Για την Γκάγκα Ρόσιτς που έφυγε ξαφνικά ( της Έλενας Χουζούρη)

0
372

 

 

της Έλενας Χουζούρη.

Ένας σπάνιος άνθρωπος, υψηλού ήθους, μοναδικής ευγένειας, ευαισθησίας και, προπαντός, αμέριστης αφοσίωσης στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον πολιτισμό, έφυγε προχθές , αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η μεταφράστρια και συγγραφέας  Γκάγκα Ρόσιτς.      Η Γκάγκα – ας μου επιτραπεί να την αποκαλώ με το μικρό της μόνον όνομα- έφυγε αφού πάλεψε με απίστευτο σθένος και προπαντός αξιοπρέπεια με τον καρκίνο μέχρι το τέλος. Την γνώριζα από το 1996 και στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας  είχα πολλές φορές την ευκαιρία να διαπιστώσω την ακεραιότητα του χαρακτήρα της, την ανιδιοτέλειά της και προπαντός την σταθερή της προσήλωση σ’ έναν και μοναδικό σκοπό από τον οποίο δεν παρεξέκλινε ούτε πόντο έως το τέλος της: Να υπηρετήσει με όλες της τις δυνάμεις την σερβική και την ελληνική λογοτεχνία, το σερβικό και ελληνικό θέατρο, την σερβική και ελληνική γλώσσα. Να ανοίξει δρόμους  για την συνάντηση των δύο πολιτισμών, των δύο γλωσσών, να συσφίξει σχέσεις γερές, δυνατές, σταθερές, πάνω και πέρα από  μικροιδεολογίες και  πολιτικές που έρχονται και παρέρχονται. Η Γκάγκα γεννήθηκε στο κοσμοπολίτικο Βελιγράδι, της, κάποτε, μεγάλης χώρας που ονομάζονταν Γιουγκοσλαβία και έκλεινε στους κόλπους της διάφορους συγγενικούς   σλαβικούς λαούς και όχι μόνον. Μεγάλωσε με την αίσθηση αυτής της πολυεθνοτικής χώρας, και ποτέ δεν έπαψε μέσα της να θεωρεί τον εαυτό της ως Γιουγκοσλάβα, συναίσθημα που το συναντάς ακόμα και σήμερα σ’ έναν ευρύ κύκλο συγγραφέων, καλλιτεχνών  και διανοουμένων  των παλαιών ομόσπονδων  και νυν ανεξάρτητων κρατών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όλων αυτών  που ναι μεν ήταν εναντίον του Μιλόσεβιτς, ναι μεν του προσάπτουν μεγάλες ευθύνες για την διάλυση της χώρας τους, δεν συγχωρούν όμως,  ούτε κατανοούν, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να ξεπεράσουν το βαθύ και ταπεινωτικό τραύμα που τους προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, στο Βελιγράδι και στο Νόβι Σαντ, το 1998.  Η Γκάγκα – πιστεύω ότι επρόκειτο για μια βαθύτερη ανάγκη της και όχι τυχαίο γεγονός- μεσούντος του πρώτου  εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία , στις αρχές της δεκαετίας του 1990,  έκλεισε μια συνάντηση με την τότε  εκδότρια της ΕΣΤΙΑΣ, την αξέχαστη και αγαπητότατη κυρία Μάνια Καραιτίδη, και της πρότεινε να ξεκινήσει μια σειρά με έργα των σημαντικότερων Γιουγκοσλάβων συγγραφέων σε δική της μετάφραση. Ήδη κατείχε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, εγκατεστημένη στην Αθήνα από το 1981, λόγω έρωτος και γάμου με τον Έλληνα Λευτέρη Κασίνη, με σπουδαίες σπουδές πίσω της [ συγκριτική λογοτεχνία-ξένες γλώσσες-θέατρο  σε, Βελιγράδι, Παρίσι και Λονδίνο, με θέμα της διδακτορικής διατριβής της «Το αρχαίο ελληνικό θέατρο στη σύγχρονη σκηνή»]. Χάρη στη  Γκάγκα και στην κυρία Μάνια βέβαια που είχε πειστεί από την επιμονή και την αγάπη της πρώτης για τη λογοτεχνία υψηλών προδιαγραφών, αρχίσαμε να γνωρίζουμε σημαντικότατους συγγραφείς της γειτονικής μας  χώρας,  που σταδιακά, νομοτελειακά, διαμελιζόταν. Γνωρίσαμε μια λογοτεχνία που είχε άμεση ώσμωση με τα ευρωπαικά μοντερνιστικά ρεύματα του 20ου αιώνα, μακριά από επιδερμικούς φωτογραφικούς ή σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς. Να υπενθυμίσω ενδεικτικά, ορισμένα, μόνον, ονόματα που την αναγνωστική απόλαυση του έργου τους οφείλουμε αποκλειστικά στη Γκάγκα Ρόσιτς: Μίλοραν Πάβιτς [ οποίος είχε έρθει για την παρουσίαση των βιβλίων του στην Αθήνα], Β. Στεπάνοβιτς [ έμενε κατά τη διάρκεια του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου στην Αθήνα], Ντούσαν Κοβάτσεβιτς [ ο σεναριογράφος του Κουστουρίτσα], Μίλισαβ Σάβιτς, Σ. Μπάσαρα, Νταβίντ Αλμπαχάρι [βραβείο BALKANIKA],  Ντανίλο Κις, και άλλους, συνολικά 60 τίτλοι. Πολύ σύντομα στράφηκε και στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Σκοπός αυτή τη φορά να μάθουν  οι συμπατριώτες  της την ελληνική λογοτεχνία.  Και έτσι ξεκινά μια αμφίδρομη μεταφραστική σχέση, που δεν την εγκαταλείπει μέχρι που οι δυνάμεις της πια δεν την βοηθούν να την συνεχίσει. Στο μεταξύ  έχει μεταφράσει  έργα των, Μάτεσι, Δημουλά, Δούκα, Θέμελη, Μπακόλα, Ζατέλη, Πατρίκιο, Κοντό, Βαρβέρη και άλλων.  Τελευταία της, πρόσφατη,  μετάφραση το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα «Μάρτυς μου ο Θεός», ενώ κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της, τα τελευταία χρόνια είχε μεταφράσει και μια σειρά έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, που είχαν παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο του Βελιγραδίου. Η άλλη της μεγάλη αγάπη ήταν το θέατρο. Στο πλευρό  των σπουδαίων Σέρβων σκηνοθετών, Μιλιβόγιεβιτς, Λέτιτς και Ουνκόβσκι, ήταν η μεταφράστριά τους όταν ήρθαν στην Αθήνα [Εθνικό Θέατρο, Αμόρε] ή  στη Θεσσαλονίκη [ΚΘΒΕ] για να σκηνοθετήσουν έργα τους. Δικές της μεταφράσεις είχαν ανέβει στο Εθνικό, στο Θέατρο Τέχνης, στο ΚΘΒΕ. Όλα αυτά η Γκάγκα τα επέλεγε και τα έκανε με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια. Αν πίστευε ότι ένα έργο λογοτεχνικό ή θεατρικό η ποιητικό δεν ανταποκρινόταν στα δικά της υψηλά και απαιτητικά στάνταρ αρνιόταν να το κάνει. Ακόμα κι αν κάτι τέτοιο μπορούσε να της στοιχίσει  την δουλειά της, όπως έγινε, όταν, ούσα επίσημη μεταφράστρια της τότε γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα, είχε αρνηθεί να μεταφράσει ένα βιβλίο με σκέψεις και κείμενα του Μιλόσεβιτς. Δεν θα ξεχάσω πώς έσκυβε και δούλευε τις μεταφράσεις της. Πόσο η κάθε λέξη, η κάθε πρόταση αποκτούσε γι΄ αυτήν ένα βαθύτερο νόημα από μια απλή συμπαράταξη γραμμάτων.  Θυμάμαι πόσες φορές είχαμε συναντηθεί, όταν είχα την τύχη να μου μεταφράσει τον «Σκοτεινό Βαρδάρη», για να μου κάνει μια σειρά λεπτομερείς και σε βάθος ερωτήσεις.  Αυτή η αντιμετώπιση ξεκινούσε από μια βαθύτερη,  ουσιαστική πνευματικότητα και πίστη που είχε μέσα της η Γκάγκα. Κι αυτό μπορούμε να το δούμε να αναδεικνύεται στα τρία της  αφηγήματα: «Σκάλα στον ουρανό» , «Πύλες του ονείρου» και «Μαργαριταρένια πόλη» [Εστία]. Για τη Γκάγκα  οι ανθρωπιστικές αξίες, η φιλία, η αλληλεγγύη, η γενναιοδωρία, η  προσήλωση, η πίστη σε υψηλά ιδανικά, η ευγένεια δεν ήταν κούφιες, επικοινωνιακού, επιδερμικού τύπου λέξεις-πομφόλυγες, αλλά αυτές που καθόριζαν και κανοναρχούσαν  όλη της την ύπαρξη, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Και αισθάνομαι πραγματικά ευτυχής γιατί μου έδωσε την ευκαιρία πολλές φορές,  τόσο στην Αθήνα όσο και σε χώρες που βρεθήκαμε μαζί [Ρώμη, Βελιγράδι, Μαυροβούνιο], να χαρώ αυτές τις ανεκτίμητες πλευρές του χαρακτήρα της.

Ευτυχώς όλη αυτή η μεγάλη προσφορά της Γκάγκας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη [μικρή πια χώρα της], τη Σερβία , δεν έμεινε χωρίς αναγνώριση, πέραν των αναγνωστών βέβαια, ένθεν και ένθεν. Το 2004 της απονέμεται το ελληνικό Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την μετάφρασή της ποιημάτων της Κικής Δημουλά, το 2010 το βραβείο του PEN Σερβίας για το σύνολο του έργου της, το 2011 το βραβείο της Ένωσης Μεταφραστών και Συγγραφέων της Σερβίας για το μεταφραστικό της έργο ενώ ταυτόχρονα της απονέμεται ο τίτλος της Επίσημης Πρέσβειρας των Γραμμάτων της μητρικής της χώρας. Πέρσι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Σερβίας, Τόμισλαβ Νίκολιτς της απένειμε τιμητική διάκριση για την προσφορά της στον τομέα της σύσφιγξης των σερβικών και ελληνικών δεσμών μέσα από τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό. Από το 2010 η Γκάγκα Ρόσιτς ανήκε και στους κόλπους της ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα για τη Γκάγκα την πιστή μου φίλη, εκτός των άλλων, αρκούμαι όμως μόνον σ’ αυτά τα λίγα. Η απώλεια είναι μεγάλη. Η θλίψη μεγαλύτερη. Όμως εκείνο που μένει είναι το πλούσιο έργο της, αυτό που την κάνει, όπως όλους τους σημαντικούς δημιουργούς, να στέκονται  πάντα  στην πλευρά της ζωής.  Καλό ταξίδι Γκάγκα στη μαργαριταρένια σου πόλη που θα την βρεις αφού περάσεις τις πύλες του ονείρου.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ