Αναζητώντας με την Έλενα Χουζούρη τον «θείο Αβραάμ»…(Του Αριστοτέλη Σαΐνη)

0
394

 

 Του Αριστοτέλη Σαΐνη.

 

                                «Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί»

                                                                      Μανόλης Αναγνωστάκης

 «Είμαστε αλλιώτικοι από κείνους που ήρθαν από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, έστω και αν ήταν περισσότεροι, έστω κι αν έγιναν γνωστοί από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο» λέει η Αλίζα Μ. στη συνονόματή της νεαρή με το σπάνιο, στις νέες γενιές, όνομα. Η δεύτερη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια, η πρώτη καθηγήτριά της, ιστορικός στο σημερινό Ισραήλ, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνους που «έως θανάτου δυσφημισμένοι, καταρρακωμένοι, συλημένοι, αναίτια μισημένοι, διέπλευσαν εκόντες άκοντες τη θάλασσα αφήνοντας πίσω τους παμπάλαιες αφηγήσεις, τραγούδια και παραμύθια, διπλοκλειδώνοντας τα ωραία μεγάλα νοικοκυρεμένα σπίτια τους με τα κλειδιά τους φυλαγμένα στις μακριές φαρδιές τους ρόμπες».

Κι από την παραλία του Τελ Αβίβ και το μπαρ «Μόλυ Μπλουμ», στους δρόμους και τις προβλήτες της Θεσσαλονίκης του 2012, και από κει πίσω στα βουνά του αντάρτικου ή στην προπολεμική Σαλονίκη του 1930, η ελεγειακή αφήγηση της Χουζούρη ταξιδεύει στη μνήμη αναζητώντας «ένα δρόμο που μπορεί να φωτίσει καλύτερα το παρόν» των χαρακτήρων της «και να τους δώσει κλειδιά για να το κατανοήσουν» (σ. 81). Το ταξίδι στον χώρο γίνεται, όπως πάντα, ταξίδι στον χρόνο, ταξίδι ενδοσκόπησης, ταξίδι στη απώτερη ατομική και συλλογική μνήμη, μέχρι η τροχιά του να χαθεί «στο άπειρο του χρόνου» (σ. 118).

«Δεν έχεις αποφασίσει, δεν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις, δεν ξέρεις τι αναζητάς;» επιμένει η καθηγήτρια. Και η φοιτήτρια, παιδί δεύτερης γενιάς επιζώντων, επιστρέφει τρείς μέρες μετά, στη συνάντηση με την καθηγήτριά της, αποφασισμένη και ανακοινώνει τον τίτλο της εργασίας της: «Αναζητώντας τον θείο Αβραάμ και πάραυτα διορθώνει επί το πολιτικώς ορθότερο σαν να μην πείθεται ούτε η ίδια ότι αυτός ο τίτλος προσιδιάζει στην αυστηρώς επιστημονική και αποκαθαρμένη καλολογικών στοιχείων γλώσσα μιας μεταπτυχιακής εργασίας Ο βίος και η εποχή του Αβραάμ Μπ., ήθελα να πω» (σ. 22).
Δεν πρόκειται φυσικά για πραγματικό θείο ούτε συγγενή της Αλίζα, ακόμα και αν η οικογένειά της διαθέτει πράγματι στο γενεαλογικό της δέντρο πρόγονο με το ίδιο όνομα, τον πατέρα του προπάππου της με την ακλόνητη «πίστη στο θεσμό της οικογένειας που δεν χωρίζει ποτέ εν ζωή» (σ 174), όπως συνήθιζε να λέει. Πρόκειται, όμως, για φίλο της γιαγιάς Λούνα. Η ιστορία του αλλά και η μορφή του «σπουδαίου και ακέραιου αυτού ανθρώπου», του «αυθεντικού οραματιστή και σοσιαλιστή διεθνιστή» (σ. 90), το όνομα του οποίου αβίαστα θα συμπληρώσει ο αναγνώστης στην πορεία του, ζωντανεύει εξάλλου σε σελίδες του βιβλίου.

Η Αλίζα μπορεί να σημειώνει στην πορεία της αναζήτησής της ότι «Έπεσε έξω» (σ.190), αφού ήταν «αφελώς σίγουρη ότι σε κάποιον από τους δρόμους της πόλης θα διάβαζε Οδός Αβραάμ Μπεναρόγια». Ωστόσο, ακόμα και αν συνάντησε μια «σιωπή σχεδόν εκκωφαντική», «παραμένει απόλυτα πεισμένη- ότι ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ και μας περιμένει». Ο «θείος Αβραάμ», πράγματι, όπως ήταν γνωστός ο Αβραάμ Μπεναρόγια (1887-1979) στην οικογένειά της «μένει» ωστόσο, «πάντα εδώ» (σ.115). Το πλήρες νοήματος και συμβολισμών όνομα του πατριάρχη των Εβραίων λειτουργεί εδώ ως μεταφορά του χαμένου χρόνου που πρέπει να ξανακερδηθεί, της χαμένης μνήμης που πρέπει να ανακτηθεί.

Και καθώς η Θεσσαλονίκη «αναδύεται μέσα από την αχλύ υδρατμών που της προσδίδουν ατμόσφαιρα μοναδική, ικανή να εμπνεύσει λογοτεχνικές σελίδες και καβαλέτα» (σ. 86) το ταξίδι μύησης στη σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη[1] αρχίζει. Ο Μπεναρόγια ήταν μία πρόφαση για το ταξίδι και η μεταπτυχιακή εργασία για τη ζωή και το έργο του αναβάλλεται. Μπορεί να περιμένει. Άλλα επείγοντα ερωτήματα ζητούν πιεστικά απαντήσεις.

Ωστόσο, κάθε λογοτεχνικό ταξίδι στο παρελθόν, χρειάζεται μια αφορμή, μυρωδιές και γεύσεις, τραγούδια και εικόνες. Ένα «παλιό τσίγκινο κουτί με ελληνικά γράμματα που από ότι έδειχνε η παλιομοδίτικη και ελαφρώς ξεθωριασμένη ζωγραφιά στο καπάκι του, μάλλον μπισκότα πρέπει να περιείχε…», φυλαγμένο για χρόνια στο απόκρυφο συρτάρι της γιαγιάς Λούνα τα περιέχει όλα: αγαπημένες συνταγές σε τραγουδιστά λαντίνο και παράξενα ελληνικά, κάποιες γριφώδεις ημερομηνίες και τρεις ανεξήγητες φωτογραφίες. Γιατί η γιαγιά Λούνα βρίσκεται στα βουνά και φοράει στρατιωτικά; Ποιος είναι ο άντρας δίπλα της και το παιδί στην αγκαλιά της; Γιατί μάθαινε ελληνικά στο Ισραήλ και γιατί είχε επαφές με τον Μπεναρόγια; Τι μυστικά και ψέματα στοιχειώνουν το οικογενειακό παρελθόν της Αλίζα; Τι δεν ξέρει που θα έπρεπε να ξέρει; Τι κρύβει η μητέρα της; Που βρίσκεται το δίκιο και που το άδικό; Να τα ερωτήματα που την ταλανίζουν και αναζητούν τη μυθιστορηματική τους απάντηση. Έτσι, εξήντα έξι χρόνια μετά, η Αλίζα «επιστρέφει» (σ. 28) στο θέατρο του δράματος, τη σημερινή Θεσσαλονίκη, αναζητώντας απαντήσεις, ψάχνοντας μια άκρη στις περίεργες διαδρομές της οικογενειακής της ιστορίας.

Κι ενώ ο χρόνος της αφήγησης καλύπτει μόλις λίγους μήνες του φθινοπώρου του 2012, ο χρόνος της ιστορίας βυθίζεται στο αινιγματικό παρελθόν. Τρία, σχεδόν ίσης έκτασης κεφάλαια [«Πριν», «Τότε», «Μετά»], εξασφαλίζουν με την αλληλουχία τους την ενότητα του βιβλίου, παρά την αλληλοεπικάλυψη και την αλληλεξάρτηση των επιπέδων και τις συνεχείς επιστροφές στο τώρα της αφήγησης. Το χρονικό συνεχές μοιράζεται μπρος πίσω με βάση το μεγάλο, αδιανόητο γεγονός, το οποίο τέμνει, σημαδεύοντας ανεξίτηλα, τη μεγάλη Ιστορία, όπως σημάδεψε και την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, αλλά και την μικροϊστορία της οικογένειας του Τζάκο στη Μητέρα πόλη, εκεί όπου μεγαλώνουν η Λούνα, η Ρέινα, ο Αλμπέρτος και οι φίλοι τους.

Το «Πριν» (σ. 10-121) αποτελεί, φυσικά, την προϊστορία. Αν οι απαρχές του χάνονται σε μυθικές εποχές και θρύλους το τέλος του αποτελεί φαινομενικά μόνο την ευτυχισμένη περίοδο πριν την επερχόμενη καταστροφή. Μάλλον, πρόκειται για εκείνη ακριβώς την περίοδο που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τους μελλοντικούς κινδύνους[2]. Γι’ αυτό περιγράφεται με επίκεντρο τις χρονολογίες σταθμούς 1931/5491 και το 1939/5499. Οι καταστροφικές πυρκαγιές, ο μεγάλος Πόλεμος, το προσφυγικό, και οι μεγάλες αλλαγές και ανακατατάξεις στη μητέρα πόλη επηρεάζουν βαθιά τη ζωή της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Στην οικονομική δυστοκία και την κατάργηση της αργίας του ιερού Σαμπάτ στη σαλονικιώτικη αγορά γρήγορα προστίθενται οι κλιμακούμενες οργανωμένες επιθέσεις των τριεψιλιτών που κορυφώνονται με τον εμπρησμό του Κάμπελ στις 30 Ιουνίου του 1931. Η καταστροφή του νεκροταφείου αργότερα κάνει και τα πιο αισιόδοξα μέλη της κοινότητας να συνειδητοποιήσουν ότι πλέον «μιλάει η Ιστορία» (σ. 48). Την ίδια ώρα από μακριά ακούγονται «ο πνιχτός ήχος που βγάζουν οι βαριές μπότες καθώς πέφτουν με δύναμη πάνω στο σκληρό χώμα, ο αποτρόπαιος ήχος των όπλων καθώς οπλίζονται και εκείνα τα σκληρά φωνήεντα που θα περάσουν στην ιστορία ως φωνήεντα θανάτου» (σ. 109).

Ό,τι κυρίως αναδύεται στο πρώτο κεφάλαιο είναι η γνωστή ιδιόρρυθμη, και, ίσως, μοναδική στην ιστορία, συνείδηση των μελών αυτής της εβραϊκής κοινότητας[3]: «εφευρετικοί και πολυμήχανοι σαν Οδυσσείς» και αυτοί, και αυτοί «κατατρεγμένοι από άλλους δαίμονες» (σ.45). Μόνο αυτό εξηγεί την αδυναμία τους να καταλάβουν «πώς είναι να τους αμφισβητηθεί κάτι εδραιωμένο αιώνες τώρα» (σ.66) ή την απορία τους πώς βρέθηκαν «καμένοι και ξεσπιτωμένοι από αυτούς που είχαν έρθει στην πόλη τους καμένοι και ξεσπιτωμένοι» (σ 79). Στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη οι αυτότητες ακόμα διαμορφώνονται. Ο τριανταεπτάχρονος, τότε, Ιακώβ Τζάκο, προπάππους της Αλίζα, «δεν μπορούσε να φανταστεί έξω από τη Θεσσαλονίκη τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειας του, τη ζωή των προγόνων του, αυτήν τη μακρά πατρογονική σειρά τη χαμένη στα βάθη πέντε αιώνων. Μια τεράστια δεξαμενή μνήμης μέσα στην οποία αναπαυόταν δεκάδες εκατοντάδες κουκούλια γεμάτα από πρόσωπα, ιστορίες, παραμύθια, τραγούδια, γεύσεις. Δεν έχανε την ευκαιρία να δηλώνει με περισσή περηφάνια ότι ήταν Σαλονικιός και αμέσως μετά Ευρωπαίος και να νιώθει θαυμάσια σ’ αυτήν τη διττή ταυτότητά του» (σ.42).

Στην ενότητα του «Τότε» (1941-1944) ο κόσμος αναποδογυρίζει, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη «από μνησίκακους ανέμους». Εδώ τα κίτρινα αστέρια, το γκέτο του Χιρς, ο προβληματισμός και οι σπασμωδικές αντιδράσεις της κοινότητας που βρέθηκε εγκλωβισμένη στη δίνη του πολέμου, της κατοχής και των διώξεων. Ωστόσο, δεσπόζει το αδιανόητο γεγονός. Ακόμα και αν το μεγάλο έγκλημα έγινε κάπου αλλού, ξεκίνησε εδώ. Και η βιβλική Έξοδος προς την ελευθερία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία, στην πορεία των εκπατρισμένων Θεσσαλονικέων, η οποία οδηγεί, τώρα, στον χαμό τους. Δεν υπάρχει Μωυσής, όσο για τον Θεό το ερώτημα μένει και αιωρείται με την αφήγηση που συμπάσχει να αναρωτιέται: «για όνομα του Θεού, υπάρχει Θεός, τελικά, να δει να ακούσει να κρίνει;» (σ. 133).

Ανασκάπτοντας αυτήν την εποχή και κυρίως την ουδέτερη ζώνη «ανάμεσα σε εκείνο το ευτυχισμένο πριν και στο δυσεξήγητο και σχεδόν άγνωστο μετά» (σ. 221), η επιμονή και η υπομονή της Αλίζα θα ανταμειφθεί και τα καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά θα αποκαλυφθούν. Η απόδραση της γιαγιάς Λούνα στο βουνό, η επιστροφή της γιαγιάς Ρέινα από το στρατόπεδο, το κοινό περιπετειώδες ταξίδι στο Ισραήλ, η νέα ζωή στο κιμπούτς… «Δεν πρόκειται για αμφισβητήσιμες μυθιστορηματικές συμπτώσεις» (σ. 192) αλλά για την πραγματικότητα που αντιγράφει τη λογοτεχνία και το αντίθετο[4].

                Και η αφήγηση θα εκβάλλει σχεδόν φυσικά στο «Μετά», «αφήνοντας πίσω φόβους και ατελέσφορες μνησικακίες» (σ.188). Ντοκουμέντα και συνεντεύξεις με επιζώντες θα οδηγήσουν την Αλίζα στην αυτογνωσία και θα βοηθήσουν τη μητέρα της να συμφιλιωθεί, επιτέλους, με το οικογενειακό παρελθόν και με τα παιδιά της.

 

***

 

Η γνωστή, και από άλλα βιβλία της Χουζούρη, ελλειπτική, εικονοκλαστική και ποιητική στην αφετηρία της γλώσσα, δημιουργεί μια οριακά λυρική, «μελωμένη, και συναισθηματική» (σ.19) ατμόσφαιρα που συντονίζεται απόλυτα με το δραματικό αλλά όχι μελοδραματικό θέμα της. Η εβραϊκή χρονολόγηση, συχνά εμφατικά στις αρχές περιόδων («λίγο μετά το Πέσσαχ του από κτίσεως κόσμου έτους 5572, τουτέστιν στα καθ’ υμάς, του Απριλίου του έτους 2012» σ. 19) μαζί με την παλαιική πατίνα της τιτλοφόρησης των θεματικών ενοτήτων («Όπου η Αλίζα δίνει μια υπόσχεση και βλέπει ένα όνειρο», «Όπου η Αλίζα περπατά και ψάχνει», «Όπου η Αλίζα σημειώνει και βλέπει φωτογραφίες») προσδίδει στο κείμενο τη μορφή ελεγειακής ή και παραμυθητικής αφήγησης. Στην αχνογάλαζη ατμόσφαιρα που αποπνέει τόσο η Μητέρα Θεσσαλονίκη όσο και το μακρινό Τελ Αβίβ, στους υδρατμούς της ίδιας θάλασσας που βρέχει τις δύο απομακρυσμένες πατρίδες όπου «κυκλοφορούν παμπάλαια απειροελάχιστα θραύσματα παμπάλαιων μύθων και ιστοριών που αφηγούνται αρχαία ερωτικά βασιλικά πάθη, ανηλεείς διώξεις και βέβαια βιβλικά θαύματα» έρχεται να προστεθεί και η ιστορία της Χουζούρη. Ένα «μυθιστόρημα για το πιο κακορίζικο πράγμα από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος» (σ.126), το οποίο μιλάει «για μια πολιτεία αγαπημένη που δεν χάθηκε, για μια αγάπη που δεν έσβησε, για μια ζωή που δεν πέθανε» (σ. 15).

Θα έλεγα, ωστόσο, ότι βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι, επίσης, ο φόβος. Το μυθιστόρημα ζέχνει φόβο! Γιατί μπορεί η νεαρή Αλίζα να νιώθει στη Θεσσαλονίκη «σαν να την αγγίζουν τρυφερές και απελπισμένες συγχρόνως σκιές, πώς τις ονομάζει ο φημισμένος ιστορικός; Φαντάσματα, μάλιστα, φαντάσματα, μα είσαι στην πόλη των φαντασμάτων, Αλίζα, δεν το έχεις καταλάβει;» (σ. 121)[5], ωστόσο, «η πόλη των σκιών» (σ. 11) κατοικείται στις μέρες μας και από άλλου τύπου σκιές, με σάρκα και οστά και σκοτεινό βλέμμα που αδυνατεί να διακρίνει τον Άλλο. Δύο μόλις μέρες μετά την άφιξή της στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβρη του 2012, η εικοσιεπτάχρονη μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, «που ονομάζεται Αλίζα και της οποίας το επώνυμο μπορεί να είναι «Κοέν, Μόλχο, Νατάν, Πάρδο ή Αμπραβανέλ» (σ. 13) ή και «Φερναντέζ, Ματαλόν, Αρούχ ή Μπενβενίστε» (σ. 16) ή και «Μπενμαγιόρ, Φερναντέζ, Ναρ, Μάνο ή Αρδίττι» (σ. 22) ή και «Ματαλόν, Μποτόν, Μόλχο, Πάρδο, Μομπουργκό» (σ. 28) θα γνωρίσει κάτι από το «πρωτόγνωρο, σχεδόν σπλαχνικό» και «αρχέγονο» συναίσθημα του φόβου, αυτόπτης μάρτυρας στη βεβήλωση του Μνημείου του Ολοκαυτώματος στην Πλατεία Ελευθερίας.

Είναι ο ίδιος φόβος «που ανέβαινε από κάπου πολύ βαθιά και ξεκινούσε από πολύ πίσω» «κουβαλώντας μαζί του και γεμίζοντας το παρόν» των προγόνων της, «με σκηνές διωγμών και καταδιώξεων με ξεσπιτώματα και φονικά». Είναι το ίδιο «πρωτόγνωρο συναίσθημα» που δοκίμασε ο προπάππους της, όταν κατά τον μεσοπόλεμο «Η Σαλονική του άρχισε να φοβάται» (σ. 56). Το ίδιο, τέλος, συναίσθημα, θα νιώσει και ο αναγνώστης, όταν με ένα τεράστιο κύκλο, κοντά στο σήμερα, ξεστομίζεται η φράση: «Ούτε εβραίους, ούτε ξένους, μόνο Έλληνες λέει» (σ.244).

Ενάντια, λοιπόν, στην ίδια τη μητέρα της που προτιμά την απόκρυψη από τη γνώση και την κατανόηση, ενάντια στον ίδιο της τον αδελφό που «έφτασε στα άκρα μετά τον πόλεμο του Λιβάνου» και δεν θέλει να γυρίζει στα περασμένα, η Αλίζα απαντά ότι «ο φόβος φέρνει μίσος και το μίσος θάνατο» και τολμά να επιμένει, να φαντάζεται ιστορίες και να ανακαλύπτει ίχνη…

 

Η αφήγηση δομείται κατά βάση με εικόνες («Εικόνα σε κεντρικό δρόμο της πόλης», «Οικεία οικογενειακή εικόνα»), ωστόσο, τα «φωτογραφικά ενσταντανέ» και τα κοντινά πλάνα, που αιχμαλωτίζουν μικρές σημαντικές και άλλοτε φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, εναλλάσσονται με πανοραμικές λήψεις (σ. 19) και «ασύμμετρα βολ πλανέ». Η οπτική μας αλλάζει διαρκώς θέσεις, πότε ανεβαίνοντας ψηλά πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών, πότε κατεβαίνοντας στους δρόμους ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος των περαστικών, άλλοτε για να συνταιριαστεί με τα βλέμματα των ανθρώπων (σ. 163) και να αγκιστρωθεί όσο πρέπει σε οιονεί και πραγματικά ντοκουμέντα (τίτλους εφημερίδων κυρίως και επίσημα τοιχοκολλημένες ανακοινώσεις) και άλλοτε να ακολουθήσει το βλέμμα των ηρώων της στις εσωτερικές τους ονειρικές και αναδρομικές καταβυθίσεις, έως ότου «η ταχύτητα των εναλλασσόμενων και αλληλεπικαλυπτόμενων εικόνων» εκτροχιαστεί (σ. 153). Ο παντογνώστης αφηγητής κεντρίζει διαρκώς τον αναγνώστη με ερωτηματικές αποστροφές («τι βλέπει;» σ. 11, «για να πάει, που;» σ.19) ή τον εμπλέκει έντεχνα στην αφήγηση με το α’ πληθυντικό πρόσωπο («τώρα βλέπουμε» σ.11), κάποτε μαζί με τους χαρακτήρες: «τώρα βλέπει και μαζί της βλέπουμε και μείς, όσο μας το επιτρέπει ο χρόνος και ο σεβασμός προς αυτόν» (σ.134).

Η κειμενική αποτύπωση της πόλης ακολουθεί τον χάρτη με ακρίβεια. Οι αναφορικοί δείκτες, η τοπογραφία, το δίκτυο των δρόμων, το μουσείο, ο σταθμός, το νεκροταφείο, η πλατεία Ελευθερίας, όλα είναι ανάγλυφα εκεί. Η συγγραφέας επισημαίνει στο σημείωμα της την εξαιρετική βοήθεια των εργασιών του «ρέκτη» Βασίλη Τομανά. Εξαιρετική και συγκινητική η αναβίωση της ατμόσφαιρας στο βιβλιοπωλείο Μόλχο, για χρόνια σήμα κατατεθέν της πόλης. Η αρχιτεκτονική περιγραφή και η ιστορία της Αγοράς Μοδιάνο, δημιούργημα των μηχανικών Ελί και Σαρλ Μοδιανό, εκβάλλει σε μια προφανή αναφορά στον νομπελίστα απόγονό τους («σκορπισμένη οικογένεια, στην οποία, με περηφάνια θα αναφερθεί λίγο αργότερα, ο εξ αυτής καταγόμενος σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας», σ.17). Η αναφορά στις ποικίλες αντιδράσεις των θεατών της πορείας θανάτου στους δρόμους της πόλης, οι οποίες κυμαίνονται από την ανήθικη χαιρεκακία ή την αδιαφορία μέχρι τη συμπάθεια, καταλήγει σε έναν υπαινιγμό στον Ίνο, η μορφή του οποίου διασχίζει πολλά βιβλία του Βασίλη Βασιλικού («κάποιοι φυσικά θα αναγνώριζαν και κάποια Ρόζα ή κάποιον Ίνο, με τους οποίους θα είχαν παίξει στην ίδια γειτονιά βόλους ή τσιλίκα τσομάκα»). Όσο για τον Γιώργο, τον «συνεσταλμένο ξανθομάλλη έφηβο» που χαιρετούσε ευγενικά τη Λούνα κατά τους περίπατους της, και ο οποίος δεκαετίες αργότερα θα διασώσει όσα θα δει εκείνο το πρωινό του Απριλίου του 1944 (σ. 178) ο αναγνώστης θα καταλάβει ότι πρόκειται για τον αγαπημένο Θεσσαλονικιό συγγραφέα της Χουζούρη, τον Γιώργο Ιωάννου.

Εξαιρετική, στην αρχή του βιβλίου, η σχεδόν ονειρική, γιατί απωθημένη στην παιδική μνήμη, ανάκληση της πρώτης φόρας που η μικρή Αλίζα αντικρίζει στην παραλία το τατουάζ στο χέρι της γιαγιάς Ρέινα: «…καθόταν κάτω από τη μεγάλη μας ομπρέλα και μας κοιτούσε με τα μεγάλα καστανά της μάτια δεν άντεξε τη ζέστη και σήκωσε τα μανίκια της, δεν είχαμε έως εκείνην τη στιγμή της ζωής μας δει γυμνά τα χέρια της γιαγιάς Ρέινα, πάντα είχε κατεβασμένα τα μανίκια της πρώτος διέκρινε τους έξι αριθμούς που είχαν χρώμα μπλαβί σαν κάτι σάπιο και τρομακτικό μαζί ο αδελφός μου, από κοντά του έτρεξα κι εγώ κι έπειτα μικρά παιδιά ήμασταν δεν ξέραμε, πώς να ξέρουμε, η γιαγιά Ρέινα έκανε τατού στο χέρι της, αρχίσαμε να φωνάζουμε και οι δυο μαζί και να δείχνουμε τη γιαγιά Ρέινα πες μας τους αριθμούς, γιαγιά Ρέινα, πες μας να τους γράψουμε στην άμμο…» (σ. 14-15).

Μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού, σε κάποια παραλία θα αντικρίσει το τατουάζ με το νούμερο από ξεβαμμένο μπλε μελάνι, στον αριστερό πήχη της φίλης τους Μπερτ και η δεκατριάχρονη Ματίλντ, κόρη της Ανέτ Βιβιορκά. Να η αφορμή για το εξαιρετικό Το Άουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου[6] και να η πρώτη ερώτηση που καλείται να απαντήσει κανείς («Γιατί υπάρχει αυτό το τατουάζ με το νούμερο στο χέρι της Μπερτ;») σε μια ακολουθία ερωτήσεων που δεν διαφέρει, όπως σχολιάζει η Βιβιορκά, από αυτές που ταλανίζουν τη σκέψη ιστορικών και φιλοσόφων εδώ και πάνω από μισό αιώνα και αρνούνται πεισματικά να πάρουν οριστικές απαντήσεις. Γιατί, ακόμα και όταν καταφέρνουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα η αιτία παραμένει ακατανόητη και συνεπώς ανεξήγητη: «Γιατί οι Ναζί ήθελαν να εξαλείψουν τους Εβραίους από προσώπου γης; Γιατί ανάλωσαν τόση ενέργεια αναζητώντας τους σε κάθε γωνία της Ευρώπης που είχαν καταλάβει, από το Άμστερνταμ ως το Μπορντό, από τη Βαρσοβία ως τη Θεσσαλονίκη, παιδιά και ηλικιωμένους, με μοναδικό σκοπό να τους σκοτώσουν;»

Η υπέρμετρη ύβρις θα παραμείνει ανεξήγητη, το οριακό και ακραίο γεγονός που διαστρέβλωσε κάθε αντίληψή μας για την πραγματικότητα ανεξιχνίαστο. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι να μην επαναληφθεί, σημειώνει στην τραγική κατάληξη μιας επιστολής της η γιαγιά Λούνα: «Τελικά δεν μπόρεσα ακόμη να απαντήσω στο μεγάλο μου ερωτηματικό. Γιατί έπρεπε να συμβούν όλα αυτά; Γι’ αυτό περιορίζομαι μόνο σε μια ευχή: Να μη ξανασυμβούν ποτέ».

 

***

Η σιωπή των ξένων μουσείων για τη γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων και κυρίως για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης είναι γνωστή. Γνωστή επίσης και η καθυστερημένη μετάφραση και κυκλοφορία μαρτυριών για τον εβραϊκό ελληνισμό, τάση που μόνο πρόσφατα έχει ανατραπεί. Ένας προφανής λόγος η σεφαραδίτικη καταγωγή του μεγαλύτερου μέρους του εβραϊκού ελληνισμού καθώς πολύ συχνά το ολοκαύτωμα θεωρήθηκε υπόθεση των Ασκεναζίμ της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, των χωρών, δηλαδή, που πλήρωσαν πρώτες και με αφάνταστη αγριότητα την εξόντωση[7].

Ωστόσο, και εδώ τα ποσοστά είναι συντριπτικά. Στην προπολεμική Θεσσαλονίκη ζούσαν πάνω από 50.000 Εβραίοι. Από αυτούς, περισσότεροι από 46.000 εκτοπίστηκαν, μετά τον Μάρτιο του 1943, όταν ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο από τα συνολικά 19 τρένα, που μετέφεραν Εβραίους Θεσσαλονικείς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόλις 1.950 επέστρεψαν για να βρουν τις περιουσίες τους λεηλατημένες, τα σπίτια τους κατειλημμένα. Μισή χιλιετία σεφαραδίτικης κληρονομιάς μιας ακμάζουσας κοινότητας της πόλης, για χρόνια μάλιστα της μεγαλύτερης, κυριολεκτικά αφανίστηκε.

Δεν ξέρω αν σήμερα «Η Θεσσαλονίκη κοιμάται τον ύπνο του δικαίου» (σ. 240), όπως σημειώνεται στο βιβλίο, το σίγουρο είναι ότι πράγματι αποκοιμήθηκε για αρκετά χρόνια μέχρι να δεξιωθεί το σεφαραδίτικο παρελθόν της. Το ίδιο, εξάλλου, συνέβη και με τη λογοτεχνία[8] η οποία, μάλλον, για χρόνια δίσταζε να προσεγγίσει ένα έγκλημα που άφησε πολλαπλά ίχνη στο σώμα της πόλης[9]. Χρειάστηκαν χρόνια για να αναδυθεί η οδυνηρή μνήμη και να διεκδικήσει μια θέση στην ελληνική συλλογική συνείδηση. Μένει ακόμα δρόμος.

Όπως και να έχει, η Έλενα Χουζούρη, σε εποχή αύξησης της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, προσέρχεται σε ένα καυτό θέμα, αν όχι οργισμένη, τουλάχιστον με μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει και να καταλάβει! Πώς έγινε αυτό; «Ηθική ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας είναι η μνήμη» λέει ο Ζεμπάλντ στο μότο του βιβλίου, κάτω ακριβώς από στίχους του Ευάγγελου Χεκίμογλου:

 

«Είμαι ένα παιδί του Χιρς,

Το όνομά μου δεν το σημείωσε κανείς.

Την ιστορία των προγόνων μου θα σας αφηγηθώ

Κι έτσι θα με θυμόσαστε κι εμένα»

 

info:  Έλενα Χουζούρη, Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ, Μυθιστόρημα, Πατάκης 2016, σ. 254.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η σημασία της «αναζήτησης» της μνήμης για τη συγκρότηση της ταυτότητας είναι φανερή τόσο σε κείμενα μαρτυριών όσο και σε αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα. Βλ. για παράδειγμα την ανάγνωση του βιβλίου του Ανδρέα Σεφιχά, που είναι δώδεκα χρονών κατά την κατοχή, από την Οντέτ Βαρών-Βασάρ («Ταξίδι μύησης στη σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη», στο Η ανάδυση της δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων, εκδόσεις Εστία, Αθήνα, σελ. 205-213) αλλά και το έργο του Αλμπέρτου Νάρ που ανήκει στη δεύτερη γενιά επιζώντων και κυρίως την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Σε αναζήτηση ύφους» βλ. τώρα Αλμπέρτος Ναρ, Σαλονικάι, Νεφέλη, Αθήνα 2015.

[2] Για τα ιστορικά γεγονότα της ταραγμένης περιόδου και τον ιδιαίτερο αντίκτυπό τους στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης βλ. Γιοζέφ Νεχαμά, Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης, Μετάφραση από τα Γαλλικά Τομέας Μετάφρασης του Τμήματος Γαλλικής του Α.Π.Θ., Βιβλίο Τρίτο, Ισραηλιτική κοινότητα Θεσσαλονίκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000. Ιδιαίτερα στο τελευταίο κεφάλαιο («Παρούσα κατάσταση και μέλλον»), γραμμένο ακριβώς το 1939, διακρίνει κανείς την αγωνία του συγγραφέα.

[3] Είναι γνωστή η περίπτωση του πατέρα του Εντγκάρ Μορέν, Βιντάλ Ναούμ, ο οποίος στις γαλλικές αρχές που ζητούν τα στοιχεία του επιμένει να δηλώνει Σαλονικιός (Salonicien) βλ. E. Morin, Ο Βινταλ και οι δικοί του. Από τη Θεσσαλονίκη στο Παρίσι, επιμ. -εισαγωγή Αλέξανδρος Δάγκας, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2011.

[4] Βλ. την εμπεριστατωμένη μελέτη της Ρίκα Μπενβενίστε, Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, η οποία αφηγείται βασισμένη σε τεκμήρια και μαρτυρίες τις ιστορίες των Θεσσαλονικιών Εβραίων που σώθηκαν, είτε πολεμώντας στα βουνά ως αντάρτες είτε καταφέρνοντας να επιστρέψουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

[5] Πρόκειται φυσικά για παιχνίδι με τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Mark Mazower, Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί-Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, 1430-1950, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006.

[6] Βλ. Annette Wieviorka, Το Άουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου, μτφρ. Κορίνα Δευτεραίου, επίμετρο Ρίκα Μπενβενίστε, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013.

[7] Οντέτ Βαρών-Βασάρ, «Η γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων (1943-1944) και η αποτύπωσή της», Μαρτυρίες, λογοτεχνία», και ιστοριογραφία» στο Η ανάδυση της δύσκολης μνήμης. όπ. παρ., σελ. 157-197.

[8] Αυτόθι αλλά και Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Η εικόνα του Εβραίου στην ελληνική πεζογραφία. Στερεότυπες τεχνικές και λογοτεχνία αποδιοπόμπησης» & «Η γενοκτονία των Εβραίων στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης» Η Γραφή και η Βάσανος, Ζητήματα Λογοτεχνικής Αναπαράστασης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1999, σσ. 147-180 & 245-269.

[9] Βλ. Οντέτ Βαρών-Βασάρ, «Η εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης: ένα έγκλημα δίχως ίχνη;» στο Η ανάδυση της δύσκολης μνήμης, όπ. παρ. 199-204.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ