ΑΦΙΕΡΩΜΑ Τόλης Καζαντζής, β΄μέρος (για τους «Πρωταγωνιστές» ) του Τάσου Καλούτσα

0
459

Τάσος Καλούτσας.

Oι πρωταγωνιστές: Μια προφητική ματιά  του Τόλη Καζαντζή στα προβλήματα και τον ηθικό προσανατολισμό  της σημερινής ελληνικής κοινωνίας

Το ερώτημά μου κλείνοντας το βιβλίο (εκδ. Νεφέλη, 1998) –απαρτιζόμενο από δύο αφηγηματικά μέρη– ήταν ποιοι είναι τάχα όλοι αυτοί «Οι πρωταγωνιστές», που δώσανε και τον γενικό τίτλο του. Κατά το μυθοπλαστικό καμβά του Α΄ αφηγήματος είναι τα άτομα που προσπαθούν να στήσουν μια παράσταση· ο συγγραφέας ήδη από τη 2η σελίδα μάς εξηγεί πως «όλοι τους θα μπορούσαν, με την προσωπική τους ιστορία να φτιάξουν κάποιο έργο, άσχετο με τον Οιδίποδα τύραννο. Αν δεν το καταφέρνουν φταίει που ο καθένας τους θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι πρωταγωνιστής, πράγμα που, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να συμβεί». Πάνω σ’ αυτό το σημείο παραθέτω το εξής διευκρινιστικό κριτικό σχόλιο: «ο τίτλος του βιβλίου (ο οποίος, φυσικά, καλύπτει και το δεύτερο αφήγημα “Απόστολος και Φερδινάνδος”) επιμένει ίσως και με κάποια δόση (αυτο)ειρωνείας να υπογραμμίζει αυτό που “δεν είναι δυνατόν να συμβεί”: όλα τα πρόσωπα “είναι” τελικά πρωταγωνιστές» (Ξ. Α. Κοκόλης).

Η πένα του Τ. Κ., με τη βοήθεια της μνήμης, που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση «απε­λευ­θερωτική λειτουργία, γιατί οδηγεί νικηφόρα από ένα στημένο παρόν στο παρελθόν» (Β. Χατζηβασιλείου), ανασταίνει ήρωες στη δράση των οποίων αποτυπώνονται προβληματισμοί από τα τεκταινόμενα μιας ολό­κληρης μεταπολεμικής περιόδου και μας ενδιαφέρουν γιατί ο απόηχός τους εκτείνεται ως τις μέρες μας. Στην επιτυχία του εγχειρήματος έχουν συμ­βάλει αποτελεσματικά, κατά τη γνώμη μου, η διεισδυτικότητα της ενορατικής ματιάς του, αλλά και το γεγονός ότι σ’ αυτό ειδικά το βιβλίο «η στάση του απέναντι στον κόσμο που τον περιβάλλει κι απέναντι στο παρελθόν του είναι κατ’ ουσίαν κριτική» (Σπ. Τσακνιάς). Γι’ αυτό άλλωστε υιοθετεί την τριτο­πρόσωπη αφήγηση που υποδηλώνει κάποια απόσταση.

Ας δούμε ποιοι είναι οι βασικοί «πρωταγωνιστές» που η ζωή τους (ή έστω ένα μέρος της ζωής τους), υπό το πρόσχημα και την προοπτική της επικείμενης παράστασης (όπου ως κύριοι συντελεστές διεκδι­κούν ο καθένας τους έναν ξεχωριστό ρόλο), ξεδιπλώνεται παράλληλα, με συνεχείς μνημονικές αναδρομές. Στον «Ερασιτεχνικό θίασο»: Θεόκλ. Ραμόνας, Ζαφείρης, ο θείος του Γιαννάκης, Ανθίας, Αντώνης, Σπύρος, κυρ Αλέκος, ο κύριος Ορφα­νός και τρεις γυναίκες (θεία Ιουλία, Άννα, Σμαρώ). Στο δεύτερο αφήγημα: Ο Απόστολος, ο Φερδινάνδος (αλλά και η λοιπή κουστωδία των δημοσίων υπαλλή­λων). Ας σημειωθεί πως ο αντικειμενικός αφηγητής του δείχνει «ελάχιστη –ή καθόλου– διάθεση πολιτικής συμμετοχής. Η απουσία πο­λιτικής θέσης ωστόσο, δεν συνεπάγεται απεμπόληση ηθικής ευθύνης» –πράγ­μα που γίνεται αισθητό από τη συμπάθεια που εκφράζει προς τα θύματα, τον τρόπο που μιλάει για τους κάθε λογής θύτες κτλ. «Το μοραλιστικό στοιχείο παρα­μένει σταθερό συστατικό της πεζογραφίας του» (Σπ. Τσακνιάς).

Ο επαγγελματικός αποκλεισμός λόγω συγκεκριμένης ιδεολογικής ταυτό­τητας (κοινωνικών φρονημάτων ή πολιτικών πεποιθήσεων, όπως συνηθίζαμε να λέμε) αποτελεί ένα σοβαρό ζήτημα που ταλάνισε για πολύ καιρό τη μετεμ­φυ­λιακή και μεταπολεμική κοινωνία μας. Ο σκηνοθέτης της παράστασης Θεόκλ. Ραμόνας «ανήκει στους σώφρονες της εποχής και γι’ αυτό δεν πολυ­ανα­­­κατώνεται με τα πολιτικά» (σ. 12). Αντίθετα ο Ζαφείρης, κεντρικός χαρα­κτή­ρας που επιλέχθηκε αρχικά για Οιδίποδας από το Ραμόνα, αν και απο­λιτικός, θα αποπεμφθεί τελικά «πυξ λαξ» από το θίασο «λόγω της αντεθνικής του καταγωγής». Όπως ορθά έχει παρατηρηθεί, «οι σημαντικότερες αναδρομές στο παρελθόν αφορούν την οικογένεια του Ζαφείρη» (Ξ. Α. Κοκόλης), ο οποίος φέρεται «φακελωμένος από μωρό παιδί» (σ. 79), ως υιός και ανεψιός παλαιών (δογματικών) αριστερών (όπως ο θείος Γιαννάκης). Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας ήρωας που ενσαρκώνει, θα λέγαμε, το αντίπαλον δέος, ο τρι­τεύων βραδύγλωσσος ηθοποιός (σχεδόν κομπάρσος) Αντώνης, που χαρακτη­ρίζεται λόγω των σατανικών του προθέσεων και των ύποπτων σχέσεών του με διάφορους σπιούνους ως «επικίνδυνος θεατρικός παράγοντας»: Συμμετέχει σε κλίκες, αναζωπυρώνει το φθόνο και καταφέρνει με «φορτική επιμονή» να λάβουν μέρος ο ίδιος και ο σκύλος του στην παράσταση (για την αποτυχία της οποίας φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης), και να μείνει απέξω ο Ζαφείρης.

Οι χαρακτήρες (επινοημένοι ή μη) δεν είναι μονοδιάστατοι· διαθέτουν κι άλλα «πρόσωπα» πέρα απ’ αυτό με το οποίο βασικά τους γνωρίζει ο κόσμος Είναι επίσης αλή­θεια πως ορισμένοι απ’ τους «πρωταγωνιστές» συγκροτούν έναν μικρότερο «θίασο του λεγόμενου πνευματικού χώρου» (Ξ. Α. Κοκόλης), καθώς στην πραγ­ματική τους ζωή, έτρεφαν παλιότερα σφοδρά καλλιτεχνικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια, με εξαίρεση βέβαια την περίπτωση του κυρίου Ορφανού. Εκτός από τον Ανθία (το ’φαγε η βιοπάλη αυτό το ταλέντο, θα μας πει ο συγγραφέας, σ. 53), είναι κι ο Ζαφείρης (σπουδαγμένος δικηγόρος, γλωσσομαθής, αλλά με το ναυαγισμένο περί ηθοποιίας του όνειρο, σ. 86). Για το Θεόκλ. Ραμόνα, μετά την αποτυχία της παράστασης, επικρατεί η πεποίθηση πως πρόκειται για έναν «επιπόλαιο και ξε­κουτιάρη κοκορνιόκο»· η μετάβασή του στην πρωτεύουσα και η εκεί απρό­σκοπτη ενασχόλησή του με τα καλλιτεχνικά και τη συγγραφή, περιγράφεται μάλλον σκωπτικά, καθώς μας λέει ότι βρέθηκε σε ένα πε­ριβάλλον όπου θα μπορούσε πλέον να «βαδίσει στα σίγουρα», εξασφα­λί­ζοντας και διακρίσεις λίγο πριν και λίγο μετά τον θάνατό του… (σ. 27). «Λογοτεχνικά ενδιαφέροντα» μπορεί να έχουν και απλοί άνθρωποι, όπως ο κυρ Αλέκος, ένας δυστυχισμένος χωροφύλακας που τελικά αυτοκτονεί. Μόνο στην πε­ρί­πτωση του κυρίου Ορφανού, τη μόνη ευδιάκριτη «ενσωμάτωση πραγ­ματικού προσώπου», του φαρμακοποιού συγγραφέα Ν. Γ. Πεντζίκη (Ξ. Α. Κο­κόλης), και παρά το γεγονός πως περιγράφεται ως «πολύ παράξενος άν­θρω­πος», με ακόμη πιο σπαρταριστά καμώματα στη συμπεριφορά του, μας υποβάλλεται μια πνευματική παρουσία με θετικό πρόσημο. Ο δικός του «ρόλος» αποσαφηνίζεται στη σ. 109: «Η προσπάθεια του σκηνοθέτη (που αναγνωρίζοντας την επιρροή του στα πνευματικά πράγματα της πόλης φρόντισε να τον καλοπιάνει…) εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη γνώμη του φαρμακοποιού».

Οι «πρωταγωνιστές» ζουν στη Θεσσαλονίκη που είναι και ο τόπος διε­ξαγωγής της παράστασης. Την αγάπη τους γι’ αυτήν την εκφράζει χαρακτη­ριστικά η φράση που λέγεται για τον Απόστολο: «Δεν έκανε χωρίς αυτή την πόλη… Διακοπές ή λιποταξίες: αξίζανε μονάχα γιατί τελειώνανε με μια επι­στρο­φή» (σ. 124). Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να εκδηλώσει τα θερμά του αισθήματα προς τη γενέτειρά και τους ανθρώπους της. Εκείνο που πραγματικά τον θλίβει είναι που πρόκειται για «μια πόλη, που είχε την ατυχία να είναι πάντα δεύτερη… Έτσι, μοιραία, κι οι άνθρωποί της τύχαιναν πάντα μιας δεύτερης μεταχείρισης» (σ. 130). Θίγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο, με τόλμη και οξύ­τητα, το μείζον πρόβλημα του αθηνοκεντρισμού και των δεινών που για πολλά χρόνια επισώρευσε (και συνεχίζει σε ορισμένες περιπτώσεις) στην περιφέρεια, δεν διστάζει να κάνει λόγο και για ένα «στοκ περιθωριακών λογοτεχνών στο χώρο της επαρχιακής ανθρωπογεωγραφίας» (σ. 93). Όταν βέβαια, προσθέτει με δηκτικό σαρκασμό, ένας ήρωάς του, όπως ο Ραμόνας, βρεθεί στην πρωτεύουσα, τότε μπορεί να επικρίνει «το ασφυχτικό και μίζερο κλίμα αυτής της πόλης… (εφόσον ‘’η απόσταση σε λυτρώνει από την ασφυξία’’). Εξάλλου είναι «πιο σικ να τη νοσταλγεί αθεράπευτα, παρά να ζει σ’ αυτήν» (σ. 26).

Για να επανέλθουμε σε όσα λέγαμε στην αρχή «όλοι τους θα μπορούσαν με την προσωπική τους ιστορία να φτιάξουν κάποιο έργο…». Όπως αποδείχθηκε όμως, όχι τον Οιδίποδα. Την ημέρα της πρεμιέρας, πριν καλά καλά αρχίσει, η παράσταση βουλιάζει». Οι καλλιτεχνικές προσδοκίες πνίγονται «άδικα», όχι μόνο εξαιτίας της παρουσίας ενός αδιαπαιδαγώγητου κοινού (έτοιμου ανά πάσα στιγμή να την προγκάρει), αλλά κυρίως λόγω των σφαλ­μά­των (τα καραγκιοζιλίκια και τα απερίσκεπτα καμώματα) των συμμε­τεχόντων σ’ αυτήν. Η ανικανότητα των πρωταγωνιστών (με τις ξεχωριστές προσωπι­κότητες και τις διαφορετικές ιδιωτικές ιστορίες πίσω τους) να κάνουν την υπέρβαση και, λειτουργώντας ως «θίασος συνόλου» (σ. 18), να παραμερίσουν τις τυχόν εγωκεντρικές φιλοδοξίες τους, πετυχαίνοντας το ζητούμενο άρτιο αισθητικό αποτέ­λεσμα, φανερώνει ίσως, πέραν των άλλων, πως παραμένουν εγκλω­βι­σμέ­νοι στο ατομικό τους όραμα και αδυνατούν ν’ ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του συλλογικού. Αν το καλοσκεφτούμε, την εποχή που ολο­κληρώνεται και η δεύτερη γραφή του αφηγήματος (εκδ. Ύψιλον, 1983), ο καταναλωτισμός και ο ατομικισμός έχουν ήδη αρχίσει να παίρνουν κεφάλι εις βάρος της συλλογικό­τητας.

Έχει γραφτεί πως, ενώ με τον Ερασιτεχνικό Θίασο ο Τ. Κ. ανακεφα­λαι­ώ­νει την προσωπική (και γιατί όχι κοινοτική) μυθολογία του, με το «Απόστολος και Φερδινάνδος» που ακολουθεί, επιχειρεί (χωρίς να κόβει τις συνδέσεις του με το παρελθόν) ένα ξεπέρασμά της, καθώς «ανοίγει παράθυρα στο σύγχρονο κόσμο και στην ασφυκτική –συνάμα δε και κωμική– γραφειο­κρατία του» (Σπ. Τσακνιάς). Απέναντι σ’ αυτό το γραφειοκρατικό τέρας που ολοένα γιγα­ντ­ώ­νεται, ο Τ.Κ. τοποθετεί τον απλό, ανυπεράσπιστο πολίτη – έναν φτωχό, αξιοπρεπή και μοναχικό άνθρωπο (κατατρεγμένο από τις συκοφαντίες του κόσμου, γιατί τον διακρίνει μια «απροσδιόριστη ανωτερότητα», όπως μας λέει). Ο Από­στο­λος, ψάχνοντας να «βρει κάποτε το δίκιο του», προσέρχεται στην Υπηρεσία υπονόμων του Δήμου, η οποία όμως δεν του δίνει την εικόνα του «γενικού ξεχαρβαλώματος» που χαρακτηρίζει συνήθως τις δη­μόσιες Υπηρεσίες και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο την αντιπαθεί· θεωρεί ότι του δείχνει ένα «απατηλό και ύπουλο» πρόσωπο, με όλη αυτή την «ευτα­ξία» και την «αταραξία» των υπαλλήλων, την επιμελημένη εμφάνιση τους και τα λόγια «φούσκες», ενώ κατά βάθος, όπως εκείνος πιστεύει, είναι υποκριτές, τιποτένιοι, απατεώνες. Γι’ αυτό και δρώντας «εξ ονόματος όλων των ταπεινών και πειθή­νιων συμπολιτών του» επιχειρεί μια «ανήκουστη υπέρβαση ιεραρχίας» (σ. 138): Θ’ απευθυνθεί για το πρόβλημά του απευθείας στον προϊστάμενό τους, τον επονομαζόμενο Φερδινάνδο: Έναν δύσμορφο (και ακόμα πιο μοναχικό) τύπο, «υπο­δειγματικό δημόσιο υπάλληλο» που έφτασε ως εδώ, έχοντας τη μανία να συντάσσει (αξιόλογες) στατιστικές μελέτες, που φανέρωναν, στην ουσία, «μια αγωνιώδη αναζήτηση κάποιου ηθικού στηρίγματος για τους νόμους και τον ίδιο του τον εαυτό» (σ. 167). Είναι πρόδηλο ότι στη συνάντηση που σκηνοθετεί ο συγ­γραφέας – παρομοιάστηκε με σκηνικό που θυμίζει αφήγημα ενός μικροαστικού Κάφκα (Β. Χατζηβασιλείου)– διακυβεύεται ένα κρίσιμο ηθικό κριτήριο. Και τι ακρι­βώς θα συμβεί; Ο μεν Απόστολος, με την αξιοπρέπειά του να προσκρούει πάνω στο συμπαγές και αδιαπέραστο τείχος της γραφειοκρατίας (το συναποτελούν οι υπάλ­λη­λοι με τον διευθυντή τους), και πεπεισμένος για την έλλειψη κατανόησης θα παραιτηθεί και θ’ αποχωρήσει πριν δοθεί απάντηση στο πρόβλημά του∙ ο δε Φερδινάνδος θα ανακαλύψει ξαφνικά, με πανικό, πως η Υπηρεσία του δεν είναι αλάνθαστη· θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντίστοιχη νομική θωράκιση για ν’ «αποστομώσει» τον Απόστολο, ωστόσο δεν θα το κάνει, γιατί αντιλαμ­βά­νεται πως μέσα στις νομικές διατάξεις κρύβεται ένα συμφέρον «που ήθελαν να το πι­στεύουν ‘γενικό’, αλλά που, πραγματικά, ήταν γεμάτο από σκόπιμες εξαι­ρέ­σεις, έτρεφε ένα απίθανα μεγάλο κηφηναριό, χιλιάδες άχρηστους, θεράπευε βλα­κείες, διαχώριζε ανθρώπους σε πρόβατα και κατσίκια εξαιτίας κι εξαι­τίας…» Κι ο Φερδινάνδος βλέποντας αυτό το γενικό συμφέρον σαν ένα «σα­πιοκάραβο» και τον εαυτό του σαν «πειθαρχικό ναύτη» που το εγκαταλείπει την τελευταία στιγμή, αποφασίζει να φύγει απ’ την Υπηρεσία και να ζήσει έκτοτε «εντελώς άγνωστος κι απαρατήρητος» (σ. 167). Καταφέρνει, έτσι, του­λάχιστον κι αυτός να περισώσει κάποια ψήγματα απ’ την αξιοπρέπειά του.

Ανοίγοντας μια παρένθεση θέλω ν’ αναφερθώ σ’ αυτό που η κριτική ονόμασε «κωμικοτραγική αφηγηματική φλέβα» του Τ. Κ., αλλά «περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες της παλαιού τύπου ειρωνείας: χιούμορ, σάτιρα, κοροϊδία» (Β. Χατζηβασιλείου). Καθώς η στάση προς τον κόσμο που τον περιβάλλει είναι «κριτική», η πένα του γίνεται συχνά καυστική για «τους εκμεταλλευτές των ευκαιριών, τους βολεψάκηδες, τα αναρριχητικά, τα ασπόνδυλα, τα παράσιτα που δεν λείπουν φυσικά από καμιά εποχή, αλλά που σε καιρούς ανώμαλους θρασομανούν ασύστολα» (Σπ. Τσα­κνιάς). Ωστόσο, ο ανελέητος οίστρος που χαρακτηρίζει το προσωπικό του ύφος συνδυάζει τη δηκτικότητα με την τρυφερότητα, την καταγγελτική οργή και χλεύη με τη συμπόνια, την κατανόηση με μια ασυνήθιστη τόλμη, όλ’ αυτά δηλαδή που ήταν, πιστεύω, και αξεδιάλυτα γνωρίσματα του ψυχικού ιδιογράμ­ματος του συγγραφέα. «Το ύφος είναι ο άνθρωπος!» θυμάμαι ότι μου είχε τονίσει τη γνωστή ρήση τού Buffon στην πρώτη κιόλας από τις λίγες συναντήσεις που προλάβαμε να έχουμε… Όσο για το γοητευτικό κράμα δραματικού και κωμικού στο λόγο του, που θυμίζει ενίοτε το σκαριμπικό ύφος, λειτούργησε, νομίζω, ως γόνιμη παρακαταθήκη και για εκλεκτούς επιγόνους. Ένα πρόχειρο παράδειγμα: Στο Β΄ αφήγημα γίνεται κάπου λόγος για ένα «πλησίασμα» μεταξύ των ανθρώπων αυτής της πόλης «έστω και μέσω του δικτύου υπονόμων» (σ. 164). Αν διαβάσει κανείς τις τελευταίες σελίδες του διηγήματος «Ομόκεντροι κύκλοι» (από τη συλλογή Τα ζύγια του προ­σώπου) του Σ. Δημητρίου (ενός συγγραφέα που κάποτε μου ομολόγησε την αγάπη του για τον Καζαντζή) θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ.

Συγκεφαλαιώνοντας, αν αναλογιστούμε όλα τα παραπάνω προβλήματα και τις συμπεριφορές που θίγει (και, ρητά ή υπόρρητα στιγματίζει) ο συγγραφέας στο βιβλίο του, μπορούμε ίσως και να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση του «ασθενούς» στην οποία έχει περιέλθει τον τελευταίο καιρό ο εξαρθρωμένος κοινωνικός ιστός αυτής της χώρας. Έχει ήδη τεθεί το ζήτημα αν η Κρίση –της οποίας ακόμη ένα οδυνηρό στάδιο διανύουμε – οφείλεται μόνο σε πολιτικο-οικο­νομικά αίτια και όχι, κυρίως, σε καταλυτικά φαινόμενα σήψης, που για παραπάνω από δεκαετίες δουλεύοντας υπόγεια, υπονόμευσαν την ηθική υπόσταση των ανθρώπων. Θα πείτε ίσως πως η Κρίση, που άρχισε το 2008, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Μήπως δεν έχει γίνει ολόκληρη η Ευρώπη, εδώ και 25 περίπου χρόνια, όπως υποστηρίζει o Ιταλός φιλόσοφος Carlo Galli, μια κυνική «τεχνο-ολιγαρχική δομή», που δεν ακολουθεί «παρά μόνο το δόγμα της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», έχοντας πετύχει τη «διάσπαση της κοινωνίας σε ξέχωρες ατομικές οντότητες» και αλλάζοντας ριζικά το όραμα του σύγχρονου κόσμου μας; Το αν, λοιπόν, ο τόπος μας (ή αν θέλετε, γενικότερα, ο κόσμος μας) είχε κατακλυστεί από πολύ πιο νωρίς από συρφετούς δημοσίων (ή μη) λειτουργών, γραφειοκρατών, τεχνοκρατών ή κάθε λογής άλλων παρασιτικών παραγόντων, που ξεφεύγοντας από οποιοδήποτε έλεγχο, (προπάντων των συνειδήσεών τους), μετατόπισαν το ενδιαφέρον από το καλώς εννοούμενο δημόσιο «γενικό συμφέρον» στο ιδιοτελές και ματαιόδοξο κυνήγι του ατομικού οφέλους (το «ίδιον συμφέρον», για να χρησιμοποιήσω και μια έκφραση του φίλου συγγραφέα Πρόδρομου Μάρκογλου), βάζοντας στην άκρη όλους τους αξιακούς κώδικες της ηθικής, μπορεί ο καθένας μας, νομίζω, να το συμπεράνει μόνος του.

Απλώς επισημαίνω ότι ο συγγραφέας Τ. Κ., κατά μία έννοια, τα είχε αυτά προβλέψει, καθώς με τους «Πρωταγωνιστές» του πραγματοποίησε με ευστοχία «προεκτάσεις στα μελλούμενα» μέσω «αναδρομών στα προηγούμενα» (Ξ. Α. Κοκόλης). Κι απ’ αυτήν την άποψη θα συμφωνήσω με τη γνώμη του Κ. Μουρ­σελά (στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) ότι πρόκειται για ένα προφητικό βιβλίο. Γιατί «οδηγεί τους ήρωές του εκεί που ήδη έχουμε φτάσει όλοι εμείς σήμερα. Δηλαδή στην περιχαράκωση, στην απομόνωση, στην οργάνωση ενός προσωπικού “αποκλεισμένου” χώρου, στην παραίτηση αν θέλουμε να διατηρήσουμε ένα μικρό κομμάτι αξιο­πρέ­πειας, μίζερο και τρισάθλιο βέβαια, αλλά που είναι ο μόνος άξιος λόγος επιβίωσης μια και για να είσαι αξιοπρεπής ξέρεις πως είσαι καταδικασμένος να φυτοζωείς αλλιώς οδηγείσαι στην άλλη λύση, στο να γίνεις δηλ. όσο σου χρειάζεται κυνικός, αδίστακτος, πατώντας εν ανάγκη επί πτωμάτων».

Τα παραθέματα προέρχονται από τα παρακάτω κείμενα:

  1. Ξ. Α. Κοκόλης, «Επίμετρο», στο Τόλης Καζαντζής, Οιδίπους τύραννος, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2002.
  2. Σπύρος Τσακνιάς, «Τόλης Καζαντζής», στο Η μεταπολεμική πεζογραφία, τόμος Γ΄, Σοκόλης, Αθήνα 1988, σ. 228-267.
  3. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Οι μαλακοί και οι εύγλωττοι ήχοι του μαστιγίου», περ. Ανανέωση , τχ. 6 (Σεπτ.-Οκτ. 1984).
  4. Carlo Galli, «Η Ευρώπη του μέλλοντος χρειάζεται μια νέα “Μεγάλη Ιδέα”, περ. Φρέαρ τχ.16/17 (Οκτ. 2016).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here