Αφηγήσεις στο ρυθμό μιας αυτοσχέδιας μουσικής (του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου)

0
284

 Κώστας Γ. Παπαγεωργίου.

Όλα τα διηγήματα της πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου Καλλιρρόης Παρούση, παρά την εντελώς διαφορετική θεματική τους, συνέχονται από ένα αδιόρατο και σχεδόν ανεπαίσθητο τρύπημα του δέρματος της διάφανης ατμόσφαιράς τους από τις πανταχού παρούσες, ευδιάκριτες ή κρυφά ελλοχεύουσες, άλλοτε φυσικά και άλλοτε εκβιαστικά συμμετέχοντας στην αφηγηματική σκηνογραφία, πευκοβελόνες. Όπως εξάλλου και όλα όσα συνέχουν το αφηγηματικό γίγνεσθαι της συλλογής είναι, αν όχι αδιόρατα, απροσδιόριστα και συγκεχυμένα, υποκινούμενα από μιαν ανεπαίσθητη, κυματοειδή, αυτοσχεδιασμένη μουσική, διαβρωτική των αισθημάτων, ενίοτε και της λογικής όλων όσοι μπορούν και τη διακρίνουν να διαδραματίζει ένα είδος σταθερού μουσικού υπεδάφους. Μια μουσική που συχνά αποκτά τους τρόπους και την ιδιότητα μιας επίβουλης εκκωφαντικής σιωπής, εμποδίζοντας την επικοινωνία ή, εν πάση περιπτώσει, λειτουργώντας ως άλλοθι για την ούτως ή άλλως αντικειμενική και γενικώς διαπιστωμένη αδυναμία επικοινωνίας.

Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά, θα επιχειρήσω να συνοψίσω απόψεις, σημειώσεις μάλλον που κράτησα διαβάζοντας τα πολύ ενδιαφέροντα και όχι απλώς πολλά υποσχόμενα διηγήματα της Καλλιρρόης Παρούση: Η ιλιγγιωδώς τρέχουσα επικαιρότητα δεν επιτρέπει τον σχηματισμό μιας σταθερής, παγιωμένης άποψης για έναν κόσμο που στους κόλπους του εκκολάπτεται συστηματικά η μετριότητα, αν όχι η βλακεία, και όλα συμβάλλουν στην ενίσχυση και στη συντήρηση των προϋποθέσεων ενός συμβολικού ευνουχισμού, οφειλόμενου στο διαρκώς διογκούμενο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που ένας ανήσυχος νέος αισθάνεται ότι είναι και σ’ αυτό που οφείλει να προβάλει στον κοινωνικό του περίγυρο, τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότεροι και οι πιο «ενδιαφέροντες» ήρωες των ιστοριών της είναι νέοι, στην αρχή της όποιας σταδιοδρομίας τους, και οραματίζονται ανατροπές που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μικρές ανώδυνες για τους ίδιους και για το σύστημα αμυχές, χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο για τους ίδιους, χωρίς κανένα ευρύτερο εκτόπισμα.

Ο κόσμος της, εδραιωμένος «στο πιο ρημαγμένο σημείο της γης», όπως λέει σε ένα διήγημά της, είναι τόσο πραγματικός, «σχεδόν τηλεοπτικός ή ‘κατεβασμένος’ από το internet» αλλά και τόσο κοντά στην επικράτεια του ονείρου, όπου όλα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, να συντριβούν προσκρούοντας στον τοίχο της πραγματικότητας· ένας κόσμος υποταγμένος στους μηχανισμούς μιας σκοτεινής εξουσίας, θορυβώδης και άηχος μαζί, με τους ήχους του να αυτοαπορροφούνται, αφήνοντας μετά να διαρρεύσει το παγερό απόσταγμα της σιωπής τους. Όσο για τους ανθρώπους, αυτοί συχνά δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν αυτό που πραγματικά είναι από αυτό που υποδύ- ονται ότι είναι στους άλλους αλλά και στον εαυτό τους, όπως δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις  πραγματικές αναμνήσεις από τις φαντασιώσεις τους. Βυθισμένοι στο τέλμα της συνήθειας, παραδομένοι στις απαιτήσεις μιας αδιάφορης καθημερινότητας, αδιαφορούν για το άγνωστο, το σκοτεινό και το αδύνατο και αρκούνται σε μια βόλτα με το ποδήλατο στο κουρείο, στο μαγειρείο, στο καφενείο.  Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι συμβατικές, προσχηματικές  και συχνά η φωτογραφία λειτουργεί ως υποκατάστατο της παρουσίας των έγκλειστων στο περιοριστικό σκοτάδι της προσώπων, επιβεβαιώνοντας την επικράτηση της εικόνας και την τυφλή παραδοχή της παντοδυναμίας της.

Η αφηγήτρια επιδίδεται συστηματικά και με απόλυτη επιτυχία στη μεγέθυνση απλών και ασήμαντων καθημερινών συμβάσεων και καταστάσεων, πλην όμως όχι σε ένα αντικειμενικά προσδιορισμένο και αναγνωρίσιμο σκηνικό-αφηγηματικό πλαίσιο, αλλά σε ένα επιτήδεια δημιουργημένο, με ασαφές χρονικό περίγραμμα, περιβάλλον, με μιαν αυτοσχεδιαστικά -όπως επισημάνθηκε ήδη- μουσική ατμόσφαιρα, με διάχυτη την αίσθηση ενός απροσδιόριστου πένθους.  Με διασαλευμένα τα όρια του χρόνου, με διαβρωμένες τις αντικειμενικές του διαστάσεις από τη, αδιάλειπτη μουσική του θροΐσματος  των πεύκων ο ενεστώτας δεν διαφέρει από τον αόριστο, τον παρατατικό και τον υπερσυντέλικο, και δεν υπάρχει παρά μόνο ένας συνεχώς επαναλαμβανόμενος ήχος, ένα τικ τακ που ακούγεται από όλους και από τον καθένα χωριστά. Σχετική με τη λειτουργία του χρόνου είναι και η διόγκωση ασήμαντων περιστατικών με τρόπο που η επαναλαμβανόμενη κοινοτοπία να αποκτά μία βαρύτητα υπαρκτικής σημασίας· συχνά μάλιστα οι ασημαντότητες, πλαισιώνοντας ένα σοβαρό ζήτημα, αποκτούν μιαν άλλη σημασία επιβαρυντική της ζωής των απλών καθημερινών ανθρώπων. Οι οποίοι δρουν και συμπεριφέρονται ως υποχείρια μιας ανεξέλεγκτης και εν πολλοίς ακατανόητης πραγματικότητας, θύματα μιας κλειστοφοβικής και ανίκανης να εκδηλωθεί ευθέως εξουσίας, εντοπίσιμοι μέσω ηλεκτρονικών ταχυδρομείων, υποχρεωμένοι αργά ή γρήγορα να ενδώσουν στις επιταγές ενός απρόσωπου και πανταχού παρόντος υποβολέα συμπεριφορών· αδιάκοπα μετεωριζόμενοι μεταξύ φανερών ή αφανών δεδομένων, μέλη σταθερών ή περιφερόμενων θιάσων σκιών σε μια πόλη όπου «εξαπλώνεται μια αβάσταχτη δυσωδία, μια εσωτερική αιμορραγία», όπου το πλαστικό και, γενικά, κάθε είδος υποκατάστατου του αυθεντικού κυριαρχεί καταλυτικά.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η αφηγήτρια δεν περιορίζεται σε μια γενική, χωρίς συγκεκριμένες και αναγνωρίσιμες από τον αναγνώστη εικόνες της καθημερινότητας· οι μουσικότροπες αφηγηματικές τεχνικές της δεν την εμποδίζουν να συνθέτει με ρεαλιστικό τρόπο ενσταντανέ της καθημερινότητας στην Αθήνα της κρίσης, να μιλάει για τα καταστήματα αγοράς χρυσού που ξεφύτρωσαν σε κάθε τετράγωνο, για τις πωλήσεις τιμαλφών, για τα κόκκινα δάνεια, για  τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα, για την άνθιση της επαιτείας και γενικά για συμβάντα και καταστάσεις ενδεικτικές  της ψυχικής δυσανεξίας και ακηδίας του μέσου πολίτη, καθώς και για την ανάγκη διαφυγής νέων ανθρώπων στην επαρχία, όπου τα «νέα της πόλης φτάνουν στα αυτιά σαν μελαγχολική μουσική και στην ψυχή σαν παλιοί ξέπνοοι ερωτικοί ψίθυροι». Αυτή η αναφορά στην τρέχουσα καθημερινότητα πραγματοποιείται με την τεχνική ελεγχόμενων αφηγηματικά  και μουσικότροπα, όπως ανέφερα ήδη, συνειρμών που οδηγούν την αφηγήτρια σε περίτεχνες επαναλήψεις φράσεων και περιγραφών συμβάντων και καταστάσεων οι οποίες επαναλήψεις, με τη σειρά τους, συμβάλλουν στη δημιουργία μιας μουσικής αίσθησης και, ταυτόχρονα, στην ύφανση ενός ημιδιάφανου πέπλου επικαλυπτικού της πραγματικότητας, μήπως την κάνει κάπως υποφερτή. «Όλη η πόλη μυρίζει σκουπίδια, καμιά άλλη μυρωδιά δεν μπορεί να παρεισφρήσει πλέον στο αστικό τοπίο, σκουπίδια, σκουπίδια, σκουπίδια» -λέει σε ένα διήγημά της. Σ’ αυτή την πόλη περιφέρεται, μπλέκεται στους δρόμους, στα στέκια και στις γειτονιές της, αναζητώντας εναγωνίως τα στοιχεία της δικής της ταυτότητας, «με τη μανία που ένας ντεντέκτιβ ψάχνει να βρει στοιχεία για την εξιχνίαση ενός ειδεχθούς εγκλήματος», κρίνοντας, αν και πολύ νέα, ότι τις ιστορίες που άρχισαν κάποια στιγμή να διαμορφώνονται και να πολλαπλασιάζονται μέσα της σαν καρκινικά κύτταρα, δεν θα μπορούσε να τις ελέγξει, ούτε να σταματήσει την άσκοπη αντιγραφή και την επανάληψη της αντιγραφής τους, παρά μόνο αν κατάφερνε να πείσει τον εαυτό της «να σταματήσει την [κλειστοφοβική και] επ’ άπειρον αντιγραφή του ίδιου πράγματος και να βγει έξω να πάρει λίγο αέρα ή να πάει μια βόλτα να δει λίγο κόσμο», πράγμα που ευτυχώς έκανε.

 

Info: ΚΑΛΛΙΡΡΟΗ ΠΑΡΟΥΣΗ

Κανείς δε μιλάει για τα πεύκα

(διηγήματα)

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ