Ένα κορίτσι κι ένα όπλο (Του Θανάση Μήνα)

0
444

 

 

 του Θανάση Μήνα.

«Τι θέλετε;», ρωτά ο Μαρκέ.

«Να σας σκοτώσω».

Η σκιά του Jean-Patrick Manchette (1942 – 1995) βαραίνει πάντα το σκληρό γαλλικό αστυνομικό αφήγημα (polar). Δεν είναι λίγοι οι σύγχρονοι Γάλλοι συγγραφείς του είδους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επίγονοί του, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Maurice Attia, τον Caryl Férey και, καλή ώρα, τον Hervé Le Corre.

Ο Manchette δεν πολιτικοποίησε απλώς το polar, αλλά εισήγαγε εμφατικά στο είδος μια πιο ριζοσπαστική οπτική:  την οπτική της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, κυρίως όσων ένοιωσαν  ηττημένοι στα χρόνια μετά τον Μάη και δεν έσπευσαν να χαιρετίσουν το συνέδριο του Επινέ (ακούγεται πολύ στα καθ’ ημάς τελευταία, μάλλον σαν φάρσα) και το κοινό πρόγραμμα που υιοθετήθηκε από τους Σοσιαλιστές του Μιτεράν και το PCF.

Η βαθιά αυτή απογοήτευση, που εντάθηκε προς τα τέλη του ’70, εκφράστηκε στα πιο σημαντικά μυθιστορήματα του Manchette (Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής, Η πρηνής θέση του σκοπευτή), για να φτάσει στα όρια του φαταλισμού στο Nada – μηδέν. Οι ήρωές του τρέχουν για να ξεφύγουν, με τη συναίσθηση ότι είναι εγκλωβισμένοι σε ένα «σύνθετο πεσιμιστικό και ποιητικό σύστημα κωδίκων», όπως σημειώνει ο κριτικός κινηματογράφου Αλέξης Δερμεντζόγλου στο πρόσφατο δοκίμιό του για το γαλλικό νουάρ. Στο λογοτεχνικό σύμπαν του Manchette δεν υπάρχει χώρος για την «αισιοδοξία της βούλησης», παρά μόνο για την «απαισιοδοξία της γνώσης». Η παραδοχή αυτή δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο αλλά αντικατοπτρίζεται και στη φόρμα του: σε αντιστοιχία με τα άλλα δύο enfants terribles του polar, στις αφηγήσεις του Manchette δεν απαντά ούτε το ελεγειακό ύφος του Jean-Claude Izzo, ούτε ο α λα Raymond Chandler ρομαντισμός του Patrick Raynal.  Όπως έχει ειπωθεί, η πρόζα του θυμίζει ξηρό πάγο.

Συνεχιστής της κληρονομιάς του Manchette είναι λοιπόν ο Hervé Le Corre. Γεννημένος το 1955 στο Μπορντό, έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα L’Homme aux  lèvres  de saphir (Βραβείο Mystère των Kριτικών), ενώ  τιμήθηκε με τρία ακόμα βραβεία για το επόμενο βιβλίο του με τίτλο Καρδιές σακατεμένες∙ στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπως και το μυθιστόρημά του Μετά τον πόλεμο, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στον βρώμικο πόλεμο της Αλγερίας.

Το Άμμος στο στόμα εισάγεται με μια αποφυλάκιση, συνεχίζεται με μια βομβιστική επίθεση και εξελίσσεται σε μυθιστόρημα-καταδίωξης και τελικά εκδίκησης. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται αναδρομικά, με άξονα την ιστορία της αποφυλακισμένης Ματίλντ.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Στο background γίνονται νύξεις για τον επικείμενο πόλεμο στο Ιράκ. Η Ματίλντ, θεατρική ηθοποιός, συμμετέχει σε θίασο που ανεβάζει την Αντιγόνη, όμως η ίδια υποδύεται την Ισμήνη (έχει τη σημασία του στην εξέλιξη της πλοκής). Εραστής της είναι ο Πιερ, πρώην μέλος τροτσκιστικής οργάνωσης∙ φέρεται να έχει ξεκόψει, όμως διατηρεί ακόμα επαφές με έναν πυρήνα Βάσκων αυτονομιστών, στον οποίο συμμετέχει η πρώην ερωμένη του, Εμίλια. Οι αυτονομιστές εισέρχονται παράνομα στη γαλλική Χώρα των Βάσκων με σκοπό να ανατινάξουν ένα υπό ανέγερση ξενοδοχείο – ένα συμβολικό χτύπημα αμφίβολης χρησιμότητας. Καταδιώκονται από την αστυνομία και η Εμίλια ζητά τη βοήθεια του Πιερ. Αυτός, αν και διαφωνεί με τις πρακτικές τους, τους προσφέρει καταφύγιο και τους βοηθά έμπρακτα στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Μένει μετέωρο το αν ο παλιός τροτσκιστής επιδιώκει να επιστρέψει στον μνημονικό τόπο της επαναστατικής του νιότης ή αν τρέφει ακόμα αισθήματα για την Εμίλια (και η αμφισημία κάνει φυσικά τη Ματίλντ να αισθάνεται άβολα).

Οι φυγάδες αγνοούν ότι στο κατόπι τους βρίσκεται ο επαγγελματίας δολοφόνος Άνχελ Ματάνσας, έμμισθος της ισπανικής κυβέρνησης: πρόκειται για ευθεία αιχμή στο σκάνδαλο της χρησιμοποίησης παρακρατικών και μελών του υποκόσμου από την κυβέρνηση των Σοσιαλιστών του Φελίπε Γκονζάλες για την εξολόθρευση των αγωνιστών της ETA. Την υπόθεση αναλαμβάνουν  ο υπαστυνόμος Γκαρσιά, ένας sui-generis μπάτσος (αρχετυπικός χαρακτήρας στο γαλλικό νουάρ) και ο αδίστακτος αξιωματικός της Αντιτρομοκρατικής, Μαρκέ. Ο πρώτος νοιάζεται πρωτίστως για την έγκαιρη σύλληψη του ψυχολογικά διαταραγμένου κατά συρροή δολοφόνου Ματάνσας (ενός γκροτέσκου τύπου, αντάξιου του φονιά στο Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους του Kormac MacCarthy). Ο δεύτερος όμως αδιαφορεί για τις τυχόν ανθρώπινες απώλειες και ενδιαφέρεται μόνο για την εξουδετέρωση των αυτονομιστών, ως παράσημο για να ανέλθει κι άλλο στην ιεραρχία του Σώματος. Οι αστυνομικοί πείθουν τη Ματίλντ να τους αποκαλύψει τα ίχνη των φυγάδων με αντάλλαγμα την προστασία του αγαπημένου της Πιερ. Φευ! Το αίμα φέρνει αίμα. Στο τέλος η πρώην θεατρίνα θα αποδυθεί τον μανδύα της Ισμήνης και θα φορέσει αυτόν της Μήδειας.

Το θέμα της θεσμικής βίας, τα δυσδιάκριτα ενίοτε όρια ανάμεσα στον επαναστατικό αγώνα και την τρομοκρατία, η ματαιότητα της καταφυγής στην ένοπλη δράση σε καιρούς –έστω και κατ’ επίφαση- δημοκρατίας εδράζονται στον πυρήνα της συλλογιστικής του Hervé Le Corre, όπως και του Manchette πριν απ’ αυτόν. Παρατηρούνται επίσης εκλεκτικές συγγένειες στο ύφος των δύο συγγραφέων: στακάτος (όχι κατ’ ανάγκη κινηματογραφικός) ρυθμός στην αφήγηση, που δεν ασθμαίνει ούτε στιγμή, σύντομοι κοφτεροί διάλογοι σε αντίστιξη με τη συγκρατημένη ποιητικότητα της πρόζας, γλώσσα ακονισμένη, χαρακτήρες ψυχολογικά μελετημένοι.

Ειδικά η Ματίλντ, μπαλαντέρ και μαζί τραγική φιγούρα, στο φινάλε του βιβλίου σαν να δικαιώνει αυτό που έγραψε κάποτε ένας άλλος, αρκετά ιδιοσυγκρασιακός, μετρ του polar, ο Sébastien Japrisot: «για να κάνεις νουάρ χρειάζεσαι ένα κορίτσι κι ένα όπλο».

 

info:Hervé Le Corre, Άμμος στο στόμα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017, Σελ. 176, μτφ. Γιάννης Καυκιάς

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here