Άλκη Ζέη : ηθοποιός και θεατής της ζωής (από την Κατερίνα Σχινά)

0
393

 

της Κατερίνας Σχινά.

Κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο της Άλκης Ζέη σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να γράψει κανείς για τον εαυτό, με τρόπο που να περιέχει και τους άλλους, και κάθε φορά η Άλκη Ζέη μου δείχνει τον τρόπο: μεταπλάθοντας το βίωμα σε κάτι καθολικότερο, συνδέοντας την ατομική με τη συλλογική εμπειρία, αφήνοντας το συναίσθημα ελεύθερο αλλά ταυτόχρονα παίρνοντας αποστάσεις απ’ αυτό, εισάγοντας το χιούμορ ως στοιχείο λυτρωτικό. Με συγκινεί ο τρόπος που διαλέγει η Ζέη να μιλήσει για τα μεγάλα ξεκινώντας από κάτι μικρό – ένα ζευγάρι γόβες, ένα κίτρινο τασάκι, μια ξανθή κοτσίδα, μια κουβέρτα που της έχει φύγει ολόκληρο κομμάτι στο σχήμα του σίδερου, ακόμη και μια γόπα που πέφτει σαν διάττοντας από ένα μπαλκόνι στην άσφαλτο, μια σκοτεινή βραδιά – πιστή στους δασκάλους της, όπως τους ονομάζει, τον Τσέχωφ και τον Ανδρέα Φραγκιά, που «μέσα από ασήμαντες λεπτομέρειες ανασυνθέτουν χαρακτήρες, καταστάσεις εποχές», όπως γράφει σε κάποιο από τα αφηγήματά της.  Με συγκινεί ο τρόπος που ανασυνθέτει τα πρόσωπα, τις χειρονομίες τους, όσα λέγονται και όσα αποσιωπώνται. Και ταυτόχρονα, όταν φέρνω στο νου μου το σύνολο των βιβλίων της σε αντίστιξη με τα σύντομα, κατά κύριο λόγο αυτοβιογραφικά της αφηγήματα, με εντυπωσιάζει ο τρόπος που ατενίζει τη ζωή της από ψηλά, σαν τοπίο, με μια βαθύτατη αίσθηση της σύνδεσης μεταξύ όλων των μερών της. Ο αρμός, βεβαίως, που συνδέει μεταξύ τους τις πολλές ζωές της Άλκης Ζέη – γιατί πολλές είναι οι ζωές της, και πολλοί οι τόποι της, η Σάμος, η Αθήνα, η Μόσχα, το Παρίσι, με ενδιάμεσους σταθμούς και αλλού – είναι η ιστορία. Η, ακριβέστερα, ο άνθρωπος, στην εμπλοκή του με την ιστορία. Και την ιστορία, η Άλκη Ζέη δεν την απέφυγε. Ακόμη και τυχαία, βρισκόταν εκεί που τεκταίνονταν τα γεγονότα. Όπως το 1973, που παρότι αυτοξόριστη στο Παρίσι, ήρθε με χίλιους δισταγμούς στην Αθήνα να δει την άρρωστη μητέρα της και έπεσε πάνω στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Θέλω όμως  να σταθώ περισσότερο στο πρώτο αφήγημα του βιβλίου της, που του δίνει και τον τίτλο του «Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά». Πίσω από την απλή, ειλικρινή γραφή του, κρύβεται ένας βαθύς στοχασμός για το χρόνο, για τις φευγαλέες στιγμές που μας καθόρισαν. Πού πάνε οι στιγμές που ζήσαμε, οι εικόνες που ήμασταν εμείς; «Ίσως στον καινούργιο αιώνα να εφευρεθεί ένα μηχάνημα που να πιάνει τις δικές μας στιγμές που πέρασαν κι ύστερα να τις καταγράφει σ ένα είδος κασέτας που να μπορείς να τις ξαναδείς κι εσύ και τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου», γράφει η Άλκη Ζέη ανακαλώντας στιγμές από την παρέλαση για την επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης στη Μόσχα ή από τους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του 68. Είναι οι στιγμές που ο Μισέλ Τουρνιέ, στο βιβλίο του Journal extime, μας λέει ότι συνθέτουν την δική του ιδέα για τον παράδεισο: «Μετά τον θάνατό μου», γράφει, «στέκομαι μπροστά στο πανόραμα όλης μου της ζωής, καθώς ξετυλίγεται συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και τα πιο ασήμαντα επεισόδιά της, ελεύθερος να επιλέξω αυτό ή εκείνο και να το ξαναζήσω, αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο, δηλαδή με μια κάποια απόσταση, σαν ηθοποιός και σαν θεατής ταυτόχρονα». Είναι στιγμές, τέλος, τις οποίες ο ποιητής Γουίλιαμ Γουέρντσγουρθ ονόμαζε «σημεία του χρόνου», στιγμές που αναθυμόμαστε και αποτιμάμε ως εμπειρικά ορόσημα στο δρομολόγιο μιας ζωής, στιγμές-κλειδιά που μας βοηθούν να κατανοήσουμε την διαδικασία της αυτοεξέλιξής μας, στιγμές στις οποίες επανερχόμαστε για να αναπροσανατολίσουμε τον εαυτό μας στην κίνησή μας μέσα στον χρόνο. Είναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω στίχοι  από το «Πρελούδιο» του Γουέρντσγουορθ, που παραθέτω σε πρόχειρη, δική μου μετάφραση:

Υπάρχουν στη ζωή σημεία του χρόνου/που με διακριτή υπεροχή διατηρούν/ μια ζωντανή αξία/ κι αν ίσως τα συνθλίβουν μάταιες σκέψεις, λόγια κίβδηλα/ ή ένα άχθος πιο βαρύ, σχεδόν θανατηφόρο/ από ασήμαντες ενασχολήσεις και κοινές συνάφειες/ πάντα η αξία τους θα τρέφει το μυαλό μας κι αθέατα θα το θεραπεύει/ μια αξία που αυξάνει τις χαρές/ και δίνει δύναμη να ανεβούμε ακόμη πιο ψηλά και πιο ψηλά/ και όταν πέφτουμε πάντοτε μας σηκώνει.

Γι’ αυτές τις στιγμές γράφει ο Γουέρντσγουορθ κι αυτές τις στιγμές μνημειώνει στο βιβλίο της η Άλκη Ζέη, στα αφηγήματά της. Αλλά ταυτόχρονα, γευόμενη το προνόμιο της μεγάλης ηλικίας – αυτά τα δεκαεπτά χρόνια που της χαρίστηκαν πάνω από το ορόσημο του 2000, όταν τα εγγόνια της την ρωτούσαν «Πόσο θα ζήσεις ακόμα γιαγιά;» – απολαμβάνει μια διεύρυνση της οπτικής γωνίας από την οποία βλέπει τα πράγματα.  Έχοντας ζήσει θριάμβους και τραγωδίες, επιτυχίες και αποτυχίες, επαναστάσεις και πολέμους, μεγάλα επιτεύγματα και βαθιές αμφιταλαντεύσεις, έχοντας δει να αναδύονται σπουδαίες θεωρίες, για να ανατραπούν στη συνέχεια από ανυποχώρητα δεδομένα, δεν έχει μόνο μια ζωντανή, βιωμένη αίσθηση της ιστορίας που δεν είναι δυνατή σε νεότερες ηλικίες, αλλά και μεγαλύτερη επίγνωση της παροδικότητας των πραγμάτων και της ομορφιάς τους. Τα σχόλιά της, σε πλαγιογραφή, στα παλιότερα κείμενα του βιβλίου της, ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει το χθες βλέποντάς το από σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα, αυτό ακριβώς φανερώνουν.

 

info: Άλκη Ζέη, Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά μου, Μεταίχμιο

Σημείωση: H Άλκη Ζέη θα μιλήσει εκ βαθέων με τον Γιάννη Ν.Μπασκόζο την Δευτέρα στις 7μμ στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης Κηφισιά (Λεωφ.Κηφισίας 310)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ