Το έργο του Τάπιες είναι γεμάτο με ιδιωτικές χειρονομίες, σύμβολα που ανακαλούν μάλλον  ένα μεταφυσικό παρά ένα ευανάγνωστο εθνικό πνεύμα. Το έργο του κυριαρχείται από ένα παράφορο και ασυμβίβαστο προσωπικό όραμα και χρήση των υλικών που φαίνεται να στοχεύει στο εκλεπτυσμένο νευρικό σύστημα των ελαχίστων μάλλον παρά στην μεγάλη μάζα των ασχολούμενων με την πολιτική. Μολονότι προέβη σε αρκετές δημόσιες παρεμβάσεις, ήταν μια απόμακρη, κυρίως σιωπηλή μορφή, που έζησε και εργάστηκε μόνος στο ατελιέ του».

Ο λόγος αυτού του σημειώματος, βέβαια, φτωχής και συνοπτικής μεταφοράς των όσων σπουδαίων γράφει ο Τοϊμπίν, δεν είναι απλώς ενημερωτικός. Είναι για να τονίσει πόσο ενδιαφέρον έχουν οι προσεγγίσεις δημιουργών σε τέχνες άλλες από την δική τους και πόσο χρήσιμες θα ήταν αν γίνονταν συχνότερα. Με την προϋπόθεση ότι θα τις χαρακτηρίζει η γενναιοδωρία, η νηφαλιότητα και η ακριβοδίκαιη αποτίμηση, όπως αυτή που επέδειξε ο Τοϊμπίν προς το έργο και τη φυσιογνωμία του μεγάλου Άντονι Τάπιες.

*****

σημείωση: Αφορμή γι αυτές τις σκέψεις είναι ένα κείμενο του Κολμ Τοϊμπίν, του οποίου το βιβλίο «Η διαθήκη της Μαρίας» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου)

Προηγούμενο άρθροΝύχτα βιβλίου στη Μόσχα
Επόμενο άρθροΚάλβος,Βαρβέρης, Βρεττός, Ερηνάκης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here