Ένα κουβάρι ιστορίες

0
147

 

Του Λευτέρη  Παπαλεοντίου.

 

Ο Αντώνης Γεωργίου (γενν. 1969) άρχισε να εκδίδει τα πρώτα βιβλία του το 2006· μια συλλογή ποιημάτων, ένας τόμος με διηγήματα αλλά και μερικά θεατρικά κείμενά του που ανεβάστηκαν στη σκηνή δεν πέρασαν απαρατήρητα. Τώρα δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ένα εκτενέστερο πεζογράφημα, ένα ιδιόμορφο αφήγημα, ιδιόμορφο από πολλές απόψεις: εδώ κάθε παραδοσιακή δομή έχει καταλυθεί· δεν υπάρχει κεντρικός μύθος ή ενιαία πλοκή, δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, δεν υπάρχει ένας κεντρικός αφηγητής ή εστιαστής που να κρατά το νήμα της αφήγησης ή να φωτίζει τα πράγματα από μια συγκεκριμένη αφηγηματική σκοπιά.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μυθιστορηματικό ψηφιδωτό ή κολάζ, για μια πολύχρωμη τοιχογραφία, όπου τον κύριο τόνο τον δίνουν η πολυφωνία, η διαλογικότητα, η προφορικότητα, η ενσωμάτωση ποικίλων κειμενικών ειδών, οι μικροϊστορίες και οι μικροδιηγήσεις, η ενσωμάτωση φωτογραφιών αλλά και εναλλαγή του κυπριακού ιδιώματος με τη νεοελληνική γλώσσα.

Ο θάνατος μιας γιαγιάς είναι μόνο η αφορμή για να ξετυλιχθεί «ένα κουβάρι ιστορίες». Το προσωπικό συμπλέκεται με το συλλογικό, το συγχρονικό διαχέεται στο διαχρονικό, υπάρχουν ποικίλες διαφυγές και παλινδρομήσεις στον χώρο και τον χρόνο. Έτσι, αν και σε μεγάλο μέρος του βιβλίου διαφαίνεται ως βασικό χωροχρονικό πλαίσιο η σύγχρονη Κύπρος, δεν λείπουν τα πισωγυρίσματα στον χρόνο και οι μετατοπίσεις στον χώρο (π.χ. σε περιοχές του απόδημου ελληνισμού). Ανάμεσα σε πολλά άλλα, περνούν σε μικροδιηγήσεις ποικίλα στοιχεία από την κυπριακή ανθρωπογεωγραφία παλιότερων ή πιο πρόσφατων εποχών, όπως η δράση των λήσταρχων Χασαμπουλιών προς το τέλος του 19ου αιώνα, το θέμα της προίκας, η γυναικεία και αντρική αθυροστομία, η μετανάστευση Κυπρίων σε Ευρώπη, Αμερική ή Αυστραλία για αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, η παρουσία οικονομικών και πολιτικών μεταναστών στη σύγχρονη Κύπρο, μαρτυρίες για την ΕΟΚΑ και την ΕΟΚΑ B , αντιπαραθέσεις οπαδών του Μακαρίου και του Γρίβα, η συμβίωση αλλά και συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, στιγμιότυπα από το πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου και την τουρκική Εισβολή του 1974, εμπειρίες από το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων και τη διακίνηση στο μοιρασμένο νησί, παράνομοι έρωτες, διαλυμένες οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις, θάνατοι αγαπημένων προσώπων κτλ.

Βέβαια πάνω απ’ όλα ξαφνιάζει ο τρόπος με τον οποίο συσσωρεύεται και παρουσιάζεται το αλλοπρόσαλλο αυτό θεματικό υλικό: Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να επιβάλει μια αυστηρή αφηγηματική δομή στο κείμενό του· οι μικροϊστορίες διαχέονται η μια μέσα στην άλλη, μπλέκονται μεταξύ τους συνειρμικά ή ενορχηστρώνονται αρκετά χαλαρά, έστω και αν ο συγγραφέας έχει δουλέψει πολύ για την κατάστρωσή τους. Σε γενικές γραμμές, ο Α. Γεωργίου δίνει την εντύπωση ότι αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν όπως έρχονται, όπως κυλούν σε προφορικές διηγήσεις. Δεν επιστρατεύει έναν κύριο αφηγητή ή βασικούς εστιαστές, για να επιβάλουν μια στοιχειώδη αφηγηματική δομή στο πολύμορφο θεματικό υλικό του. Αντίθετα, προτιμά να συσσωρεύσει ένα πλήθος φωνών, διαλόγων, μαρτυριών, κειμένων, αφήνοντας τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους.

Έτσι, ενσωματώνει στο κείμενό του αποσπάσματα από λογοτεχνικά, δημοσιογραφικά ή άλλα κείμενα, στίχους από δημώδη άσματα και ποιητάρικα ή λαϊκά τραγούδια, συνταγές για εδέσματα, μηνύματα και σχόλια από το διαδίκτυο, τα οποία έχουν συχνά διαφορετική τυπογραφική εμφάνιση και συμπλέκονται με καθημερινές κουβέντες, με διαλόγους και αντιδράσεις για ποικίλα θέματα ή συμπορεύονται με το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και το υπομνηματίζουν. Δεν ενδιαφέρεται να δώσει υπόσταση στα ομιλούντα πρόσωπα, δεν επιχειρεί να σκιαγραφήσει αφηγηματικούς χαρακτήρες· κυρίως επιδιώκει να κρατήσει την αυθεντικότητα, την προφορικότητα και το ήθος μιας παραδοσιακής, «λαϊκής» ζωής ή να διασώσει στοιχεία από άλλες εποχές, χωρίς να διστάζει να καταθέσει με τόλμη μαρτυρίες για αρνητικές ή άλλες όψεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής. Ενδιαφέρεται να συσσωρεύσει και να αντιπαραθέσει ποικίλες φωνές, απόψεις, λόγους και αντιδράσεις, αφήνοντας να ακουστούν αντίθετες απόψεις για τα θέματα που τον απασχολούν. Επίσης αναπαράγει εθνικά ή άλλα στερεότυπα, αλλά την ίδια στιγμή φροντίζει να ακουστεί και η αντίθετη άποψη, ώστε να βοηθήσει τον αναγνώστη να διορθώσει και να ανατρέψει λογής ρατσιστικές και μονολιθικές αντιλήψεις (π.χ. για τον Άλλο, τον οποιονδήποτε Άλλο, τον ξένο μετανάστη, τον ντόπιο πρόσφυγα, τον Τουρκοκύπριο, τον ομοφυλόφιλο, τη στιγματισμένη γυναίκα κτλ.).

Το πειραματικό, εξαιρετικά πλούσιο και πολυφωνικό μυθιστόρημα του Α. Γεωργίου είναι ευπρόσδεκτο και αξιοσημείωτο, και για τον λόγο ότι το καλό μυθιστόρημα σπανίζει στην Κύπρο. Ανάμεσα στις πολλές αρετές του βιβλίου, θα μπορούσε να επισημάνει κανείς και την ευρεία, γενικά εύστοχη χρήση του κυπριακού ιδιώματος, γεγονός που αποδεικνύει ότι το τοπικό ιδίωμα μπορεί να αξιοποιηθεί όχι μόνο στην ποίηση και στο θέατρο, αλλά και σε πλατιές αφηγήσεις. Από την άλλη, η χαώδης δομή του κειμένου δεν απογοητεύει τον αναγνώστη· αντίθετα, ένας καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να γοητευτεί και να παρασυρθεί από μια τέτοια πολυφωνική ορχήστρα ή από τις παλινωδίες και τις παραφωνίες ενός πολυπρόσωπου χορού, που λειτουργούν με κάθε ελευθερία ώστε να αναδείξουν και τις πιο αθέατες, τις πιο περιθωριακές ή παραμελημένες όψεις της ζωής μας.

 

Αντώνης Γεωργίου, Ένα αλπούμ ιστορίες, Αθήνα, Ροδακιό, 2014, σελ. 280.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here